ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Stuff

Ιστορίες Προσφύγων στο Μοναδικό Αυτο-Οργανωμένο Ξενώνα Ένταξης στην Ελλάδα

Μια χούφτα ανθρώπων φροντίζει, από το 2000, τη στέγαση και ένταξη εκατοντάδων προσφύγων.

Κείμενο Παναγιώτης Μαΐδης
04 Δεκέμβριος 2015, 8:03am

Κείμενο: Τζένη Τσιροπούλου

Είναι Πέμπτη βράδυ και το σαλόνι της μονοκατοικίας στα Πατήσια μοιάζει με μικρή ανθρώπινη κυψέλη. Οι ένοικοι και οι εθελοντές βγάζουν το πρόγραμμα της συνέλευσης: καθαριότητα στο σπίτι, θέρμανση, το πάρτυ οικονομικής ενίσχυσης, όλα θα συζητηθούν ακούραστα σε τρεις γλώσσες. Ο μοναδικός αυτο-οργανωμένος ξενώνας ένταξης προσφύγων, που δημιουργήθηκε με την πρωτοβουλία ενός και μόνο πολίτη, δεν μοιάζει να διαφέρει σε τίποτα από μια πολύγλωσση οικογένεια που μαζεύτηκε να ανταλλάξει τα νέα της ημέρας μπροστά στην αναμένη τηλεόραση.

Ο Δημήτρης, πολιτικός μηχανικός, ευαισθητοποιημένος από τα χρόνια που δούλευε στην Αφρική, αγόρασε το παλιό κτίριο το 2000 και, έκτοτε, με αρωγό την Εθελοντική Εργασία, προσφέρουν περίπου διετή διαμονή σε αιτούντες άσυλο. Aπώτερος σκοπός είναι να συμβάλλουν ενεργά στην ένταξη προσφύγων που θέλουν να μείνουν στην Ελλάδα, δίνοντάς τους χρόνο να μάθουν τη γλώσσα, να βρουν δουλειά, να δημιουργήσουν σχέσεις και να ανεξαρτητοποιηθούν.

«Δεν είναι χειρότερα τώρα από όσο ήταν το 2000 στο θέμα της στέγασης. Τώρα η Ελλάδα είναι πέρασμα. Τότε έρχονταν εδώ να βρουν δουλειά και να μείνουν. Έχουμε παιδιά που δουλεύουν σε ξενοδοχεία, μίνι μάρκετ ή ως μεταφραστές», λέει ο Δημήτρης.

Ο ξενώνας μπορεί να στεγάσει έως και είκοσι άτομα και η επιλογή προκύπτει μέσω συνέντευξης με τους εθελοντές, με μόνη προϋπόθεση να έχει γίνει αίτηση ασύλου. Προορίζεται για ενήλικους άντρες, αν και παλαιότερα προσπάθησαν να στεγάσουν γυναίκες και παιδιά, αλλά οι αυξημένες απαιτήσεις τους απέτρεψαν. «Είχαμε δύσκολες περιπτώσεις με παιδιά με ζάχαρο, ψυχικά νοσήματα αλλά ποτέ σοβαρά προβλήματα», λέει ο Δημήτρης για «τα παιδιά του».

Το μεγάλο του παράπονο παραμένει η αδιαφορία και ο κυνισμός των ΜΚΟ. «Δεν έχουμε βοήθεια από κανέναν. Στην αρχή απευθύνθηκα σε μεγάλες οργανώσεις, οι οποίες έδειξαν έντονο ενδιαφέρον αλλά εξαφανίστηκαν. Ήταν μια πολύ μεγάλη απογοήτευση. Δεν είναι και τόσο δύσκολο να λειτουργήσει ένας τέτοιος ξενώνας. Τα έξοδα είναι το ρεύμα, νερό, πετρέλαιο και μικροεπισκευές. Ως μηχανικός, καλύπτω τη συντήρηση. Τα υπόλοιπα προσπαθούμε με εκδηλώσεις. Κοστίζει λιγότερο από 10.000 ευρώ το χρόνο. Προσφέρουμε τον ξενώνα αλλά οι υπάρχουσες οργανώσεις για να τον λειτουργήσουν, όχι μόνο δε θέλουν να δώσουν χρήματα αλλά θέλουν να βγάλουν κιόλας. Δυστυχώς είναι επιχειρήσεις χωρίς ευαισθησία».

