ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Συνέντευξη

Συνέντευξη με τον (Πικραμένο) Προπονητή που Ανακάλυψε τον Αντετοκούνμπο

Ο Σπύρος Βελλινιάτης θα ήθελε να μιλάει πιο συχνά με τον Γιάννη.

Κείμενο Θοδωρής Χονδρόγιαννος
22 Δεκέμβριος 2016, 6:00am

Τo ραντεβού μου με τον Σπύρο Βελλινιάτη έγινε στις εννιά το βράδυ στην πλατεία Αργεντινής Δημοκρατίας, επί της λεωφόρου Αλεξάνδρας. Ήταν η πρώτη φορά που θα τον έβλεπα από κοντά. Ο Σπύρος είναι ένας απλός τύπος. Ζει σε ένα διαμέρισμα κοντά στο Γκύζη. Με το ζόρι πληρώνει τους λογαριασμούς του. Φαίνεται σαν ένας από εμάς. Κρύβει όμως μία ιστορία ξεχωριστή, χολιγουντιανή, «based on a true story».
Ο Σπύρος είναι ο άνθρωπος που άλλαξε τη ζωή του Γιάννη Αντετοκούνμπο.

«Εγώ ήθελα να παίξω στο ΝΒΑ, ο Γιάννης τα κατάφερε»

«Ο Γιάννης πραγματοποίησε το όνειρο μου να παίξω στο ΝΒΑ», μου λέει ο Σπύρος καθώς μού διηγείται τα πρώτα βήματα της ζωής του. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ελλάδα της δεκαετίας του '70. Η μητέρα του ήταν μία αυστηρή και δυναμική Γερμανίδα, με αριστερές πεποιθήσεις και αριστοκρατική καταγωγή. «Η προγιαγιά του παππού μου ήταν η Δούκισσα του Ρεμς που διέφυγε στη Φρανκφούρτη για να μην της κόψουν το κεφάλι στη Γαλλική Επανάσταση». Αντίθετα, ο πατέρας του προερχόταν από διαφορετικό σύμπαν, αφού «ήταν ένας συντηρητικός αρβανίτης από το Κιάτο της Κορινθίας». Όντας Έλληνας για τους Γερμανούς και Γερμανός για τους Έλληνες, ο Σπύρος έπρεπε να μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον γεμάτο αντιθέσεις. Το αποτέλεσμα ήταν το πρώτο του όνειρο να είναι αντιφατικό. «Ήθελα να παίξω στην εθνική ομάδα μπάσκετ της Ελλάδας και την εθνική ομάδα ποδοσφαίρου της Γερμανίας. Με χαρακτήριζε από μικρό μία διπολικότητα». «Εγώ ήθελα να παίξω στο ΝΒΑ, ο Γίαννης τα κατάφερε»

O Σπύρος Βελλινιάτης με έναν από τους παίκτες του σε προπόνηση. Φωτογραφία: Πάνος Κέφαλος

