ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Διασκέδαση

Έγκλημα και Καλοκαίρι: «Ξεκαθάρισμα Λογαριασμών»

Το δεύτερο μέρος του διηγήματος «Για την Τιμή του Διαβόλου», που έγραψε ο Κώστας Φασουλόπουλος για το αφιέρωμα βιβλίου του VICE Greece.

Κείμενο VICE Staff
27 Αύγουστος 2019, 11:55pm

Φωτογραφία: Flicrk/Peter Linke

Κάθε μέρα το VICE Greece παρουσιάζει σε πρώτη δημοσίευση, διηγήματα με θέμα «Καλοκαίρι και Έγκλημα». Το διήγημα που έγραψε ο Κώστας Φασουλόπουλος για το αφιέρωμα βιβλίο, έχει τίτλο «Για την Τιμή του Διαβόλου» και δημοσιεύεται σε δύο μέρη. Διαβάστε το πρώτο μέρος, εδώ.

Eπιμέλεια αφιερώματος: Μελπομένη Μαραγκίδου


Πήγε για δίωρη προπόνηση στο γυμναστήριο και στη συνέχεια για μια σύντομη βουτιά στην παραλία του Ενυδρείου. Αφού ξεπλύθηκε και έφαγε, καβάλησε το Land Cruiser. Η ζέστη ήταν έντονη, με τον ήλιο να δεσπόζει πάνω από το Νησί των Ιπποτών. Ο Νίκι ανέβασε τα παράθυρα και άναψε τον κλιματισμό. Οδηγούσε αργά μέσα στην πόλη, με κατεύθυνση την Εθνική Οδό Ρόδου–Λίνδου. Κοίταξε τριγύρω τα λεωφορεία που άφηναν τουρίστες από τη Βόρεια Ευρώπη στα μεγάλα –all inclusive– συγκροτήματα και μετάφραζε όλα αυτά τα κεφάλια σε υποψήφιους πελάτες. Μετά από είκοσι λεπτά σημειωτόν, βγήκε στην κεντρική οδό και άνοιξε ταχύτητα – όσο του επέτρεπε το ψηλό όχημα.

Το Land Cruiser είχε δύναμη και με το παραπάνω, όμως «έπλεε» σε υψηλές ταχύτητες και δεν ενέπνεε εμπιστοσύνη στον οδηγό του. Ο Νίκι το κατάλαβε προσπερνώντας σουβλάκι τρία αυτοκίνητα μαζί και αποφάσισε να κόψει για να μη βρεθεί σε χαντάκι. Μετά από κάνα δεκάλεπτο οδήγηση, έστριψε δεξιά για Τσαΐρι. Το Land Cruiser πέρασε έξω από τη χωματερή και συνέχισε να κινείται για πέντε λεπτά, μέχρι που έφτασε σε ένα εντελώς απομονωμένο ξέφωτο. Ο μπράβος έσβησε το μοτέρ και τράβηξε τα κλειδιά από τη μίζα. Πήρε το σακίδιο που είχε στη θέση του συνοδηγού και κλείδωσε το Toyota. Είχε παρκάρει κοντά σε ένα γκρι ματ Ford F150, με μαύρες ζάντες, αρκετά ηλικιωμένο αλλά σε άριστη κατάσταση. Ήταν το αυτοκίνητο της παρέας των τατουατζήδων από το Φαληράκι. Παρότι ήταν αρκετά μακριά από τον σκουπιδότοπο, η μυρωδιά σήψης και αποσύνθεσης ήταν έντονη.

Ο Harry, o Bullitt και ο Jappe περίμεναν λίγο παρακάτω. Οι δύο πρώτοι ήταν όρθιοι και σημάδευαν με δύο μεγάλα περίστροφα μπουκάλια στα τριάντα μέτρα. Ο Jappe καθόταν οκλαδόν –σαν πνευματιστής που διαλογίζεται– φορώντας καουμπόικες μπότες, δερμάτινο αμάνικο γιλέκο, τα ίδιο μαύρο καπέλο και τα γυαλιά με τους κίτρινους φακούς. Στα πόδια του είχε ακουμπισμένη μια δίκανη, σκαλιστή καραμπίνα Dickinson.

Ο εκκωφαντικός κρότος από το Colt Python του Harry συνοδεύτηκε από τον ήχο σπασμένου γυαλιού, καθώς η βολή είχε βρει τον στόχο της, κομματιάζοντας ένα μπουκάλι. Και οι τρεις άντρες φορούσαν αλεξίσφαιρα γιλέκα.

«Νίκι!», είπε ο Jappe που στηρίχτηκε στην καραμπίνα για να σταθεί στα πόδια του. «Θα ρίξεις μαζί μας σήμερα;». Ο μπράβος ξεφόρτωσε το σακίδιο πλάτης και το έσπρωξε προς το μέρος του Νορβηγού.

«Μας έχεις δώρο;», είπε ο Jappe και άνοιξε την τσάντα. Περιεργάστηκε για λίγο τα δύο πακέτα χαπιών και τράβηξε το φερμουάρ.

«Σήμερα είμαστε… χάπι (happy), Νίκι. Κι αυτό είναι για σένα», είπε κι έβγαλε έναν φάκελο. Ο Νίκι τον πήρε στα χέρια του και τον ζύγισε.

«Δεν τα μετράω…».

«Νίκι. Είμαστε φίλοι. Είμαστε χάπι όταν είσαι κι εσύ χάπι. Και περιμένουμε τα επόμενα πακέτα».

«Όλα στην ώρα τους», είπε ο μπράβος και δίπλωσε τον φάκελο στην τσέπη της φαρδιάς βερμούδας του. Ο Jappe προώθησε με τα δύο του χέρια την καραμπίνα προς το μέρος του.