Ενώ η καθιερωμένη συνέλευση τελειώνει, τηλέφωνα χτυπούν και στην άλλη άκρη είναι παλιοί κάτοικοι. «Δεν υπάρχει παιδί που να μην έχουμε καλές σχέσεις. Οι περισσότεροι φτιάχνουν τη ζωή τους και βρίσκουν σπίτια στη γειτονιά. Αυτή είναι η μεγαλύτερη ικανοποίηση», χαμογελάει ο Δημήτρης.

Όλοι πάνε για ύπνο ενώ το επόμενο απόγευμα, οι κάτοικοι θα μου ανοίξουν τις πόρτες των δωματίων τους, θα φτιάξουν αφρικανικό φαγητό και μπαγκλαντεσιανό τσάι, με μουσικές από το Κονγκό και τη Γουινέα και θα μου αφηγηθούν ιστορίες που κανείς άνθρωπος δεν αξίζει να ζήσει.

Σάι, 18 χρονών, Κονγκό-Κινσάσα

Είμαι τέσσερα χρόνια στην Ελλάδα και τέσσερις μήνες στον ξενώνα. Το όνομά μου σημαίνει «ευτυχία». Το αρκουδάκι στη βιβλιοθήκη -αυτό που σου αρέσει- το βρήκα στα σκουπίδια όταν έψαχνα φαγητό και μπουκάλια να τα πουλήσω.

Πήγαινα σχολείο αλλά σταμάτησα. Φταίνε οι συνθήκες. Όταν δεν τρως καλά, δεν συγκεντρώνεσαι. Αν πηγαίνω σχολείο, δεν δουλεύω και δεν έχω χρήματα. Η διευθύντρια του σχολείου, μου πρότεινε τον ξενώνα. Πριν έμενα σε ξενώνα (ασυνόδευτων) ανηλίκων, αλλά τρώγαμε μόνο ρύζι και μακαρόνια. Τώρα, εδώ είμαι σαν το σπίτι μου.

Έχω υποφέρει πολύ στην Ελλάδα. Δεν έχω φίλους και δεν θέλω να έχω. Στην Αφρική όταν λέμε «φίλος» εννοούμε «αδερφός». Είχα μόνο έναν φίλο που έφυγε στη Γαλλία. Μιλάμε συχνά.

Δεν έχω μαμά ούτε μπαμπά. O μπαμπάς μου ήταν συνταγματάρχης και η μαμά μου στρατιωτικός. Μια μέρα χτύπησε η πόρτα του σπιτιού μας. Πέντε στρατιώτες μπήκαν μέσα, σκότωσαν τον πατέρα μου μπροστά μου και βίασαν τη μητέρα μου. Η μητέρα μου πέθανε έναν χρόνο αργότερα.

Στο Κονγκό είχα τα πάντα - μεγάλο σπίτι, σοφέρ. Ο σοφέρ του μπαμπά μου αποφάσισε να πουλήσουμε το σπίτι και να φύγουμε στην Ευρώπη. Ήμουν ευτυχισμένος. Η Ευρώπη είναι το όνειρο μας. Ξεκινήσαμε εγώ, ο σοφέρ και ο αδερφός μου. Πήραμε το αεροπλάνο και πήγαμε στην Κωνσταντινούπολη. Μια μέρα, ο σοφέρ μου είπε ότι φεύγουμε για τη Γαλλία. Πέταξα από τη χαρά μου. Πήραμε μόνο μια σακούλα με ρούχα και λεφτά.

Μας φόρτωσαν σε ένα φορτηγό και φτάσαμε στα σύνορα Τουρκίας-Ελλάδας, σε ένα ποτάμι. Η βάρκα που ήταν ο σοφέρ και ο μικρός μου αδερφός αναποδογύρισε και πνίγηκαν. Έμεινα ολομόναχος και ήθελα να γυρίσω στην πατρίδα. Τελικά, ήρθα στην Αθήνα και έμεινα στην πλατεία Αττικής σε ένα σπίτι με Σενεγαλέζους. Μου ζήτησαν να πληρώνω κάθε μήνα αλλιώς θα με πέταγαν έξω. Δεν είχα λεφτά και τελικά βρέθηκα στον δρόμο. Για να φάω, έκλεβα μπισκότα από το σούπερ μάρκετ. Δεν είχα καμία επίλογη αλλά δεν μου άρεσε να κλέβω και, έτσι, άρχισα να ψάχνω με το καρότσι του σούπερ μάρκετ στα σκουπίδια. Έβγαζα 6-7 ευρώ τη μέρα, πουλώντας αυτά που έβρισκα.