H μπίλια «έκατσε» οριστικά στο μπάσκετ όταν ο Σπύρος ήταν 13 ετών. Τότε επισκέφθηκαν το 47ο γυμνάσιο Αθηνών δύο μπασκετάνθρωποι, ο Μίκης Σταυρόπουλος και ο Θοδωρής Κυπριώτης. «Ήρθαν στο σχολείο μου για να βρουν ταλέντα στο μπάσκετ. Μου έκανε τρομερή εντύπωση. Άνθρωποι που δεν είχαν καμία σχέση μαζί μου μού άνοιξαν νέους ορίζοντες και τους χρωστούσα πολλά γι' αυτό». Σύντομα ο Σπύρος αποφάσισε ότι η πρόκληση βρισκόταν στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. «Στα 16 μου ταξίδεψα στην Αμερική ως μαθητής ανταλλαγών. Έψηνα τους δικούς μου δύο χρόνια. Ήθελα σαν τρελός να παίξω στο Κολέγιο και μετά στο ΝΒΑ. Γράφτηκα στην ομάδα του Cape Coral High Schoοl της Φλόριντα. Η πρώτη μου αποστολή δεν ήταν τόσο απλή. Λόγω του ύψους μου οι Αμερικάνοι μου είπαν ότι από πεντάρι έπρεπε να γίνω άσος. Δεν ήταν και το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο». Παρά τον ιδρώτα και την ένταξή του στη βασική ομάδα του λυκείου, ο Σπύρος δεν τα κατάφερε. Ένας τραυματισμός με μηχανάκι στη Ρόδο και η σκληρή πραγματικότητα του αμερικανικού μπάσκετ -«όπου δεν υπάρχουν δικαιολογίες»- τον έκανε να έρθει κατάματα με την αποτυχία. «Αν και το πάθος και ο φανατισμός με είχαν τυφλώσει, η αλήθεια ήταν ότι δεν είχα την μπασκετική παιδεία και τα προσόντα για να παίξω στο ΝΒΑ».

Ο γερμανικός στρατός και τα πρώτα βήματα στο μπάσκετ 

Ο επόμενος σταθμός του Σπύρου ήταν η Γερμανία, αφού έχοντας διπλή υπηκοότητα, επέλεξε να εκτίσει τη στρατιωτική του θητεία εκεί και όχι στην Ελλάδα, «με σκοπό να γνωρίσω μία διαφορετική πραγματικότητα από την ελληνική», όπως λέει. Κατέληξε στο Βούπερταλ, μία πόλη κοντά στο Ντίσελντορφ, όπου εντάχθηκε στην τοπική ομάδα μπάσκετ. Αν και μπασκετικά τα πήγε περίφημα —τερμάτισε τέταρτος με την ομάδα του σε πρωτάθλημα της Βόρειας Γερμανίας— η καθημερινότητα στο στράτευμα ήταν περίπλοκη. «Δεν είχα πάει ποτέ σε γερμανικό σχολείο και τα γερμανικά μου ήταν τραγικά. Όλοι με έβλεπαν ως τον Έλληνα που εκθέτει το γερμανικό στρατό με τα γερμανικά του. Μην γνωρίζοντας τη γερμανική φόρμα ευγενείας, μιλούσα στους ανωτέρους μου στον ενικό. Είναι η μεγαλύτερη προσβολή προς το πρόσωπο ενός αξιωματικού, αφού θεωρείται έλλειψη σεβασμού. Εγώ πάντα τους απαντούσα: "Ενικό χρησιμοποιώ και στη μάνα μου, μην το παίρνετε προσωπικά"».

Αφού απολύθηκε, ο Σπύρος πήγε να βρει μία Πορτορικανή με την οποία διατηρούσε σχέση όσο φοιτούσε στην Αμερική. «Εκείνη μού είχε πει πως θα με περιμένει, όμως τα πράγματα έγιναν αλλιώς. Η φάση δεν προχώρησε και με πήρε από κάτω. Κλείστηκα στον εαυτό μου. Ένιωθα ότι δεν μπορούσα να διαχειριστώ τους δύο διαφορετικούς κόσμους της οικογένειάς μου. Αισθανόμουν ότι δεν χωράω πουθενά».

Φωτογραφία: Πάνος Κέφαλος

Διαβάζοντας για το μπάσκετ

Το πανεπιστήμιο και το μπάσκετ έδωσαν στο Σπύρο τον χώρο που ήθελε για να βγει από την κατάθλιψη. Για οκτώ χρόνια γύριζε ως επισκέπτης τις αίθουσες των ελληνικών πανεπιστημίων στην Αθήνα. Κοινωνιολογία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Θεολογία, Ιστορία του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ΤΕΦΑΑ. «Πέρασα ατελείωτες ώρες στις βιβλιοθήκες, προσπαθώντας να λύσω δικές μου απορίες γύρω από τη ζωή. Έτσι ήρθα σε επαφή με κουλτούρες άλλων εθνικοτήτων, κάτι που επρόκειτο να με βοηθήσει αργότερα στην μπασκετική μου πορεία».