«Θα ρίξεις μαζί μας, έτσι;». Ο μπράβος ζύγισε το μακρύ όπλο στα χέρια του και το άνοιξε για να δει αν είναι γεμάτο. Καθεμία από τις δύο θαλάμες ήταν φορτωμένη με το χοντρό φυσίγγι της. Ο Jappe καθάριζε τον χώρο από τα σπασμένα γυαλιά και φόρτωνε φρέσκους στόχους. Αφού ο Νορβηγός επέστρεψε, ο Νίκι έκλεισε το όπλο, το σήκωσε και σημάδεψε.

Τα φυσίγγια έσκασαν αρκετά εκατοστά δίπλα στους στόχους που είχε τοποθετήσει ο Νορβηγός. Το όπλο ήταν αντρικό και κλωτσούνε έντονα, σαν άγριο άλογο. Αυτό άρεσε στον μπράβο και θέλησε να ξαναδοκιμάσει. Η δεύτερη βολή ήταν καλύτερη, αλλά και πάλι δεν βρήκε στόχο. Άφησε κάτω την καραμπίνα και ζήτησε από τον Harry, το Colt του. Το πήρε και το ζύγισε στο χέρι του. Είχε ξαναρίξει με το συγκεκριμένο, βαρύ πιστόλι και θυμόταν ακόμα την κλοτσιά. Σήκωσε το χέρι και σημάδεψε τον επόμενο στόχο.

Το μπουκάλι έγινε κομμάτια, όπως και το επόμενο και το μεθεπόμενο. Ο Νίκι άδειασε και τις έξι σφαίρες και παράδωσε το περίστροφο στον ιδιοκτήτη του, με ένα πλατύ χαμόγελο. Ο Jappe χειροκροτούσε ικανοποιημένος.

«Κέντρο. Σε φόρμα ο Νίκι. Πού είναι το πιστόλι σου;», ρώτησε ο Νορβηγός. Λίγο μετά τη γνωριμία τους κι αφού είχαν ανακαλύψει τα πολλά κοινά τους ενδιαφέροντα, ο Jappe είχε πουλήσει στον Νίκι ένα καθαρό πιστόλι Jericho. Εκτός από ναρκωτικά, ο Jappe μπορούσε να βρει σχεδόν οτιδήποτε, από εξατμίσεις Vance N’ Nines και Screamin’ Eagle, μέχρι όπλα που δεν ήταν γραμμένα στα αρχεία της αστυνομίας. Το πιστόλι του Νίκι ήταν ένα ημιαυτόματο, ισραηλίτικο διαμετρήματος εννέα χιλιοστών με το οποίο είχε κάνει αρκετές βολές προπόνησης, ενώ το είχε εμφανίσει και λίγες φορές όταν κάποιοι τσαμπουκάδες πήγαν να ξεφύγουν.

«Έχω καιρό να ρίξω. Αλλά το Python είναι πιο ωραίο. Δυνατό όπλο».

«Το Python είναι πιστόλι για διασκέδαση ή για φόνο. Για σένα, το Jericho είναι ό,τι πρέπει», είπε ο Jappe που γέμιζε την καραμπίνα του. Οι άλλοι δύο τις παρέας είχαν σηκώσει ξανά τα περίστροφά τους και συνέχισαν να βάλλουν.

«Πάμε λίγο πιο 'κει», είπε ο Νίκι δείχνοντας στον Jappe προς το Toyota. Οι δύο άντρες απομακρύνθηκαν.

«Ξέρεις τον Τανάλια; Toν Αρχαγγελίτη;», ρώτησε ο Νίκι και ο Jappeτον κοίταξε αμίλητος για λίγη ώρα, μέσα από τα κίτρινα γυαλιά του.

«Τον Τάσο, τον Τανάλια;», είπε τελικά. «Τι δουλειές έχεις εσύ μαζί του;».

«Τίποτα. Για πες μου όμως, τι ξέρεις γι’ αυτόν;». Ο Jappe έβγαλε μια δερμάτινη θήκη και ξεκίνησε να στρίβει τσιγάρο.

«Τρελός. Ψυχοπαθής. Έκανε κόντρα με ένα RX-8 στη Ρόδου–Λίνδου και μόλις ο άλλος άρχισε να ξεμακραίνει, τον πέταξε έξω από τον δρόμο». Έβαλε το τσιγάρο στο στόμα του και το άναψε.

«Και κλέφτης. Μεγάλος κλέφτης. BMW, Mercedes, Volkswagen. Τα βουτάει και μετά τα κομματιάζει μέσα στο φανοποιείο που έχει. Και τα στέλνει από 'δω κι από 'κει. Γιατί ρωτάς;».

«Μπορεί να έκλεψε το Ducati».

«Να έκλεψε ο Τανάλιας το Ducati…». Ο Jappe τράβηξε μια ρουφηξιά και σκέφτηκε. «Δεν αποκλείεται. Δεν έχω ακούσει για μηχανάκια, αλλά είναι σίγουρα μεγάλος άρπαγας».

«Αποκλείεται να έφαγε το μηχανάκι κάποιος μέσα από τη Ρόδο. Όλοι με γνωρίζουν και ξέρουν καλά ότι θα σκότωνα όποιον μου βούταγε το Ducati».

«Μπορεί…», είπε ο Jappe. «Πρόσεχε όμως! Ο άνθρωπος δεν είναι στα καλά του». Γύρισε προς το Toyota.

«Αυτό καινούριο;».

«Το έστειλαν οι Λιβανέζοι. Όλα τα πράγματα ήταν φορτωμένα εδώ μέσα, κάτω από τα καθίσματα και μέσα στη ρεζέρβα».

«Ωραίες δουλειές», είπε ο Jappe.

«Φεύγω. Τα ξαναλέμε γρήγορα». Ο Νίκι καβάλησε το Land Cruiser και πήρε τον δρόμο της επιστροφής.

