The Photo Issue 2001

Η Susan Meiselas & το Magnum Foundation Παρουσιάζουν Επτά Νέους Ταλαντούχους Φωτοδημοσιογράφους

Ένα φωτογραφικό αφιέρωμα σε περιοχές όπως η Καμπότζη, το Μπαγκλαντές και η Τσετσενία.

Κείμενο Poulomi Basu, Tanya Habjouqa, Olga Kravets, Pete Pin,
28 Ιούλιος 2015, 1:00am

Μαθητές στη Σχολή Τυφλών Meng Jie, στο Hebei, Κίνα, 2014. Φωτογραφία από Lijie Zhang

Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε στο The Photo Issue 2015

Ζούμε σε μία μεταβαλλόμενη βιομηχανία στα μίντια που σε αντίθεση με τις προηγούμενες δεκαετίες, σήμερα προσφέρει λιγότερες ευκαιρίες χρηματοδότησης πρότζεκτ που με δημιουργικό όραμα θα ερευνήσουν σε βάθος μια σειρά σοβαρών θεμάτων.

Το 2007, μέλη του Magnum Photos ένωσαν τις δυνάμεις τους για να αντιμετωπίσουν και να αγκαλιάσουν τις προκλήσεις αυτού του συνεχώς μεταβαλλόμενου πλαισίου. Δημιουργήσαμε το Magnum Foundation, που προσφέρει κεφάλαια στήριξης, εντατική καθοδήγηση, καθοδήγηση στη διανομή και ευκαιρίες συνεργασίας μέσω διαφόρων επιχορηγήσεων και υποτροφιών. Μέσω των προγραμμάτων μας, χτίζουμε ένα δίκτυο υποστήριξης για την παγκόσμια κοινότητα ντοκιμαντέρ.

Ο καλύτερος τρόπος για να δείτε τι είναι το Magnum Foundation είναι να μελετήσετε αυτές τις σελίδες. Θα βρείτε τη δουλειά ενός από τους πρώτους μας υποτρόφους, του Shehab Uddin, μαζί με εκείνη ενός από τα πιο πρόσφατα μέλη μας, του Pedro Silveira. Από τους δρόμους του Μπαγκλαντές και της Βραζιλίας, οι ντόπιες φωνές τους μας παρέχουν την εκ των έσω οπτική σε θέματα παγκόσμιας εμβέλειας. Η Tanya Habjouqa, η οποία υποστηρίχθηκε για τη δουλειά της στην Παλαιστίνη, τώρα είναι μέντορας νέων υποτρόφων σε όλη την αραβική επικράτεια.

Η κληρονομιά του Magnum Photos, που δημιουργήθηκε από και για φωτογράφους για να διατηρήσει την ανεξάρτητη εργασία και την καλλιτεχνική αρτιότητα, είναι ένας φάρος στον τομέα του φωτογραφικού ντοκιμαντέρ Καθώς οι φωτογράφοι σήμερα αναλαμβάνουν τους ρόλους των συλλεκτών και των συνεργατών, το Magnum Foundation επιδιώκει να υποστηρίξει αναδυόμενες μορφές αφήγησης.

Ευχαριστούμε τους φωτογράφους σε αυτό το τεύχος -και εκτός αυτού- που προκαλούν την περιέργεια, κάνοντας γνωστούς εκείνους που έχουν περάσει απαρατήρητοι και παρέχοντας μας πρόσβαση στα σύγχρονα περίπλοκα πολιτιστικά τοπία. Είναι μέσα από αυτές τις σκιαγραφημένες εμπειρίες που όλοι καλούμαστε να έχουμε κριτική ματιά στον κόσμο.