«Όταν είδα τον Γιάννη, κοίταξα προς τον ουρανό και είπα: "Θεέ μου, πώς γίνεται να μην έχει δει κανένας τις φυσικές ικανότητες και το ταλέντο αυτού του παιδιού;"»

Πράγματι, την ίδια περίοδο ο Σπύρος μπαίνει στο παρκέ. «Ο Μανώλης Περρής, που ήταν τότε προπονητής στον Εθνικό Κάτω Πατησίων, μού ζήτησε να γίνω βοηθός του στην ομάδα. Τον γνώριζα από τη γειτονιά και δεν ήξερα αν μου έκανε την πρόταση επειδή πίστευε στις μπασκετικές μου ικανότητες ή απλώς γούσταρε την παρέα μου. Σε κάθε περίπτωση, ήταν μία καλή ευκαιρία για να ξελασπώσω ψυχολογικά». Ο Σπύρος ξεκίνησε τότε να «χτενίζει» τα Κάτω Πατήσια, τον Άγιο Νικόλαο, τη Φυτευτή και τις γύρω συνοικίες. «Εκεί είχαν συγκεντρωθεί πολλοί μετανάστες. Η πολιτεία δεν έδινε στα παιδιά την ευκαιρία να βάλουν σε μία τάξη στη ζωή τους. Βλέπαμε πολλά παιδιά να καταλήγουν στην παρανομία και τα ναρκωτικά επειδή δεν μπορούσαν να σταθούν στα πόδια τους. Αφού το κράτος δεν έκανε κάτι, αποφασίσαμε να κάνουμε εμείς. Έψαχνα παιδιά στις γειτονιές και τα πήγαινα στην ομάδα για να παίξουν. Δεν θέλαμε ταλέντα. Θέλαμε να τους δώσουμε μία ευκαιρία να βρουν τον εαυτό τους και τη θέση τους στην κοινωνία. Αν δεν αποκτούσαν μία σχέση εμπιστοσύνης με τον συνάνθρωπό τους, θα κατέληγαν σε γκέτο».

Ανάμεσα στα πρώτα παιδιά που βρήκε ο Σπύρος ήταν ο Μιχάλης Αφολάνιο -ο πρώτος Ελληνοαφρικανός που μίλησε στην ελληνική Βουλή- ο MC Yinka, o Zero των Vegas, ο Νίκος Οντουμπιτάν -μέλος της Generation 2.0 for Rights, Equality & Diversity- και ο Παύλος Τζόουνς, αξιωματικός του ελληνικού στρατού. Η επαφή με τα παιδιά έκανε σύντομα τον Σπύρο να καταλάβει ότι «υπάρχει πολύ ταλέντο εκεί έξω που πάει χαμένο, αφού οι μεγάλες ελληνικές ομάδες δεν διέθεταν ένα σύστημα ανεύρεσης και στήριξης ταλέντων από φτωχές οικογένειες». Ο γερμανικός ορθολογισμός και το αρβανίτικο πάθος τού έλεγαν ότι «γρήγορα θα σκάσει ο επόμενος και δεν έπρεπε να χαθεί. Δεν έπρεπε».

Φωτογραφία: Πάνος Κέφαλος

Μπροστά στον Γιάννη Αντετοκούνμπο

Και έσκασε. Το 2008. «Την περίοδο που ήμουν προπονητής στον Φιλαθλητικό, αποφασίσαμε πως έπρεπε επειγόντως να βρούμε ταλέντα. Το πήρα πάνω μου και άρχισα το ψάξιμο στις γειτονιές. Τότε θυμήθηκα ότι δύο χρόνια νωρίτερα είχα δει στα Σεπόλια ένα παιδί που μου είχε κάνει καλή εντύπωση και είχα ρωτήσει γι' αυτόν στη γειτονιά. Αργότερα θα μάθαινα ότι τον έλεγαν Θανάση. Είπα να ξαναπεράσω από εκεί μήπως τον ξαναπετύχω».