***

Ήταν σχεδόν δέκα το βράδυ και το σκοτάδι είχε πέσει βαρύ πάνω από το Νησί των Ιπποτών. Στην Ορφανίδου επικρατούσε ο συνηθισμένος πανζουρλισμός, όμως ο Νίκι είχε μονάχα ένα πράγμα στο μυαλό του: Πώς θα στριμώξει τον Τανάλια για να μάθει για το μηχανάκι. Και μετά, ποια θα ήταν η τιμωρία του;

Σε λίγη ώρα, οι κοντράκηδες με το EVO κάθισαν σε ένα τραπέζι σκυθρωποί και αμίλητοι. Ο μπράβος έστειλε ποτά στο τραπέζι τους και πλησίασε.

«Τι κάνουμε παιδιά; Πώς πήγαμε τις προάλλες;».

«Χάλια», απάντησε ο ένας. «Μείναμε από μετάδοση στα μέσα της κόντρας. Χάσαμε το στοίχημα και το αμάξι τώρα είναι στο συνεργείο. Και γύρευε πότε θα ξαναβγεί».

«Τι να κάνεις; Οι κόντρες πάντα τα έχουν αυτά».

«Ένιωθα να τον έχω. Πηγαίναμε μαζί μέχρι να σπάσω το σασμάν».

«Στην εκκίνηση λογικά θα είσαι καλύτερος. Αλλά έχω δει αυτό το RX7 να ανοίγει πολύ δυνατά μετά τα πρώτα τετρακόσια, πεντακόσια μέτρα».

«Τέλος πάντων. Εμείς πήραμε το κιβώτιο στα χέρια. Πολλά λεφτά δεν παίζουν τώρα, οπότε σβήνουμε για λίγο τις μηχανές και κοιτάμε. Εσύ τι κάνεις Νίκι; Πώς πάνε τα πράγματα στο μαγαζί;».

«Δουλειά αδελφέ, δουλειά. Πρέπει να μαζέψουμε τώρα για όλο τον χρόνο».

Έκανε μια σύντομη παύση. «Να σας πω, αγόρια… Έχετε ακουστά τον Τανάλια; Από Αρχάγγελο;». Οι δυο πιτσιρικάδες κοιτάχτηκαν.

«Τον Τάσο τον Τανάλια; Τον φαναρτζή με το Silvia;».

«Αυτόν. Ξέρετε πού συχνάζει;».

«Κάθε βράδυ βλέπει κόντρες στη Ρόδο–Λίνδου. Είναι συνήθως μόνος του. Έκανε κάνα δυο κόντρες αλλά είναι τρελός. Πέταξε έναν έξω από τον δρόμο, όλοι το είδανε. Αλλά δεν του κολλάει κανένας. Είναι ψυχοπαθής».

«Α έτσι… Σήμερα δηλαδή θα μαζευτείτε;».

«Σίγουρα. Σήμερα έχει θέμα. Skyline με Porsche Turbo. Αξίζει να έρθεις. Δυνατά αυτοκίνητα, χοντρό χρήμα».

«Μάλιστα, μάλιστα», είπε ο Νίκι και έκανε νόημα στον σερβιτόρο να ανανεώσει τα ποτά του τραπεζιού. Είχε καιρό να παρακολουθήσει μεταμεσονύκτιες κόντρες, όμως απόψε είχε ένα επιπλέον κίνητρο και αποφάσισε να ακολουθήσει το δίδυμο της καταστροφής. Επέστρεψε στο πόστο του, έβγαλε το κινητό με την οθόνη αφής και άρχισε να παίζει. Η φάση κυλούσε χωρίς ντράβαλα και κατά τη μία τα ξημερώματα έκανε νόημα στον μπάρμαν ότι φεύγει, παρέα με τους άλλους δύο. Είχαν πει ότι το EVO ήταν στο συνεργείο και εκείνη τη μέρα βολτάρανε με ένα λευκό Fiat 500, πετρέλαιο, με υφασμάτινη οροφή.

«Ρε 'σεις… Είπαμε, το EVO είναι συνεργείο, αλλά όχι κι έτσι», είπε αστειευόμενος ο Νίκι.

«Πήρα το αμάξι της μάνας μου», είπε ο ιδιοκτήτης του Mitsubishi. «Mε κάτι πρέπει να κυκλοφορώ. Κι έπειτα, καίει λίγο».

«Από το κακό στο χειρότερο. Πρώτα μου κλέβουν το μηχανάκι, μετά κυκλοφορώ με Vespa και τώρα με τον "κουβά". Όλη η Ορφανίδου θα γελάει μαζί μου», είπε καθώς έσπρωχνε προς τα μπροστά τη θέση του συνοδηγού για να στριμωχτεί ο άλλος νεαρός στο πίσω κάθισμα. Η παρέα των τριών κατευθυνόταν προς την Οδό Ρόδου–Λίνδου όπου Skyline και Porsche είχαν δώσει ραντεβού για αναμέτρηση. Πολύ πριν το ύψος του LIDL –όπου παραδοσιακά δινόταν η εκκίνηση στις μεταμεσονύκτιες κόντρες– υπήρχαν σειρές παρκαρισμένων αυτοκινήτων. Κάποιοι ιδιοκτήτες είχαν ανοίξει στο τέρμα τα στερεοφωνικά τους, ενώ άλλοι έκαιγαν λάστιχο, σβουρίζοντας παλιές BMW, Datsun και Lada, όπου έβρισκαν μερικά τετραγωνικά χώρου.

Πάρκαραν το μικρό Fiat, βγήκαν από το αυτοκίνητο και προωθήθηκαν μέσα στο πλήθος για να πάρουν θέση. Οι δύο χαζοβιόληδες είχαν έρθει ήδη σε κέφι και καίγονταν να δούνε τα δύο θηρία να ανοίγουν. Αντίθετα, ο Νίκι αδιαφορούσε τελείως για την κόντρα και χτένιζε αμίλητος με τα μάτια του τον κόσμο, αναζητώντας τον στόχο του. Αρκετές φορές έπεσε πάνω σε γνωστούς, τους οποίους χαιρέτισε βιαστικά και συνέχισε να ψάχνει συγκεντρωμένος. Με τον νου του πάντοτε στον Τανάλια, πήρε θέση πίσω από τους δύο νεαρούς που τον είχαν κουβαλήσει με το Fiat κι έκανε ότι παρακολουθεί.


