Quantcast
Ψηφιακοί Έρωτες με Αναλογικούς Τύπους

Αν οι online σχέσεις μας κάνουν να αισθανόμαστε λιγότερη μοναξιά, ας το απαντήσει ο καθένας για τον εαυτό του.


Image via

Παρακολούθησα το «Her» στις 3.30 το ξημέρωμα έπειτα από μερικά ποτά που ήπια με ανθρώπους που αγαπώ και γνώρισα πριν από χρόνια μέσα από έναν υπολογιστή. Είδα την ταινία στο κρεβάτι μου και όταν τελείωσε με πήρε ο ύπνος αγκαλιά με το λάπτοπ μου, που το λένε Παναγιώτη και ζεσταίνει συχνά την αριστερή πλευρά του στρώματος. Τη συζήτησα πρώτη φορά γράφοντας στο letterboxd, αγωνιώντας για το πώς θα εκλάβουν τη γνώμη μου μερικοί ψηφιακοί φίλοι εκ των οποίων κάποιοι δεν μιλάνε καν την ίδια γλώσσα με μένα. Βλέπετε, όλος ο κόσμος είχε ενθουσιαστεί και εγώ δεν έμεινα και τόσο εντυπωσιασμένη. Ισως μου λείπει κάποιο ένζυμο. Ισως είναι που δε μου φάνηκε τόσο πρωτότυπη, παρότι ήταν.

Για όσους δεν την είδαν ακόμα, στην ταινία του Σπάικ Τζόνζι, ένας άντρας, ο Θίοντορ, ερωτεύεται το λειτουργικό σύστημα του υπολογιστή του, τη Σαμάνθα, το οποίο εκτός από σκέψεις, απόψεις και αισθήματα έχει και τη φωνή της Σκάρλετ Γιόχανσον. Το μόνο που δεν έχει είναι σώμα. Αλλά ποιός νοιάζεται; Στην εποχή των ψηφιακών ρομάντζων λίγοι αναζητούν τη φυσική επαφή. Κι αν η σχέση του Θίοντορ και της Σαμάνθα μοιάζει ψεύτικη, γιατί η δεύτερη είναι κομπιούτερ, δεκάδες άλλες σχέσεις που δημιουργούνται μέσω κοινωνικών δικτύων και συντηρούνται για καιρό αποκλειστικά μέσω μηνυμάτων, chat applications ή skype έχουν περίπου τα ίδια χαρακτηριστικά, ακόμα κι αν υπάρχει ζωντανός άνθρωπος στην άλλη άκρη της γραμμής. 

Αφού λύσαμε το πρόβλημα του κάζουαλ σεξ, που αποκομμένο από συναισθηματικές επιπλοκές έμοιαζε να ταιριάζει στην ιδιοσυγκρασία της εποχής, το απενοχοποιήσαμε, το κάναμε, και καταλήξαμε ότι έπειτα από λίγο καταντά πιο βαρετό κι από δίωρο σέσιον «θέλω να μιλήσουμε για μας», αρχίσαμε να αναζητούμε τη συναισθηματική επαφή και να σνομπάρουμε τη φυσική. Σεξ ήταν τώρα η ανταλλαγή έξυπνων one-liners, το κλίκι κλίκι των κουμπιών, ένα γραπτό «μου λείπεις» όταν στην πραγματικότητα δεν έχουμε ειδωθεί ποτέ, η αγωνία για τον ήχο του μηνύματος, του messenger ή του skype όταν εκείνος ή εκείνη θα μας στείλουν. Τι έγινε; Από τις εύκολες, συναισθηματικά ακίνδυνες σεξουαλικές επαφές όπου δεν επενδύαμε τίποτα, ξαφνικά θέλουμε να ερωτευτούμε; Να τα δώσουμε όλα;

Οχι ακριβώς, αν με ρωτάτε. Απλώς βρήκαμε ένα τρόπο να νιώθουμε ότι τα δίνουμε όλα χωρίς στην ουσία να δίνουμε τίποτα. Χωρίς να ποντάρουμε κάτι σημαντικό, χωρίς να βάζουμε τίποτα στο κέντρο του τραπεζιού. Αν δε βάλεις τίποτα στη μέση δεν έχεις να χάσεις και τίποτα. Δύσκολα όμως και θα κερδίσεις. Συχνά εμπλουτίσαμε τις πραγματικές μας σχέσεις -που κουβαλούσαν όλα τα προβλήματα της πραγματικότητας- με κάποιες ψηφιακές για αντίβαρο. Κι όταν αυτές πήγαν στραβά, γιατί ειδωθήκαμε και ξενερώσαμε ή γιατί απλώς βαρεθήκαμε, απλώς βγήκαμε οφλάιν. Ή βρήκαμε άλλες καινούριες χωρίς να χρειαστούν δραματικές σκηνές χωρισμού στο ενδιάμεσο. Οχι ότι δε μας στοίχισαν. Αλλά δεν ήταν το ίδιο.    