Ο Σπύρος ξαναπήγε στα Σεπόλια, αλλά δεν βρήκε τον Θανάση Αντετοκούνμπο. «Πέτυχα τρία άλλα παιδία να παίζουν κυνηγητό στο γήπεδο του Τρίτωνα. Έπαθα σοκ από αυτό που είδα. Ήταν ο Γιάννης με δύο αδέρφια του, τον Κώστα και τον Αλέξη. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι είχα μπροστά μου ένα από τα μεγαλύτερα μπασκετικά ταλέντα του πλανήτη».

Πώς καταλαβαίνεις ότι έχεις μπροστά σου έναν άνθρωπο ικανό να γίνει το επόμενο αστέρι του NBA; «Όταν ήμουν μικρός κατάπινα μανιωδώς τις βιογραφίες μεγάλων προσωπικοτήτων του μπάσκετ. Η μητέρα μου, ως υπεύθυνη προσωπικού, μού είχε μάθει να αξιολογώ τους ανθρώπους με την πρώτη ματιά. Είχα γίνει πολύ παρατηρητικός. Ήξερα ότι στην περίπτωση του Γιάννη και του Θανάση δεν μπορούσα να έχω κάνει λάθος. Μία φορά είχα διαβάσει μία έρευνα που έλεγε ότι οι μεγάλοι σέρβοι μπασκετμπολίστες —τύπου Ντελίμπασιτς— ήταν σαν τους στυγνούς εγκληματίες. Η διαφορά τους ήταν ότι ο ένας εκτελούσε από τα 6,75 με μία μπάλα του μπάσκετ, ο άλλος εκτελούσε συμβόλαια θανάτου με περίστροφο. Στο Γιάννη είδα ακριβώς αυτό. Έναν άνθρωπο έτοιμο να εκτελέσει».

Ο Γιάννης Αντετοκούνμπο στο γήπεδο Καραΐσκάκης.

Ο Σπύρος λέει πως αρκούσε να δει μία φορά κάποιος τον Γιάννη για να καταλάβει το φυσικό ταλέντο του. «Όταν τον είδα, κοίταξα προς τον ουρανό και είπα: "Θεέ μου, πώς γίνεται να μην έχει δει κανένας τις φυσικές ικανότητες και το ταλέντο αυτού του παιδιού;". Η επαφή μου με την αφρικανική κοινότητα τα προηγούμενα χρόνια και η εμπειρία μου στην Αμερική με έκανε να ελπίζω ότι θα τα καταφέρω. Η αποστολή μου δεν ήταν εύκολη, αφού ο Γιάννης "κλότσαγε", προτιμούσε το ποδόσφαιρο από το μπάσκετ. Τον έπιασα και τον ρώτησα: "Αν βρούμε δουλειά στους γονείς σου, θα παίξεις μπάσκετ για μένα;». "Ναι", απάντησε εκείνος. "Φέρε μου τη μάνα σου να μιλήσουμε", του είπα εγώ, ξέροντας ότι αυτό το "ναι" του Γιάννη ήταν το πιο καθοριστικό για τη ζωή και για την καριέρα του».