Έναν Χρόνο μετά, το Μάτι από τη Θάλασσα

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook.


Έξω από τον χώρο στάθμευσης του LIDL, σε μικρή απόσταση από τον δρόμο ήταν παρκαρισμένοι οι πρωταγωνιστές της κόντρας εκείνης της νύχτας: Ένα ζαχαρί Skyline R35 κι ένα Porsche 997 Turbo S, σε σκούρο μπλε χρώμα. Τα μηχανοστάσια και των δύο αυτοκινήτων ήταν ανοιχτά και ο κόσμος έβγαζε φωτογραφίες και συνομιλούσε με τους οδηγούς. Σε λίγη ώρα θα ξεχύνονταν στον δρόμο.

«Ποιόν υποστηρίζουμε;», ρώτησε ο ιδιοκτήτης του ανατιναγμένου EVO. Ο Νίκι απάντησε βαριεστημένα.

«Δεν ξέρω ποιοι τρέχουνε. Ας πούμε ότι προτιμώ το Porsche. Την άλλη τη μαλακία, ούτε να τη βλέπω».

«Είναι πολύ δυνατό όμως το Skyline».

«Δυνατό είναι, αλλά είναι και σαν σκατά πατημένα».

«Δεν έχουν τρέξει ποτέ οι δυο τους και κανείς δεν ξέρει τι να περιμένει. Το Porsche έχει ήδη κερδίσει μερικές κόντρες, ενώ το Skyline έριξε στο Sierra του Νιαβή». Ο Νίκι είχε δει παλιότερα το συγκεκριμένο Sierra να κάνει σούζα στην εκκίνηση μιας κόντρας.

«Να! Μπαίνουνε στα αυτοκίνητα. Πάμε να αράξουμε». Οι οδηγοί μπήκαν στα αυτοκίνητά τους, έβαλαν μπροστά και ξεκίνησαν να ζεσταίνουν τα μοτέρ. Σε λίγη ώρα έκλεισαν τις πόρτες και ξεκίνησαν με αργό βήμα να κατεβαίνουν στον δρόμο, προσέχοντας να μην ακουμπήσουν κάτω.

Porsche και Skyline ήταν πλέον ακίνητα πάνω στη Ρόδου–Λίνδου, εκατό περίπου μέτρα από το σημείο που βρισκόταν το τρίο. Μια νεαρή, μελαχρινή Ασιάτισσα, με πολύ κοντό σορτσάκι και μεγάλο στήθος –την οποία ο Νίκι είχε δει να χορεύει σε strip club κοντά στο λιμάνι– στεκόταν λίγο μετά τα αμάξια για να σημάνει την εκκίνηση. Τα δύο χέρια της ήταν σε ανάταση και κοίταγε αριστερά–δεξιά τα αυτοκίνητα των δύο μονομάχων. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα, που για οδηγούς και κοινό έμοιασαν αιώνες, η Ασιάτισσα κατέβασε τα χέρια της και γονάτισε ελαφρά, δίνοντας σήμα για εκκίνηση. Τα δύο αυτοκίνητα έφυγαν πολύ δυνατά, με ελάχιστο γλίστρημα των τροχών τους και ξεχύθηκαν στον άδειο δρόμο. Ο Νίκι παρακολούθησε την «πρησμένη Γερμανίδα» και τη «Γιαπωνέζικη σαύρα» να καλύπτουν την ευθεία σε ελάχιστη απόσταση και να χάνονται μέσα στο σκοτάδι. Ήταν πολύ κοντά, όμως μετά τα πρώτα τετρακόσια μέτρα το Porsche φάνηκε να ξεμακραίνει.

Ο μπράβος έστριψε το βλέμμα του μακριά από τη δράση. Σε λίγα λεπτά θα μαθαίναν το νικητή. Συνέχισε να κοιτάζει το πλήθος αριστερά δεξιά, μέχρι που τον είδε. Ο Τάσος ο Τανάλιας καθόταν πάνω στο καπό ενός κατάμαυρου S14. To κάλυμμα του κινητήρα ήταν γδαρμένο για να χωρέσει μια τεράστια τουρμπίνα και το αμάξωμα σχεδόν ακουμπούσε το έδαφος. Στο πίσω μέρος ήταν βιδωμένη μια τεράστια, ρυθμιζόμενη αεροτομή, που στηριζόταν σε μεταλλικές βάσεις και η αισθητική θηριωδία ολοκληρωνόταν με μια μονή εξάτμιση, φαρδιά σαν πάτο βαρελιού.

Ο Τανάλιας ήταν μια ανθρωπόμορφη αρκούδα, που έκανε τον Νίκι να φαντάζει προσκοπάκι. Απροσδιόριστης ηλικίας, κοντά στα δύο μέτρα, μαυριδερός, με ξυρισμένο κεφάλι και σβέρκο φαρδύ σαν πλατφόρμα. Φορούσε μια ολόσωμη, μπλε φόρμα συνεργείου, με τιράντες στο πάνω μέρος, από όπου εξείχαν δύο χοντρά χέρια, σαν σφυρήλατα από μασίφ μπλοκ σιδήρου. Ο μπράβος τον ζύγισε και αποφάσισε να πλησιάσει.

«Ο Τάσος ο Τανάλιας είσαι;», τον ρώτησε. Ο φαναρτζής γύρισε κουρασμένα και κοίταξε τον μπράβο.

«Κι εσύ ποιος είσαι; Και τι σε νοιάζει;».