Μετά, το Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες με έστειλε στα Γιάννενα, σε ξενώνα ανηλίκων. Στα Γιάννενα συνάντησα πολύ ρατσισμό. Γύρισα πίσω στην Αθήνα και κοιμόμουν για δύο βδομάδες σε ένα πάρκο. Όποτε έβλεπα κάποιον μαύρο, ζητούσα 1-2 ευρώ. Μόνο στους μαύρους. Στους λευκούς δίσταζα, γιατί θα με θεωρούσαν βρώμικο ή θα φοβόντουσαν.

Στο Κονγκό ήμασταν πλούσιοι και δεν μ' αρέσει να ζητιανεύω. Οι Κονγκολέζοι είμαστε περιποιημένοι και φοράμε ωραία ρούχα. Τώρα έχω κάνει αίτηση ασύλου και περιμένω απάντηση.

Στον ξενώνα είναι η καλύτερη περίοδος της ζωής μου. Βγάζω άκρη πια στην Ελλάδα όταν χρειάζομαι κάτι και τα έχω όλα. Τώρα, ψάχνω για δουλειά και ελπίζω να πάω στο Λονδίνο ή στον Καναδά. Θέλω να πάω σχολείο.

Ρεζάκ, 36 χρονών, Μπαγκλαντές

Όταν η κυβέρνηση στο Μπαγκλαντές άλλαξε το 2002, με χτύπησαν άγρια και δεν μπορούσα να μείνω πια εκεί. Ο μπαμπάς μου μάζεψε χρήματα και κατάφερα να πάω στο Ιράκ για μια καλύτερη ζωή. Μετά από οκτώ μήνες στο Ιράκ, ξεκίνησε ο πόλεμος. Φοβήθηκα πολύ και αποφάσισα να φύγω στο Ιράν.

Στην αρχή ήμουν σε ξενοδοχείο, αλλά τα χρήματα τελείωσαν και ζήτησα βοήθεια από την πρεσβεία του Μπαγκλαντές. Μου είπαν να γυρίσω στο Μπαγκλαντές αλλά κινδύνευα να πεθάνω πίσω. Συμπατριώτες μου με φιλοξένησαν και έπιασα δουλειά στο εργοστάσιο όπου έφτιαχναν σύρμα. Αν έπαιρνα τα φάρμακά μου και καθόμουν σε καρέκλα μπορούσα να δουλέψω, αλλά πληρωνόμουν τα μισά λεφτά γιατί δεν μπορούσα να κουβαλάω. Ήταν δύσκολα. Δεν είχα χαρτιά και φοβόμουν πολύ την αστυνομία. Το 2005 ξεκίνησε και στο Ιράν κλίμα πολέμου. Τα βλέπαμε στην τηλεόραση και φοβήθηκα ότι μπορεί να πεθάνω. Πλήρωσα 1.500 δολάρια και έφυγα για την Τουρκία.

Από εκεί, μας έβαλαν σε ένα φορτηγό και φτάσαμε στα σύνορα Τουρκίας-Ελλάδας. Έμεινα 24 μέρες στα σύνορα, στο βουνό. Μας έδιναν μόνο ένα κομμάτι ψωμί κάθε βράδυ. Η μόνη λέξη που ξέρω στα τουρκικά είναι «εκμέκ», ψωμί. Νερό πίναμε από κάτω όταν έλιωναν τα χιόνια. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ γιατί είχε παντού χιόνια και όλα μου τα ρούχα ήταν βρεγμένα. Για να έρθω στην Ελλάδα, έδωσα 3.500 ευρώ που μου τα έστειλε ο μπαμπάς μου.

Με άφησαν στην πλατεία Αμερικής σε ένα μικρό σπίτι. Μετά από λίγες μέρες, αστυνομικοί μου ζήτησαν τα χαρτιά μου. Δεν είχα χαρτιά, δεν είχα κανέναν και φοβήθηκα πολύ. Έμεινα δέκα μέρες στη φυλακή. Ο μπαμπάς μου έστειλε λεφτά για το δικηγόρο. Σιγά-σιγά έμαθα τους δρόμους, τα τρόλεϊ και πήγαινα στο Αλλοδαπών.