«Ο Γιάννης δεν ήθελε να παίξει μπάσκετ. Ήθελε να γίνει ποδοσφαιριστής»

«Εκείνες τις στιγμές σκεφτόμουν: "Ήθελα να γίνω επιχειρηματίας και απέτυχα. Ήθελα να παίξω στο ΝΒΑ και δεν τα κατάφερα. Τώρα πρέπει να χρησιμοποιήσω την πείρα μου και να πετύχω γι' αυτό το ακατέργαστο διαμάντι". Το σύμπαν συνωμότησε για να πέσω πάνω σε αυτό το εξωπραγματικό ταλέντο και εγώ έπρεπε να το αναδείξω», λέει ο Σπύρος. Όλα κρέμονταν από μία κλωστή. Από τη μία πλευρά, η διοίκηση του Φιλαθλητικού ζήτησε ο Γιάννης Αντετοκούνμπο να δοκιμαστεί προτού μπει στην ομάδα, αφού τόσο ο ίδιος όσο και ο Θανάσης ήταν αρκετά μεγάλοι ηλικιακά για να τους δοθεί τόσο εύκολα μία ευκαιρία. Από την άλλη, οι Αντετοκούνμπο δεν έβλεπαν το μπάσκετ με καλό μάτι. «Τα παιδιά δεν ήθελαν να παίξουν μπάσκετ. Ο Θανάσης ήθελε να ασχοληθεί με τον στίβο και ο Γιάννης ήθελε να γίνει ποδοσφαιριστής. Η ομάδα του Τρίτωνα -και συγκεκριμένα ο προπονητής της Βασίλης Ξενάριος- προσπαθούσε δύο χρόνια να τους πείσει να παίξουν και αυτοί δεν πήγαιναν», λέει ο Σπύρος. «Είπα στους γονείς του Γιάννη και του Θανάση ότι αν τα παιδιά έρθουν στην ομάδα, θα μπορέσουμε να τους βρούμε μία δουλειά. Οι προσπάθειες ευοδώθηκαν και χάρη στον Φιλαθλητικό και τον Λουκά Καραγκούση, καταφέραμε να δίνουμε στην οικογένεια 500 ευρώ το μήνα. Έτσι δέχθηκαν να αφήσουν τα παιδιά να παίξουν στην ομάδα. Ήταν κάτι πρωτοφανές. Ποτέ στο παρελθόν δεν είχαμε χρηματοδοτήσει ένα παιδί 13 ετών για να μάθει να παίζει μπάσκετ».

Ο Γιάννης με μέλη της οικογένειάς του. Φωτογραφία από τον επίσημο λογαριασμό του Γιάννη Αντετοκούνμπο στο Facebook.

Από τον Φιλαθλητικό στο ΝΒΑ

Ο Γιάννης και τα αδέρφια του δοκιμάστηκαν επιτυχώς και ακολούθησαν διπλές προπονήσεις, παμπαιδικό, εφηβικό, ανδρικό. Όμως πέρα από τις παραπάνω δυσκολίες, υπήρχε άλλος ένας ανασταλτικός παράγοντας που έβαζε δυσκολίες στο εγχείρημα που λεγόταν Γιάννης Αντετοκούνμπο - ο ίδιος του ο εαυτός. «Την πρώτη χρονιά ο Γιάννης δεν έκανε φοβερά πράγματα. Ήθελε να γίνει ποδοσφαιριστής. Πιο πολύ ερχόταν στην προπόνηση γιατί η οικογένειά του είχε ανάγκη τα χρήματα. Δεν ήθελε να παίξει μπάσκετ. Εγώ προσπαθούσα με νύχια και με δόντια να τον κρατήσω στην ομάδα: "Κάνε την προσπάθεια και αν δεν δούμε αποτέλεσμα θα σε πάω σε ομάδα ποδοσφαίρου", του έλεγα. Τη δεύτερη χρονιά σταμάτησε, τα παράτησε πάνω από δέκα φορές και εγώ έτρεχα στα Σεπόλια για να τον μαζέψω. Την τρίτη χρονιά άρχισε ο ίδιος και οι γονείς του -και πολλοί από την ομάδα που μας κορόιδευαν- να καταλαβαίνουν ότι δεν είμαι ο τρελός του χωριού. Την τελευταία χρονιά ο Γιάννης έβαλε 50 πόντους στο πρώτο παιχνίδι του εφηβικού. Τα υπόλοιπα, είναι γνωστά».