«Νίκι με λένε και θα ρωτήσεις για μένα στη Ρόδο. Έμαθα ότι βουτάς αυτοκίνητα. Και μηχανάκια». Ο Τανάλιας σηκώθηκε από το καπό και κινήθηκε αργά προς τον Νίκι. Ήταν από τις ελάχιστες φορές που ο μπράβος ένιωθε μικρόσωμος, ο Τανάλιας ήταν χαρακτηριστικά φαρδύτερος και πιο μεγαλόσωμος.

«Στρίψε και φύγε, μικρέ», είπε ο φαναρτζής αργόσυρτα κοιτώντας τον μπράβο στα μάτια. O Νίκι δεν κουνήθηκε εκατοστό και συνέχισε να μιλάει.

«Ducati βουτάς;». Ο Τανάλιας πλησίασε σε απόσταση μερικών εκατοστών και έριξε στον Νίκι μια γερή σπρωξιά. Ο μπράβος ταρακουνήθηκε για τα καλά, όμως ανάκτησε την ισορροπία του. Με γρήγορες κινήσεις πλεύρισε τον Τανάλια και του έριξε μια δυνατή γροθιά στα πλευρά. Ο φαναρτζής τεντώθηκε από τον πόνο και όρμησε στον Νίκι. Τον αγκάλιασε, τον έριξε στο τσιμέντο του parking και άρχισε να τον κοπανάει με μανία. Ο Νίκι ένιωθε ανήμπορος να αντιδράσει καθώς οι γροθιές έπεφταν στον πρόσωπό του η μία μετά την άλλη. Προσπάθησε να απωθήσει με τα πόδια του το ανθρώπινο βουνό και να καλύψει το πρόσωπό του με τα χέρια, αλλά ήταν μάταιο. Ήταν έμπειρος και ανθεκτικός σε ξύλο και συμπλοκές στον δρόμο, όμως ο αντίπαλός του ήταν πολύ πιο δυνατός. Ο Τανάλιας χτυπούσε δυνατά και χωρίς έλεος. Ένιωσε να σβήνει.

Πεσμένος ανάσκελα στο έδαφος και με την όρασή του διαταραγμένη από τις γροθιές είδε το πλήθος να τραβάει από πάνω του το θηρίο. Προσπάθησε να συνέλθει και να στηριχτεί στα πόδια του, να μαζέψει κάπως το ρεζιλίκι που είχε υποστεί. Οι δύο νεαροί που τον είχαν κουβαλήσει στην κόντρα έτρεξαν προς το μέρος του να βοηθήσουν. Σηκώθηκε υποβασταζόμενος και προσπάθησε να συγκεντρώσει τις δυνάμεις και το μυαλό του. Είχε υποστεί καθολική ήττα. Ο Τανάλιας του είχε βουτήξει το Ducati και τον είχε ξεφτιλίσει μπροστά σε τόσους γνωστούς του. Καθώς ανακτούσε την όρασή του είδε το θηρίο που τον είχε δείρει, να φωνάζει και να σπρώχνεται με μια ομάδα θεατών. Τελικά μπήκε στο Silvia και εξαφανίστηκε.

«Πάμε πίσω», φώναξε ο Νίκι και στηρίχτηκε στους δύο νεαρούς για να καλύψει μερικά μέτρα και τελικά να χυθεί στο πίσω κάθισμα του Fiat. Είχε αρχίσει να συνέρχεται αλλά ένιωθε το πρόσωπό του να καίει από τα χτυπήματα που είχε δεχτεί. Σκέφτηκε ότι την επόμενη μέρα θα ήταν πρησμένος και δύσκολα θα μπορούσε να κυκλοφορήσει ή να πάει για δουλειά.

«Να βρούμε έναν γιατρό; Να σε πάμε σε επείγοντα;», είπε ο οδηγός του 500.

«Σπίτι ρε, τι γιατρό;», απάντησε ο Νίκι. «Ποιος κέρδισε τελικά;», ρώτησε, ξαπλωμένος στο κάθισμα, κοιτώντας τη μαλακή οροφή του αυτοκινήτου.

***

Το σκοτάδι ήταν ακόμα πηχτό, η θερμοκρασία χαμηλή και ο αέρας ανύπαρκτος. Ο Νίκι έβγαινε από το Fiat με τη βοήθεια των δύο πιτσιρικάδων και ένιωσε ότι όλα είχαν συνωμοτήσει εναντίον του. Ένιωθε σαν τον Max Rockatansky στην αυστραλιανή έρημο. Δαρμένος, κουρασμένος και χωρίς ρόδα.

«Κάντε την τώρα. Θα είμαι εντάξει», είπε και παραπάτησε προς την είσοδο της πολυκατοικίας. Τοίχο–τοίχο ανέβηκε προς το διαμέρισμά του, έκλεισε την πόρτα και προχώρησε στο μπάνιο. Άνοιξε το φως και κοίταξε στον καθρέφτη. Η όραση του είχε επανέλθει. Δυστυχώς. Το καθαρό, φρεσκοξυρισμένο πρόσωπό του είχε μετατραπεί σε μια πρησμένη μάζα κρέατος, με φουσκώματα και μώλωπες από το σφυροκόπημα. Πήρε μια βαθιά ανάσα και χαμήλωσε το κεφάλι του για να μην κοιτάει. Στη συνέχεια, όπλισε το δεξί του χέρι και έριξε μια δυνατή μπουνιά στον καθρέφτη, κομματιάζοντας το τζάμι του. Ούρλιαξε δυνατά για μερικά δευτερόλεπτα.