— SUSAN MEISELAS

AND THE MAGNUM FOUNDATION TEAM

PETE PIN

Τη δεκαετία του 1980, σχεδόν 150.000 πρόσφυγες από την Καμπότζη επανεγκαταστάθηκαν στην Αμερική, κυρίως σε κοινότητες που πάλευαν με την φτώχεια και την βία των γκέτο. Η Διασπορά της Καμπότζης είναι ένα συνεχιζόμενο πρότζεκτ που εξετάζει την εμπειρία της επανεγκατάστασης προσφύγων από γενιά σε γενιά στις αμερικανο-καμποτζιανές κοινότητες. Τρεις δεκαετίες μετά τα Killing Fields (Πεδία Θανάτου), οι σκιές της γενοκτονίας μπορούν ακόμα να γίνουν αισθητές στη Διασπορά στην Αμερική, η οποία εκδηλώνεται από γενιά σε γενιά μέσω του κατακερματισμού οικογενειακών αφηγήσεων και μια βαθιά σιωπή για τα επακόλουθά της. Πολλοί Καμποτζιανοί που επέζησαν της γενοκτονίας παραμένουν σιωπηλοί γιατί δεν ξέρουν πώς να μιλήσουν για το τι έζησαν και επειδή συχνά δεν μιλούν την ίδια γλώσσα με τα αμερικανο-καμποτζιανής καταγωγής παιδιά τους. Η σιωπή επιδεινώνεται από ένα διαγενεακό τραύμα –οι μεγαλύτεροι επέζησαν των Πεδίων Θανάτου και τα γεννημένα στην Αμερική παιδιά τους έχουν επιζήσει των κινδύνων της πόλης.

Μπρονξ, Νέα Υόρκη, Σεπτέμβριος 2011. Ο Sonny Vaahn, 25 ετών, κρατάει την κάρτα ταυτοποίησης πρόσφυγα των μελών της οικογένειάς του, που τους δόθηκε με την είσοδό τους σε προσφυγικό καταυλισμό κατά μήκος των ταϊλανδο-καμποτζιανών συνόρων μετά το τέλος της γενοκτονίας στην Καμπότζη.

Μπρονξ, Αύγουστος 2011. Ο Om Savaeth, 58 ετών, στην αυλή της οικογενειακής οικίας των Vaahn


OLGA KRAVETS

Το 2009, ο Ramzan Kadyrov ανακοίνωσε με υπερηφάνεια ότι «η ειρήνη έχει έρθει στη γη της Τσετσενίας». Η άνοδος του επικεφαλής της Δημοκρατίας της Τσετσενίας άρχισε τον Μάιο του 2004, όταν ο Βλαντιμίρ Πούτιν τον διόρισε αναπληρωτή πρωθυπουργό της Τσετσενίας, μετά το θάνατο του πατέρα του Kadyrov. Από την ηλικία των 30, του είχε δοθεί ελευθερία στην διακυβέρνηση της χώρας του εφόσον κρατά τους αντάρτες σε απόσταση.

Επισήμως, η Τσετσενία παραμένει τμήμα της Ρωσίας μετά από δυο πολέμους, αλλά το Σύνταγμα της Ρωσίας εφαρμόζεται επιλεκτικά εκεί. Η κυβέρνηση βασανίζει νεαρούς άνδρες εάν δείξουν οποιοδήποτε σημάδι διαφωνίας. Τα σπίτια των ανταρτών καίγονται με διαταγή του προέδρου και οι ακτιβιστές που αγωνίζονται για τα ανθρώπινα δικαιώματα αντιμετωπίζουν θυμωμένο, βίαιο όχλο που καίει τα γραφεία τους και τους χτυπάει. Το αλκοόλ πωλείται στους ξένους μόνο στα 5άστερα ξενοδοχεία και ο Kadyrov κατάφερε να καλέσει περίπου το 60% του πληθυσμού της χώρας στην πορεία «Αγάπη για τον Προφήτη Μωάμεθ».

Κάποτε όταν ρωτήθηκε που βρίσκει τα χρήματα για τον πολυτελή τρόπο ζωής του και τους τουρκικής κατασκευής ουρανοξύστες, ο Kadyrov φημολογείται ότι απάντησε «από τον Αλλάχ».

Κεμπαμπτζής στα περίχωρα του Γκρόζνι, έξω από το εστιατόριο όπου εργάζεται, που ήταν διακοσμημένο με μια αφίσα του Σρεκ.