Είμαι στην Ελλάδα δέκα χρόνια τώρα. Έναν μήνα έμενα στο δρόμο. Ευτυχώς, μετά βρήκα οργανώσεις που βοηθάνε και με έστειλαν στον ξενώνα, πριν έναν χρόνο. Υπάρχουν και πολύ καλοί άνθρωποι στην Ελλάδα.

Τώρα είμαι καλά. Μένω στο δωμάτιο μόνος μου, δεν με πειράζει κανείς. Δεν έχω λεφτά. Τρώω σε οργανώσεις. Καμιά φορά μένω πεινασμένος αλλά τι να κάνουμε; Η ζωή είναι δύσκολη.

Το 2012 με χτύπησαν τρία άτομα μέσα στο τρόλει 12, χωρίς λόγο. Μου φώναζαν, «Κατέβα αλλιώς θα σε σκοτώσουμε». Μέσα στο λεωφορείο είχε 25-30 άτομα αλλά κανείς δεν είπε τίποτα. Τώρα δεν μπορώ να δουλέψω, γιατί πονάει ακόμα το πόδι μου και συχνά νιώθω να καίει το κεφάλι μου.

Τη μέρα μου την περνάω κάνοντας βόλτες στην Αθήνα και μιλώντας με ανθρώπους. Καμιά φορά διαβάζω τα νέα από το Μπαγκλαντές, αλλά αν είναι άσχημα σταματάω.

Ελληνικά έμαθα ακούγοντας τους ανθρώπους και από την τηλεόραση. Πήρα το άσυλο φέτος. Περιμένω τον Ιανουάριο το διαβατήριό μου και θέλω να πάω κάπου που να έχει κρύο. Ονειρεύομαι να συναντήσω τους γονείς μου.

Ο μπαμπάς μου έχει ζώα και χωράφια με ρύζι, ανανάδες, μπανάνες και μάνγκο. Πήγαινα σχολείο και, μετά, κάθε μέρα, δούλευα στα χωράφια. Αν δεν μιλήσω με τους γονείς μου κάθε 2-3 μέρες, ανησυχούν πολύ. Τους λέω ψέματα για να μην τους στενοχωρώ. Αν φάω φασόλια, λέω ότι έφαγα φασόλια με ψάρι.

Όπου και να πάω η ζωή είναι δύσκολη, αλλά δεν μετανιώνω που άφησα το Μπανγκλαντές.

Αμπάς, 26 χρονών, Γουινέα

Το χτύπημα στα πόδια μου το έχω από τη χώρα μου. Το αιμάτωμα στο κεφάλι μου το έχω από τη χώρα μου. Μου έσπασαν τα δόντια. Είχαμε στρατιωτικό καθεστώς και στρατιωτικοί με χτύπησαν με τη λαβή των όπλων. Όταν πονάω, έχω ανάγκη να κοιμηθώ και σβήνει εντελώς η μνήμη μου.

Μια μέρα είχαμε μια μεγάλη αντικαθεστωτική διαμαρτυρία σε ένα γήπεδο. Οι στρατιώτες μπλόκαραν τις εξόδους και άρχισαν να πυροβολούν ανθρώπους. Είμαι κοντός και, καθώς δεν μπορούσα να πηδήξω το φράχτη, με χτύπησαν. Εκείνη τη μέρα σκότωσαν τον πατέρα μου και τον αδερφό μου. Μετά από αυτό, αποφάσισα να φύγω.

Κρύφτηκα σε ένα φορτηγό και πέρασα στη Σενεγάλη. Έζησα τρεις μήνες κάτω από μια γέφυρα. Εγώ φοβόμουν, αλλά οι άνθρωποι με περνούσαν για τρελό. Πήγαινα σε ένα σταθμό λεωφορείων όπου πουλούσαν φαγητό και έτρωγα τα αποφάγια των άλλων. Κάποια πρωινά κολυμπούσα στη θάλασσα, γιατί έτσι ο πόνος στο πόδι μου περνούσε.