Μπήκε μέσα στην μπανιέρα, χωρίς να βγάλει τα ματωμένα ρούχα του και άνοιξε τη ντουζιέρα. Για μερικά λεπτά έμεινε χυμένος ανάσκελα, με το κεφάλι στηριγμένο στο δροσερό μάρμαρο και το νερό να του ξεπλένει το πρόσωπο. Κατάφερε να ηρεμήσει, βγήκε από το μπάνιο και κοιτάχτηκε σε έναν άλλο καθρέφτη. Έβγαλε όλα του τα ρούχα με γρήγορες κινήσεις και τα κλότσησε. Μπήκε στο υπνοδωμάτιο, άνοιξε τη ντουλάπα και φόρεσε ένα κοντό, υφασμάτινο παντελόνι, ένα λεπτό μπλουζάκι και αθλητικά παπούτσια. Πήρε μια σειρά από επιδέσμους και τσιρότα και γύρισε στον καθρέφτη. Κάλυψε μερικές ανοιχτές πληγές στο πρόσωπό του και ύστερα τύλιξε το δεξί του χέρι, που μόλις πριν λίγες στιγμές είχε κόψει.

Στο κάτω μέρος της ντουλάπας είχε δύο συρτάρια με εσώρουχα και κάλτσες. Τα έσυρε προς τα έξω, αφαιρώντας τα τελείως από τις βάσεις τους, πετώντας τα πάνω στο κρεβάτι. Μετά έχωσε στο κενό το μπαταρισμένο του χέρι και έβγαλε ένα πλαστικό κουτί με χειρολαβή. Ελευθέρωσε τα δύο κλιπ από την πλευρά της χειρολαβής και αποκάλυψε το Jericho και δύο γεμιστήρες. Έβγαλε το πιστόλι και έλεγξε ότι όλα τα μηχανικά μέρη κινούνταν αβίαστα. Φόρτωσε μια γεμιστήρα στο όπλο, το ασφάλισε και πέταξε άλλη μια στη τσέπη του.

‘Ανοιξε το ντουλάπι της κουζίνας και έβγαλε ένα μεγάλο, μεταλλικό τενεκεδάκι στιγμιαίου καφέ. Άνοιξε το καπάκι, έχυσε πάνω στο τραπέζι τους κόκκους και ένα πλαστικό σφραγισμένο σακουλάκι με κοκαΐνη. Πολύ σπάνια έπαιρνε ναρκωτικά, μερικές φορές σε πάρτι ή κατά τη διάρκεια του σεξ, αλλά οι συνθήκες δεν ήταν συνηθισμένες. Ρούφηξε δύο γραμμάρια, σφράγισε ξανά το σακουλάκι και το έβαλε στην τσέπη του. Πονούσε, αλλά η ιδέα ότι θα έβγαζε τον Τανάλια από τη μέση, τον έκανε να ανακτά σιγά-σιγά τις δυνάμεις του. Θολωμένος, ψαχούλεψε τα κλειδιά του Land Cruiser. Κοίταξε σε τραπέζια, θήκες και στο συρτάρι που είχε τα πράγματα του Diavel, παρότι ήταν σίγουρος ότι δεν είχε βάλει εκεί τα κλειδιά του αυτοκίνητου. Παραμέρισε το εγχειρίδιο χρήσης, το βιβλίο service και μερικά ακόμα μπιχλιμπίδια. Τα κλειδιά του αυτοκινήτου δεν ήταν εκεί. Έκλεισε το συρτάρι εκνευρισμένος.

«Πού είναι τα γαμώκλειδα!», φώναξε. Τότε σάστισε. Άνοιξε ξανά το συρτάρι, το έβγαλε από τη βάση του και το άδειασε πάνω στο κρεβάτι. Παραμέρισε απότομα ό,τι δεν τον ενδιέφερε. Το δεύτερο κλειδί του Ducati έλειπε. Όταν αγόρασε το μηχανάκι είχε πάρει μαζί μια μαύρη, πλαστική, ορθογώνια θήκη που είχε μέσα το κλειδί και επέτρεπε εκκίνηση της μηχανής αρκεί η θήκη να ήταν σε απόσταση δύο μέτρων. Ταυτόχρονα, είχε πάρει ένα κανονικό, κόκκινο κλειδί-μήτρα με ενσωματωμένο, ηλεκτρονικό κύκλωμα για την εκκίνηση της μοτοσυκλέτας, αρκεί να το είχες πάνω σου. Δεν είχε χρησιμοποιήσει ποτέ το δεύτερο κλειδί και το κρατούσε φυλαγμένο στο συρτάρι. Τώρα όμως έλλειπε.

Ο Νίκι ένιωθε ότι έτρωγε ακόμα χτυπήματα. Κοπάνησε το συρτάτι και συνέχισε να τριγυρίζει το σπίτι, μέχρι που βρήκε τα κλειδιά του Toyota. Η κοκαΐνη είχε αρχίσει να χτυπάει, δίνοντάς του αυτοπεποίθηση και ψευδαίσθηση ρώμης. Κρατώντας στο ένα χέρι το πιστόλι του και στο άλλο έναν φακό, κατέβηκε στο αυτοκίνητό του. Κάθισε στη θέση του οδηγού και πέταξε τα αντικείμενα στο δεξί κάθισμα. Έβαλε μπροστά και ξεκίνησε να οδηγεί μανιασμένα. Κινήθηκε από εσωτερικούς δρόμους προς τη γειτονιά των Αγίων Αποστόλων. Στη Μέγγαβλη –όπως αποκαλούσαν οι Ροδίτες τη συγκεκριμένη περιοχή– διατηρούσε το φανοποιείο ο Τανάλιας, ακριβώς απέναντι από το επαγγελματικό λύκειο, όπως είχαν πληροφορήσει τον Νίκι οι πιτσιρικάδες.