Φοιτητές στο Ρωσικό Ισλαμικό Πανεπιστήμιο στο Γκρόζνι (άνδρες μπροστά, γυναίκες πίσω) ακούνε διάλεξη από προσκεκλημένο μουλά από την Ιορδανία.

Χορωδία μαθητριών τραγουδάει τραγούδι αφιερωμένο στον Akhmad Kadyrov, τον πατέρα του νυν ηγέτη της Τσετσενίας, Ramzan Kadyrov. Ο Ramzan ανακήρυξε την 10η Μαΐου Ημέρα Μνήμης στην Τσετσενία για να τιμήσει την απέλαση και το θάνατο του πατέρα του. Δεν μπορούσε να το κάνει στις 9 Μαϊου, ημέρα που σκοτώθηκε ο Kadyrov ο πρεσβύτερος, γιατί η Ρωσία γιορτάζει την Ημέρα Νίκης, που σηματοδοτεί το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.


SHEHAB UDDIN

Οι 15.000-20.000 κάτοικοι των πεζοδρομίων της Ντάκα είναι μεταξύ των πιο ευάλωτων και παραμελημένων ανθρώπων στο Μπαγκλαντές. Έχουν λίγα περιουσιακά στοιχεία που τους επιτρέπουν να ζήσουν σε ένα πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον που στην πραγματικότητα τους αγνοεί. Ανησυχούν κυρίως για το φαγητό, τα ρούχα και θέλουν ένα μέρος να κοιμηθούν. Ζουν για το παρόν, όχι το παρελθόν, όχι το μέλλον. Συμμετέχουν σε πολυάριθμες δραστηριότητες για να κερδίσουν τα προς το ζην (εργάζονται ως αχθοφόροι, τραβούν ρίκσο, καμαριέρες, στη βιομηχανία του σεξ και ανακυκλώνουν στερεά απόβλητα). Έχουν συνείδηση της ταυτότητας τους ως ανθρώπινα όντα.

Ο πληθυσμός τους την τελευταία δεκαετία έχει αυξηθεί με τον ίδιο ρυθμό με την Ντάκα γενικά. Πολλοί νεοφερμένοι φθάνουν αφού γλιτώσουν από πλημμύρες που καταστρέφουν ζωές στις αγροτικές περιοχές και σημειώνονται πιο συχνά με την κλιματική αλλαγή. Άλλοι είναι βουλιαγμένοι στα χρέη και ζαλίζονται από την υπόσχεση για καλύτερες ευκαιρίες. Αλλά για τη μελλοντική εισροή των κατοίκων των πεζοδρομίων, η κίνηση δεν θα φέρει την καλύτερη ζωή που ελπίζουν.

Στάδιο Mugda, Ντάκα, Μπαγκλαντές, 2010. Η Lili Begum ξυπνάει τα χαράματα, έτοιμη για την πρωινή δουλειά της όπου συλλέγει απόβλητα. Ζει κάτω από το στάδιο Mugda με την οικογένειά της. Περίπου 500 άνθρωποι βρίσκουν καταφύγιο κάτω από το στάδιο. Οι περισσότεροι από αυτούς προέρχονται από την Gaibandha, μια από τις πιο φτωχές περιοχές του Μπαγκλαντές.

Kawran Bazaar, Ντάκα, 2010. Δυο νεαρά αγόρια, οι Arshadul και Shumon, παίζουν μαζί ένα βράδυ στο Kawran Bazar. Ο Arshadul συλλέγει απορρίμματα χαρτιού από τα σκουπίδια πριν να τα πουλήσει. Ο Shumon κλέβει για να ζήσει. Είναι καλοί φίλοι.