Μια μέρα, κάποιος με πλησίασε και άκουσε την ιστορία μου. Με πήρε σπίτι του και αποφάσισε να με βοηθήσει. Ο αδερφός του δούλευε στα καράβια που πήγαιναν Μαρόκο και Τουρκία. Ένα πρωί θα έφευγε το καράβι και μου έδωσαν να φορέσω μια στολή ναύτη. Μπήκα στο καράβι και για δώδεκα μέρες κρυβόμουν στην τουαλέτα και ο άντρας μού έφερνε μπισκότα και αναψυκτικά. Όταν πιάσαμε λιμάνι, κατέβηκα.

Έβλεπα πολλούς λευκούς και είχε κρύο. Καταλάβαινα ότι δεν είμαι πια στην Αφρική αλλά δεν ήξερα πού είμαι. Πέταξα τη στολή στα σκουπίδια και περπατούσα για ώρες μέχρι να δω τον πρώτο μαύρο. Μου εξήγησε ότι είμαι στην Τουρκία και ότι συνορεύει με την Ευρώπη. Με οδήγησε σε ένα μέρος με άλλους Αφρικανούς. Πιο πολύ από όλα φοβόμουν μη βρω συμπατριώτες μου και μου κάνουν κακό ή με αναγκάσουν να γυρίσω στη Γουινέα. Στην Τουρκία, σε μια μεγάλη αγορά, συνάντησα τυχαία ένα φίλο του πατέρα μου. Μόλις με είδε έβαλε τα κλάματα.

Την επόμενη μέρα ξαναβρεθήκαμε και μου έδωσε 600 ευρώ. Πήγα στο νοσοκομείο και έφτιαξα τα δόντια μου που μου τα είχαν σπάσει οι στρατιωτικοί στη Γουινέα.

Μου έλεγαν όλοι να φύγω στην Ευρώπη γιατί εκεί σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Περπατούσαμε όλη μέρα για να φτάσουμε στα σύνορα. Περιμέναμε να νυχτώσει. Βρήκαμε μια βάρκα και μπήκαμε μέσα έξι άτομα. Σκυλιά γάβγιζαν. Έπρεπε να μείνουμε ακίνητοι. Στη μέση του ποταμού η μηχανή χάλασε. Ήταν βαθιά και αν αναποδογύριζε, είχαμε τελειώσει. «Εδώ είναι Ευρώπη» φώναζαν κάποιοι. Τελικά τα είχαμε καταφέρει. Δεν το πιστεύαμε ότι ήμασταν στην Ευρώπη.

Η αστυνομία μάς πήγε στο κέντρο κράτησης, μας έδωσαν στεγνά ρούχα και μας ρώτησαν αν χρειαζόμασταν γιατρό. Αργότερα μας αγόρασαν εισιτήρια και φτάσαμε στην Αθήνα. Στον σταθμό, τόσοι πολλοί άνθρωποι πηγαινοέρχονταν. Τους κοίταζα, δεν ήξερα κανέναν εδώ.

Κοιμήθηκα στο παγκάκι. Την επόμενη μέρα είδα κάποιον που τον θυμόμουν από την Τουρκία. Με πήγε σε ένα σπίτι αλλά μου ζήτησαν λεφτά και, επειδή δεν είχα, με πήραν μαζί τους για δουλειά. Παίρνεις το τρένο, πας στην Κηφισιά και περιμένεις μήπως σε πάρει κάποιος για μεροκάματο. Φτιάχνουμε τους κήπους στα ακριβά σπίτια και μας δίνουν 20, 30 ή και 50 ευρώ την ημέρα.

Πριν τρεις μήνες, όταν έμεινα ξανά άστεγος, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα μού βρήκαν τον ξενώνα. Μαθαίνω ελληνικά, αλλά είναι πολύ δύσκολη γλώσσα.

Πολλοί μου λένε «Έλα, πάμε στη Γερμανία», αλλά εγώ θέλω να μείνω στην Ελλάδα. Μετά από τρία χρόνια, την ξέρω και μ' αρέσει.

Το όνειρό μου είναι ένα ποδήλατο.

Περισσότερα από το VICE

Μία Ελληνίδα Ανάμεσα στους Συλληφθέντες στα Επεισόδια στο Παρίσι Μιλάει για Όσα Έζησε

Τέσσερις Δεκαετίες Γεμάτες Ιδρώτα από τα Clubs της Βρετανίας

Η Βιομηχανία του Πορνό Κλείνει τις Πόρτες της στον James Deen

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.