«Ηταν πριν από μερικά χρόνια», μου λέει η Φανή, που δεν τη λένε έτσι, αλλά εμείς έτσι θα τη λέμε. «Είχα μια σχέση, κρατούσε ήδη τρία χρόνια και θα έλεγα ότι είχε τελματώσει. Βρισκόμασταν καθημερινά, κάναμε σεξ, όχι όπως στην αρχή, είχαμε αρχίσει να βαριόμαστε. Ημουν πολύ ζηλιάρα, ένιωθα ότι ο Αλέξανδρος ήταν δικός μου και δεν ήθελα να τον διεκδικεί κάποια άλλη κι αυτόν τον εγωισμό τον μετέφραζα σε έρωτα. Δεν είμαι σίγουρη αν ήταν έτσι. Κάποια στιγμή μέσω κάποιου κοινωνικού δικτύου, γνώρισα τον Κώστα. Δεν τον ήξερα, βρεθήκαμε να μιλάμε, στην αρχή φιλικά μέσω του δικτύου, αλλά στην πορεία μεταφέραμε την επαφή σε κάποιο τσατ. Σπούδαζε στη Σκωτία, πολλά μίλια μακριά, και έμοιαζε μια αθώα απόλαυση το να επικοινωνώ μαζί του, ένας αντιπερισπασμός από την καθημερινότητα. Δε χρειαζόταν να το σκέφτομαι σοβαρά, τι θα μπορούσε να συμβεί, ήταν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Αυτή η απουσία πιθανότητας σοβαρής εξέλιξης νομίζω είναι που μας απελευθέρωσε και μετέτρεψε αυτό το αθώο φλερτ σε μια εμμονική σχέση. Οταν υπάρχει τέτοια απόσταση, όταν λείπει η φυσική επαφή, νιώθεις πιο ασφαλής να ανοιχτείς. Φτιάχνεις μια πραγματικότητα για τον εαυτό σου, για τον άλλον και για τη σχέση σας και ζεις μέσα σε αυτή και τίποτα δεν μπορεί να σου τη χαλάσει. Μου είχε στείλει μόνο μια φωτογραφία κι αυτή ήταν μακρινή. Δε του ζήτησα ποτέ άλλη γιατί υποψιάστηκα ότι αν τον έβλεπα καλύτερα μπορεί να μη μου άρεσε τόσο και να χαλούσε αυτό που ζούσα. Σύντομα μιλούσαμε κάθε μέρα. Για την καθημερινότητά μας, τα νέα μας, τις σκέψεις μας, κάναμε γλύκες, ζήλιες, λέγαμε καληνύχτες και καλημέρες. Τον συζητούσα με τις φίλες μου, αποκρυπτογραφούσαμε τις ατάκες του στο τσατ, ένιωθα ερωτευμένη. Συχνά έβγαινα με τον Αλέξανδρο και περίμενα πως και πως να έρθει η ώρα να γυρίσω σπίτι να μιλήσω με τον Κώστα. Νομίζω ότι μου κάλυπτε την ανάγκη που είχα να μου μιλήσει πάλι κάποιος σαν γυναίκα, να με φλερτάρει, να μου κάνει κοπλιμέντα, να με ζηλέψει, να με ακούσει, να μου δώσει προσοχή. Οσο περισσότερο το έκανε ο δεύτερος, τόσο έριχνε στα μάτια μου τον πρώτο. Κι έπειτα ούτε ήταν ανάγκη να τον δω όπως ξυπνάει το πρωί, στις κακές του, στα νεύρα του. Ηταν διαθέσιμος όταν ήθελα, οριοθετούσα την επαφή χρονικά ανοίγοντας ή κλείνοντας το ίντερνετ ή το κινητό μου. Οχι ότι δεν υπήρχαν εντάσεις. Οταν δεν τον έβρισκα ονλάιν για ώρες ενώ κανονικά θα μιλούσαμε, με έπιανε η παράνοια που παθαίνει κάποιος όταν δεν έχει πρόσβαση. Και το μυαλό μου φυσικά δεν πήγαινε ποτέ στο ότι έπαθε κάτι, αλλά στο ότι βρήκε άλλη ή με ξέχασε. Συχνά τύπωνα τις συνομιλίες μας και τις κρατούσα, όπως στις κανονικές σχέσεις κρατάς φωτογραφίες από διακοπές ή εξόδους. Αυτό κράτησε περίπου 8 μήνες. Επειτα ήρθε στην Ελλάδα για διακοπές. Είχα πάει για καφέ με φίλες μου στη Νέα Σμύρνη και βρεθήκαμε εκεί, στο όρθιο στην πλατεία. Δε μου άρεσε καθόλου. Οχι μόνο εμφανισιακά, που ήταν τελείως διαφορετικός από τη φωτογραφία, αλλά και ο τρόπος του. Πράγματα που είχα υποψιαστεί από τις συνομιλίες μας αλλά αγνοούσα επίτηδες, ξαφνικά ήταν καταλυτικά. Η πρώτη ατάκα που μου είπε ήταν "δεν ταιριάζουν αυτά που φοράς μεταξύ τους". Είχε κόλλημα με τα επώνυμα ρούχα, τα μαλλιά του, το ακριβό του ρολόι. Απογοητεύτηκα. Είναι τραγικό να μιλάς με κάποιον 8 μήνες, να θεωρείς ότι έχεις σχέση μαζί του, και να σου φτάνει να τον δεις μόνο μια φορά στο όρθιο σε μια πλατεία. Δεν επιχείρησα ποτέ να τον ξαναδώ. Από τότε έκανε εκείνος κάποιες προσπάθειες να ξεκινήσουμε πάλι να μιλάμε από μακριά, αλλά δεν το συνέχισα. Κάποια στιγμή τον έκανα μπλοκ. Από τότε δεν ξανασχολήθηκα ποτέ και σήμερα το πρωί που ήξερα ότι θα πρέπει να σου μιλήσω για αυτόν, κατέβαλα προσπάθεια για να θυμηθώ το όνομά του. Για φαντάσου. Δε θυμόμουν πώς τον λένε...»