«Ο coach του Γιάννη είναι η ίδια του η ζωή. Δεν ήταν ποτέ παιδί. Έπρεπε να επιβιώσει από την πρώτη μέρα που γεννήθηκε»

Το success story του Γιάννη Αντετοκούνμπο δεν έχει να κάνει μόνο με το ταλέντο και τις φυσικές του ικανότητες, αλλά και με το χαρακτήρα του. «Ο Γιάννης δεν ήταν ποτέ παιδί. Έπρεπε να επιβιώσει από την πρώτη μέρα που γεννήθηκε. Όταν τον γνώρισα ήταν ένα παιδί απελπισμένο που όμως δεν είχε χάσει τα λογικά του. Τα μάτια του έβγαζαν φωτιά, ήταν αδίστακτος. Αυτό τον έκανε πολύ σκληρό ως άνθρωπο, κάτι που φαίνεται στο παιχνίδι του. Όταν καλείται να μαρκάρει κάποιον, βγάζει από μέσα του το "αίσθημα της πείνας". Αισθάνεται ότι αν δεν κονιορτοποιήσει -αθλητικά μιλώντας- τον αντίπαλό του μέσα στο παρκέ, δεν θα φάει τον άρτο τον επιούσιο. Ο Γιάννης πέρασε πολλές δυσκολίες που τον ατσάλωσαν. Δεν πτοήθηκε ούτε από την πείνα, ούτε από τη σκληρή καθημερινότητα μίας οικογένειας από τη Νιγηρία που ζει στα Σεπόλια. Αυτή είναι η μεγαλύτερη προίκα για την καριέρα του. Ο coach του Γιάννη είναι η ίδια του η ζωή».

Η οικογένεια Αντετοκούνμπο. Φωτογραφία από τον επίσημο λογαριασμό του Γιάννη Αντετοκούνμπο στο Facebook.

Ο Γιάννης Αντετοκούνμπο διανύει πλέον την τέταρτη και πιο παραγωγική του σεζόν στους Bucks. Ο Σπύρος τον παρακολουθεί κυρίως μέσα από τα μέσα ενημέρωσης, αφού οι επαφές τους έχουν ατονίσει: «Όσο ήταν στον Φιλαθλητικό, ήμασταν αρκετά κοντά. Από τότε που πήγε στο NBA οι σχέσεις μας είναι ελάχιστες. Σίγουρα θα ήθελα να μιλάμε περισσότερο και έχω προσπαθήσει να κάνω ό,τι περνάει το χέρι μου για να το πετύχω».

Όσο ο Γιάννης καθιερώνεται με τα double-double και τα triple double στα γήπεδα της Αμερικής, ο Σπύρος ψάχνει τον επόμενο Αντετοκούνμπο. Πλέον είναι τεχνικός υπεύθυνος και προπονητής στο παιδικό τμήμα του Α.Ο. Ανταίος και των ακαδημιών του Αμαρουσίου. «Έχουμε συγκεντρώσει και πάλι 70 παιδιά με καταγωγή κυρίως από αφρικανικές χώρες. Κορίτσια και αγόρια. Είναι ό,τι καλύτερο μπορείς να φανταστείς». Αυτομάτως έρχεται η ερώτηση: κυκλοφορούν εκεί έξω πολλοί Αντετοκούνμπο ή και παιδιά που θα μπορούσαν να τον ξεπεράσουν; «Το ταλέντο είναι πολλά πράγματα. Δεν νομίζω ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι στον πλανήτη με καλύτερο σωματότυπο. Όμως στον τομέα του χαρακτήρα, ναι, υπάρχουν υποψήφιοι για το κάτι παραπάνω. Και ίσως αναδειχθούν σύντομα».