Στάδιο Mugda, 2010. Η Rezina και η οικογένειά της καθώς επιστρέφουν στην Ντάκα μετά από μια επίσκεψη στους συγγενείς τους στην Gaibandha. Οι οικογένειες, συχνά νιώθουν ότι ρίχνονται στα βαθιά όταν μετακομίζουν για πρώτη φορά από μια αγροτική περιοχή στην πόλη. Αλλά έχουν πίστη ότι θα μπορέσουν να παραμείνουν στη ζωή. Η οικογένεια μετανάστευσε στην πρωτεύουσα προς αναζήτηση εργασίας πριν από αρκετά χρόνια. Σήμερα ο Khabir μεταφέρει εμπορεύματα με ένα ειδικό ρίκσο και η Rezina συλλέγει σκουπίδια και τα πουλάει σε εμπόρους ανακύκλωσης. Η κόρη τους πηγαίνει στον ημερήσιο παιδικό σταθμό Amrao Manush που απευθύνεται σε κατοίκους πεζοδρομίου, αλλά ο γιος τους σπαταλάει το χρόνο του χωρίς να κάνει τίποτα.


PEDRO SILVEIRA

Περισσότερα από 5 εκατομμύρια σκλάβοι μεταφέρθηκαν στη Βραζιλία πριν από το 1850. Σήμερα, οι μαύροι αντιπροσωπεύουν την πλειοψηφία του ντόπιου πληθυσμού, αλλά η κοινωνική καταπίεση των απογόνων αφρικανικής καταγωγής είναι ενδημική. Αυτό το πρότζεκτ επιχειρεί να εξετάσει τον παρελθόντα και τον σημερινό αγώνα για πολιτικά δικαιώματα στη Βραζιλία, καθώς επίσης και τις ιστορικά υποκινούμενες εντάσεις μεταξύ μαύρων και λευκών που εξακολουθούμε να αντιμετωπίζουμε παγκοσμίως.

Η αφήγηση βασίζεται σε μια quilombo* προφορική ιστορία για την άφιξη των αφρικανικών οικογενειών στη Bahia. Μετά τη βύθιση ενός πλοίου γεμάτο σκλάβους στην ακτή της Βραζιλίας, οι επιζήσαντες έχτισαν μια κοινότητα πολύ μακριά από τα χωράφια των ιδιοκτητών σκλάβων. Αλλά στις αρχές του 18ου αιώνα, Πορτογάλοι εξερευνητές βρήκαν χρυσό εκεί κοντά και υπόταξαν τους ντόπιους για να εργαστούν στα ορυχεία.

Η Βραζιλία κατάργησε την δουλεία το 1888, αλλά η ιστορία αυτής της περιοχής είναι αντιπροσωπευτική της κοινωνικής καταπίεσης που εξακολουθούν να βιώνουν μέχρι σήμερα οι οικογένειες των μαύρων.

* Quilombo στη Βραζιλία είναι το όνομα που αποδίδεται σε μια κοινότητα αρχικά δημιουργημένη από σκλάβους οι οποίοι δραπέτευσαν στη διάρκεια της αποικιακής περιόδου.

Barra do Brumado, Bahia, Βραζιλία. Ο πιο πολύτιμος πόρος που έχει αυτή η κοινότητα είναι το νερό. Η ίδια πηγή χρησιμοποιείται για να πιουν, να μαγειρέψουν, να φυτέψουν και να κάνουν μπάνιο.

Η Daiana Nascimento στο Barra do Brumado


TANYA HABJOUQA

Η δουλειά της Habjouqa εστιάζει σε θέματα φύλου, πολιτικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε όλη τη Μέση Ανατολή. Λέει ότι προσπαθεί να προσεγγίσει τα θέματά της με ευαισθησία αλλά και ψάχνοντας να μάθει τι κρύβεται από κάτω. Αυτές οι φωτογραφίες, μέρος μιας σειράς που ονομάζεται Occupied Pleasures, εστιάζουν στη γελοία καθημερινότητα που έχει δημιουργήσει η 48χρονη Κατοχή της Δυτικής Όχθης, της Γάζας και της Ανατολικής Ιερουσαλήμ και την ομορφιά που υπάρχει σε πείσμα της Κατοχής, καθώς οι Παλαιστίνιοι αρνούνται να αφήσουν τα βάσανα να καθορίσουν την ύπαρξή τους.