Η ώρα ήταν σχεδόν πέντε τα ξημερώματα όταν ο Νίκι πάρκαρε το Land Cruiser έξω από το ΕΠΑΛ. Κλείδωσε το αμάξι, στήριξε το Jericho στο κοντό παντελόνι του και πλησίασε το φαναρτζίδικο, με το φακό στο δεξί μπαταρισμένο του χέρι. Ήταν ένα ισόγειο κτίσμα, σε αρμονία με τη γενικότερη εγκατάλειψη της περιοχής, που σε τίποτα δε θύμιζε την παλιά πόλη της Ρόδου ή την Παραλία του Ενυδρείου. Κοίταξε το μαγαζί αριστερά–δεξιά. Στο κέντρο υπήρχε μια βαριά, δίφυλλη μεταλλική πόρτα που δεν θα άνοιγε ακόμα κι αν άδειαζε τις δύο δεσμίδες του Jericho πάνω της. Αριστερά και δεξιά, στο πάνω μέρος του τοίχου υπήρχαν μακρόστενα παράθυρα που φώτιζαν το εσωτερικό. Το ύψος τους ήταν περίπου τριάντα εκατοστά και ο Νίκι σκέφτηκε ότι ακόμα κι αν έσπαγε το τζάμι, δύσκολα θα κατάφερνε να μπει μέσα χωρίς να κομματιαστεί. Με μερικές δρασκελιές σαν γάτα, με ευελιξία που εντυπωσίασε και τον ίδιο, άρπαξε μια υδρορροή και σκαρφάλωσε στην ταράτσα.

Ο χώρος που κάλυπτε το μαγαζί ήταν τελείως άδειος και μονάχα μερικές σιδεριές εξείχαν από το τσιμεντένιο δάπεδο. Σχεδόν στο κέντρο της οροφής υπήρχε ένα φωταγωγός με μεταλλικό πλαίσιο και τζάμι. Ο μπράβος πλησίασε και πήρε στο χέρι του το ταλαιπωρημένο λουκέτο που έκλεινε το δίφυλλο πορτάκι. Στην αρχή σκέφτηκε να το πυροβολήσει, όμως ήταν φανερό ότι με μερικά δυνατά χτυπήματα θα το ξεκόλλαγε από τη σκουριασμένη και ετοιμόρροπη βάση του. Μερικές δυνατές κλοτσιές επιβεβαίωσαν ότι το κλείδωμα ήταν απλά διακοσμητικό. Δεν είχε ανοίξει το λουκέτο, είχε όμως ξηλώσει ολόκληρο το μεταλλικό στήριγμα πάνω στο οποίο κλείδωνε. Άνοιξε διάπλατα τα δύο φύλα, έβγαλε το πιστόλι του και απασφάλισε. Στο αριστερό του χέρι σήκωσε τον φακό και τον άναψε, κατηφορίζοντας τη σκάλα. Είχε μπουκάρει στο φαναρτζίδικο.

***

Κατέβηκε τη στενή σιδερένια σκάλα, έχοντας τα χέρια του χιαστή, με τον φακό αναμμένο στο αριστερό και το όπλο του στο δεξί, έτοιμο να ρίξει. Φώτισε τριγύρω το χώρο, που βρωμούσε κάποιο απροσδιόριστο χημικό και προχώρησε στο εσωτερικό του μαγαζιού. Ήταν όπως θα περίμενε κανείς ένα φανοποιείο, με φούρνο βαφής, αρκετή βρώμα και αταξία, με εργαλεία, μπάζα και δοχεία από χρώματα πεταμένα παντού. Έστριψε και προχώρησε προς μια πλαστική κουρτίνα, που έκρυβε το ακόλουθο δωμάτιο. Παραμέρισε τον μουσαμά και μπήκε αργά και προσεκτικά στον δεύτερο χώρο. Δύο Mercedes E-Class κι ένα Audi A4 ήταν σε φάση αποσυναρμολόγησης. Τα αυτοκίνητα στηρίζονταν στους τροχούς τους, όμως ολόκληρη η φανοποιία είχε αφαιρεθεί. Φτερά, πόρτες, καπό, ήταν καλυμμένα με πανιά και μουσαμάδες και προφανώς ετοιμάζονταν να ταξιδέψουν προς άγνωστο προορισμό. Ο Jappe είχε πει ότι ο Τανάλιας βούταγε γερμανικά αυτοκίνητα, κάτι το οποίο διαπίστωνε τώρα κι ο Νίκι. Μηχανάκια, όμως, πουθενά. Καμιά μοτοσυκλέτα.

«Πού να έχει το Ducati;», αναρωτήθηκε ο μπράβος, σίγουρος ότι ο θηριώδης φαναρτζής του είχε κλέψει το Diavel. Αντιλήφθηκε κάποια κίνηση στον χώρο και κούνησε με ταχύτητα φακό και όπλο και να διαπιστώσει από πού ερχόταν.

Ένα γεροδεμένο Rottweiler όρμησε πάνω του και του άρπαξε με τα σαγόνια το αριστερό του χέρι. Ο Νίκι αιφνιδιάστηκε από την επίθεση, έπεσε κάτω αφήνοντας τον φακό, όχι όμως και το πιστόλι από το δεξί του χέρι. Το αφηνιασμένο σκυλί έσφιγγε το αριστερό του χέρι με τρομακτική δύναμη, σαν να προσπαθούσε να το κόψει. Ο μπράβος ούρλιαξε από τον πόνο και χωρίς να το πολυσκεφτεί πυροβόλησε τρεις φορές τον κορμό του ζώου. Το Rottweiler έκλαψε και τελικά χαλάρωσε τα σαγόνια του από το χέρι του Νίκι, μέχρι που έσβησε. Ο μπράβος έδιωξε από πάνω του το ζώο και άρπαξε τον φακό. Έβαλε την ασφάλεια στο Jericho και το στήριξε στο παντελόνι του, πίσω από την πλάτη. Το σκυλί του είχε ξεσκίσει το αριστερό χέρι και το αίμα έτρεχε ποτάμι. Εκεί που ήταν χτυπημένα διάφορα τατουάζ, τώρα υπήρχαν πληγές από δόντια, αίματα και βρωμιές.