H νέα «φουρνιά» παικτών του Σπύρου Βελλινιάτη. Φωτογραφία: Πάνος Κέφαλος

Το πρόβλημα είναι ότι όπως στην περίπτωση του Γιάννη και του Θανάση, «είμαστε πάλι οι γραφικοί του χωριού που κυνηγάμε το αδύνατο», λέει ο Σπύρος, για να προσθέσει: «Δεν έχουμε ούτε τη στήριξη της πολιτείας, ούτε υποδομές, ούτε τίποτα. Είναι πολύ δύσκολο να συνεχίσουμε χωρίς χορηγίες, αφού μάλιστα τα μεγάλα ελληνικά σωματεία προσπαθούν να μας πάρουν παιδιά που η πολιτεία δεν βοηθάει να μεγαλουργήσουν. Κάποιοι πιστεύουν ότι ο Γιάννης ήταν μία σύμπτωση, μία συγκυρία. Και όμως, δεν ήταν. Και θα το αποδείξουμε με την αποφασιστικότητα και την τρέλα των παιδιών μας. Καθώς δεν έχουμε καμία βοήθεια, ας είμαστε εξηγημένοι: Ο Γιάννης δεν είναι προϊόν του ελληνικού μπάσκετ, είναι παραπροϊόν του ελληνικού μπάσκετ. Είναι σαν τη Μαρία Κάλλας, που δεν έγινε ντίβα χάρη σε κάποια καλά οργανωμένη προσπάθεια, αλλά χάρη στην καθηγήτριά της Ελβίρα ντε Ιντάλγκο». Στην ερώτηση αν ο Γιάννης Αντετοκούνμπο θα μπορούσε να βοηθήσει σε αυτή την προσπάθεια, ο Σπύρος απαντά: «Συ είπας».

«Όταν πρωτογνωριστήκαμε, έκανα με τους γονείς του μία προφορική συμφωνία για να μου αποδοθεί το 7% από το πρώτο συμβόλαιο που θα έκανε ο Γιάννης στο ΝΒΑ»

Τι κέρδισε ο Σπύρος από το παραμύθι του Γιάννη; Μέχρι τώρα, μία ηθική ικανοποίηση. «Θα περίμενα από την πολιτεία να συζητήσει με όσους βοήθησαν τον Γιάννη, ώστε να διαμορφωθεί ένα σύστημα για να βρίσκουμε και άλλα τέτοια ταλέντα στο μέλλον. Στην περίπτωση του Γιάννη νικήσαμε τα πάντα, την πείνα, τον νόμο, τις προκαταλήψεις, τη φτώχεια. Γι' αυτούς δεν ήταν αρκετό». Όσον αφορά την οικογένεια Αντετοκούνμπο, «δεν έκανα ποτέ κανένα συμβόλαιο μαζί τους», λέει ο Σπύρος. «Δεν ήθελα να περιπλέξω τα πράγματα, τότε ήθελα απλώς να παίξει μπάσκετ ο Γιάννης. Όταν πρωτογνωριστήκαμε, έκανα με τους γονείς του μία προφορική συμφωνία για να μου αποδοθεί το 7% από το πρώτο συμβόλαιο που θα έκανε ο Γιάννης στο ΝΒΑ. Και τους ζήτησα να μου κάνουν το τραπέζι με το παραδοσιακό φαγητό των Νιγηριανών, την Pepper Soup. Ακόμη περιμένω και τα δύο».

Το VICE προσπάθησε να έρθει σε επαφή με την οικογένεια Αντετοκούνμπο, αλλά η επικοινωνία δεν κατέστη δυνατή.

Tagged:
nba
Αθλητισμός
scouting
Διασκέδαση
Μπάσκετ
Γιάννης Αντετοκούνμπο
Θανάσης Αντετοκούνμπο
Φιλαθλητικός
Σπύρος Βελλινάτης
Ανταίος
προπονητική