Από μια πολιορκημένη Γάζα όπου μια 5λεπτη βόλτα με τη βάρκα είναι η επιτομή της ελευθερίας σε ένα στούντιο με τροπικό σκηνικό που χρησιμεύει ως ταξιδιωτική φαντασίωση, οι φωτογραφίες δείχνουν ότι στο χιούμορ συχνά υπάρχει λύπη και πως στην Παλαιστίνη, οι καταπιεσμένοι ποτέ δεν σταματούν να ονειρεύονται μια ζωή γεμάτη σπουδαιότερες δυνατότητες. Ένας σκληρά εργαζόμενος κάτοικος της Γάζας αρνούμενος να στερηθεί το δικαίωμά του στην αγάπη, πέρασε κρυφά τη νεαρή Ιορδανή νύφη του μέσα από τις σήραγγες του λαθρεμπορίου στην Αίγυπτο. Είπε «ήταν σαν ταινία του Μπόλιγουντ, εκείνη έτρεμε, στοές κάτω από τη γη... Έτρεξα προς το μέρος της και την γέμισα με τα φιλιά μου». Η Habjouqa λέει ότι εκείνη η στιγμή έμεινε αποτυπωμένη μέσα της και την μπόλιασε με την επιθυμία να απαθανατίζει αυτά τα μικρά ψήγματα ευτυχίας και φωτός που οι Παλαιστίνιοι κυριολεκτικά βρίσκουν στο τέλος του τούνελ.

Μετά από εξοντωτική κίνηση στο σημείο ελέγχου Qalandia, ένας νεαρός άνδρας απολαμβάνει ένα τσιγάρο στο αυτοκίνητό του καθώς ο δρόμος αρχίζει να ανοίγει το τελευταίο βράδυ του Ραμαζανιού. Φέρνει στο σπίτι ένα πρόβατο για την επερχόμενη γιορτή Eid.

Η Hayat Abu R'maes, 25 ετών, και η Nabila Albo, 39 ετών, πάνε εκδρομή με τις μαθήτριές τους για πεζοπορία στα βουνά και γιόγκα στη Zatara, στα περίχωρα της Βηθλεέμ. Μερικές φορές πηγαίνουν σε σημεία με φυσική ομορφιά (ένα δημοφιλές σημείο είναι κοντά στα ρωμαϊκά ερείπια) όπου οι έποικοι προσπαθούν να εκφοβίσουν τους Παλαιστίνιους για να μην μπουν. Το αποκαλούν «εσωτερική αντίσταση».

Φοιτήτριες της ομάδας ακοντισμού του πανεπιστημίου Al-Quds ολοκληρώνουν την τελευταία τους προπόνηση πριν από τις καλοκαιρινές διακοπές στην πόλη Abu Dis της Δυτικής Όχθης, δίπλα στο ισραηλινό διαχωριστικό τείχος.

Ένα νεαρό κορίτσι στο πάρκο ψυχαγωγίας Banana Land της Ιεριχούς βγαίνει φωτογραφία σε ένα στούντιο. Για ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού στη Δυτική Όχθη, το ταξίδι είναι ακριβό και μερικές φορές γεμάτο στρες αφού πρέπει να περάσεις από τη μοναδική διαθέσιμη έξοδο, την ελεγχόμενη από τους Ισραηλινούς Allenby Bridge. Για μερικούς, αυτά τα στούντιο είναι ότι πιο κοντινό μπορούν να βιώσουν σε μια τροπική περιπέτεια.


POULOMI BASU

«Είναι σκοτεινά και δεν υπάρχει φως. Νιώθω τόσο φοβισμένη ότι μπορεί κάποιος να έρθει». Η Radha Bishwa Karma είναι μόνο 16 ετών, αλλά μια φορά το μήνα εξορίζεται σε μια αυτοσχέδια καλύβα βαθιά στα δάση του δυτικού Νεπάλ. Το μόνο έγκλημά της είναι ότι έχει περίοδο. Η Karma είναι ένας απαγορευμένος, ένας «ακάθαρτος» μολυσματικός παράγοντας, που πρέπει να την φοβούνται και να την αποφεύγουν γιατί κατά την περίοδό της θα φέρει κακή τύχη και καταστροφή στην κοινότητά της.