Eίναι μια ιστορία, υπάρχουν δεκάδες άλλες, διαφορετικές, με άλλη έναρξη, συνέχεια ή τέλος. Πιθανότατα να ξέρετε πολύ περισσότερες από μένα. Κάποιες ευοδώθηκαν και κατέληξαν σε ευτυχείς γάμους ή δεσμούς, κάποιες σταμάτησαν νωρίς όταν οι δύο «ηλεκτρονικοί εραστές» συναντήθηκαν, πριν όλο αυτό μετατραπεί σε μια μακροχρόνια αποκλειστικά ονλάιν επαφή. Σήμερα στο ίντερνετ βρίσκεις πιο εύκολα συμβουλές για το πώς να κάνεις ή να διατηρήσεις μια ονλάιν σχέση από ότι συνταγές για κεφτεδάκια. Από εκείνη τη μέρα που ο Μαρκ Ζάκερμπεργκ έγραψε τον αλγόριθμο του facebook στο θαμπωμένο παράθυρο της φοιτητικής εστίας του Χάρβαρντ και εμπνεύστηκε το relationship status, όλοι μας γνωρίσαμε κάποιον διαδικτυακά και η μεγάλη πλειονότητα έστω και για λίγο απέκτησε ερωτικές προσδοκίες για μερικούς. Πολλοί από εμάς είδαν κάποιον σε ένα μπαρ, γνώρισαν κάποιον σε μια παρέα και αντί να ζητήσουν το τηλέφωνο του ή να τον φλερτάρουν επιτόπου, ανυπομονούσαν να γυρίσουν σπίτι να τον ψάξουν στο facebook. Δεν είναι απαραίτητα κακό. Βρήκαμε ένα τρόπο να αναζητούμε τον έρωτα χωρίς να διακινδυνεύουμε τόσο την ντροπιαστική απόρριψη, αποφεύγοντας τη νευρικότητα μιας κανονικής συνάντησης ή ενός αμήχανου τηλεφωνήματος. Ανοίξαμε τον κύκλο μας ακόμα και φιλικά. Τώρα μιλάμε κάθε μέρα σε πολύ περισσότερους από ότι παλιότερα. Ξέρουμε πιο πολύ κόσμο, φλερτάρουμε πιο συχνά, έστω και διαδικτυακά -ουσιαστικά δε μένουμε ποτέ μόνοι. Αν αυτό μας κάνει να αισθανόμαστε λιγότερη μοναξιά, θα το απαντήσει ο καθένας για τον εαυτό του.    

Στην ουσία δεν είναι ότι δε μου άρεσε το «Her». Μια χαρά ήταν. Απλώς μπροστά σε αυτά που νιώθουμε όλοι καθημερινά για τα ίδια ακριβώς θέματα, αυτά που ζούμε γύρω μας, που συμπεραίνουμε από τη ζωή μας και τις ζωές των φίλων μας για τις σύγχρονες ανθρώπινες σχέσεις, το ιντερνετικό αποκούμπι μας, τον έρωτα και την προβληματικότητά μας, μπροστά στην συχνά απέραντη, βαθιά, ασήκωτη μοναξιά μας, η ιστορία του Θίοντορ και της Σαμάνθα θα μοιάζει πάντα λίγη.