Το Chhaupadi, μια παράδοση λόγω δεισιδαιμονίας που συνδέεται με τον Ινδουισμό και διώχνει τις γυναίκες όταν έχουν έμμηνο ρύση, θεωρεί ακάθαρτες τις γυναίκες με περίοδο. Το Νεπάλ απαγόρευσε την πρακτική το 2005, αλλά η απόφαση έχει μικρή επίδραση στις απομακρυσμένες, πρώην Μαοϊκές συνοικίες του Surkhet και του Achham, από όπου προήλθε και εξακολουθεί να εφαρμόζεται ευρέως.

Η ιεροτελεστία της εξορίας και οι συσχετιζόμενες πρακτικές της συχνά θεωρούνται ως αβλαβείς και οι οπαδοί τις ακολουθούν τυφλά, μη γνωρίζοντας ότι διατηρούν έναν αιώνιο διαχωρισμό μεταξύ των φύλων. Αυτό μπορεί να το δει κανείς στο φεστιβάλ Rishi Panchami που γίνεται στο Κατμαντού και τιμά μια γυναίκα που μετενσαρκώθηκε σε πόρνη γιατί δεν υπάκουσε στους περιορισμούς για την έμμηνο ρύση. Πρέπει να εξιλεωθεί για τις αμαρτίες της πλένοντας το σώμα της με κοπριά αγελάδων και ούρα 365 φορές. Υποτίθεται ότι περισσότερες μορφωμένες γυναίκες πραγματοποιούν αυτή την ιεροτελεστίας, θεωρώντας την άκακη παράδοση που διαχωρίζεται από ένα ευρύτερο πλαίσιο της καταπίεσης των φύλων. Στην πραγματικότητα, διαιωνίζει την άποψη ότι οι γυναίκες είναι ακάθαρτες και βοηθάει στη νομιμοποίηση της συνεχιζόμενης πρακτικής του Chhaupadi, παρόλο που αντίκειται στο νόμο.

Για τα κορίτσια σαν την Karma, το Chhaupadi είναι επιζήμια και επικίνδυνο. «Οι θεές είναι γυναίκες, δεν είναι;» λέει. «Αιμορραγούν, αλλά τους επιτρέπεται να παραμείνουν στο ναό. Γιατί όχι κι εμείς;»

Γυναίκες παρατηρούν την ιεροτελεστία του ξεπλύματος των αμαρτιών που διαπράχθηκαν κατά την έμμηνο ρύση στο ετήσιο φεστιβάλ Rishi Panchami στο Κατμαντού του Νεπάλ.

Ο Devi Ram Dhamala, ένας παραδοσιακός θεραπευτής στο Surkhet, στο Νεπάλ, βλέπει μία από τις ασθενείς του. Οι παραδοσιακοί θεραπευτές συχνά χρησιμοποιούν ακραία λεκτική και σωματική κακοποίηση για να θεραπεύσουν νεαρά κορίτσια που είναι άρρωστα στη διάρκεια της περιόδου τους, πιστεύοντας ότι κατέχονται από δαιμονικά πνεύματα.

Η Radha Bishwa Karma, 16 ετών, στο Surkhet

Η Karma εξορίζεται κοντά στο Surkhet στη διάρκεια της περιόδου της: «Οι γονείς μου δεν εργάζονται στην Ινδία. Η γιαγιά μου δεν με αφήνει να μείνω στο σπίτι. Κάνει το σταυρό της εάν πάω σπίτι και συχνά δεν λαμβάνω τα γεύματά μου. Μερικές φορές εύχομαι η μητέρα μου να ήταν εδώ για να με πάρει στο σπίτι ή να μου δώσει φάρμακο, ιδιαιτέρως όταν πονάω».