«Σκυλιά! Σκυλιά, γαμώ την πουτάνα μου! Τι άλλο θα δούμε;». Χτένισε το φαναρτζίδικο για οτιδήποτε θα μπορούσε να καλύψει την πληγή του και βρήκε μονάχα χαρτί κουζίνας και βρώμικα στουπιά. Χωρίς να έχει άλλη επιλογή, έβγαλε το μπλουζάκι του και το τύλιξε σφιχτά γύρω από το κάτω μέρος του αριστερού του χεριού. Ημίγυμνος πλέον, δαρμένος και μπαταρισμένος, έμοιαζε όλο και περισσότερο με μεταπυρηνικό εκδικητή, από αυστραλέζικο B-Movie.

Έξω είχε αρχίσει να χαράζει και ο ακτίνες του ήλιου φώτισαν το εσωτερικό του άθλιου φαναρτζίδικου. Συνέχισε να ψάχνει το μαγαζί, χωρίς να βρει κάτι ενδιαφέρον και ένιωσε εξάντληση και πόνο παντού. Δεν υπήρχε ίχνος από το Ducati. Στηρίχτηκε σε έναν τοίχο και προσπάθησε να μαζέψει τη σκέψη του, μέχρι που άκουσε έναν δαιμονισμένο θόρυβο. Ελεύθερη εξάτμιση και σκάστρα που βάραγε σε κάθε κλείσιμο του γκαζιού. Το βουητό μεγάλωνε όσο περνούσε η ώρα, μέχρι που σταμάτησε έξω από τη δίφυλλη πόρτα. Ο Νίκι άφησε κάτω το πιστόλι και έβγαλε από την αριστερή του τσέπη το σακουλάκι με την κόκα. Αφού έριξε μια καλή ρουφηξιά, ξαναπήρε στο χέρι του το Jericho και κρύφτηκε πίσω από ένα βαρέλι.

Μετά από λίγες στιγμές, η δίφυλλη σιδερένια πόρτα άνοιξε και στο μαγαζί μπήκε ο Τανάλιας. Ήταν ντυμένος ακριβώς με την ίδια ολόσωμη φόρμα φόραγε το βράδυ. Στο μυαλό του μπράβου ήρθε αμέσως η εικόνα του θηρίου, να τον έχει καβαλήσει και να τον γρονθοκοπάει μανιασμένα. Παραμέρισε την κουρτίνα που έκρυβε τον χώρο με τα αποσυναρμολογημένα οχήματα και μετά από λίγες στιγμές ούρλιαξε.

«Μάνο! Μάνο! Το σκυλί!». Ο Τανάλιας φώναζε μάλλον σε κάποιον που τον περίμενε απ' έξω. Βγήκε με φόρα από το δωμάτιο και είδε τον Νίκι να κρατάει το Jericho με τα δύο χέρια και να τον σημαδεύει. Οι άντρες κοιτάχτηκαν για μερικές στιγμές και τελικά ο μπράβος τράβηξε τη σκανδάλη δύο φορές. Οι σφαίρες προσγειώθηκαν στον αριστερό ώμο του θηρίου, ρίχνοντάς τον κάτω.

«Μάνο! Βοήθεια!». Όποιος και να περίμενε έξω, ήταν σίγουρα σε συναγερμό από τους πυροβολισμούς και τις φωνές του Τανάλια. Ο Νίκι έτρεξε να κλείσει την πόρτα και σημάδεψε το πληγωμένο θηρίο.

«Τι θέλεις ρε φίλε; Τι έχεις εσύ μαζί μου;».

«Πού είναι το μηχανάκι;», ρώτησε ο Νίκι.

«Ποιο μηχανάκι;».

«Το Ducati που έκλεψες. Με την περικεφαλαία στο ντεπόζιτο. Είναι δικό μου! Πού σκατά το έχεις;».

«Δεν το έχω εγώ. Δεν κλέβω μηχανάκια». Ο Νίκι πυροβόλησε στο δεξί πόδι του Τανάλια και το θηρίο ούρλιαξε.

«Πού είναι το Ducati; Δεν θα βγεις ζωντανός αν δεν μου πεις!». Ακούστηκε ένας ακόμα πυροβολισμός και μια σφαίρα έσκασε στην αριστερά κλείδα του Νίκι. Τινάχτηκε πίσω και είδε έναν κοντό, μαυριδερό τύπο να κατεβαίνει από τη σκάλα του φεγγίτη, από όπου είχε μπει και ο ίδιος. Στο δεξί του χέρι κρατούσε ένα Glock. Ο μπράβος σήκωσε το Jericho για να ανταποδώσει τα πυρά, όμως μια σφυριά από το δεξί χέρι του Τανάλια προσγειώθηκε στο πρόσωπό του. Έπεσε στο πάτωμα του φαναρτζίδικου και το θηρίο του όρμησε για δεύτερο γύρο ξυλοδαρμού. Ο μεγαλόσωμος άντρας τον έπιασε από τον λαιμό και με το αριστερό του χέρι γράπωσε τον δεξί καρπό του Νίκι, που δεν είχε αφήσει το πιστόλι. Ο μπράβος έβαλε όλη του τη δύναμη και άδειασε το γεμιστήρα του Jericho πάνω στην κοιλιά του κύτους. Ο Τανάλιας λάσκαρε τα χέρια του και τελικά σωριάστηκε σαν σακί, όπως είχε κάνει το σκυλί του πριν λίγη ώρα.

Ο Νίκι έδιωξε το πτώμα από πάνω του, σπρώχνοντάς το με τα πόδια του και με όσο κουράγιο του είχε απομείνει πέταξε την άδεια γεμιστήρα από το όπλο και έψαξε για τη δεύτερη στην τσέπη του. Ήταν μάταιο. Ο κοντός μαυριδερός με το Glock τον πλησίασε, τον σημάδεψε και έριξε στο ψαχνό. Μετά από λίγες στιγμές, όλα είχαν τελειώσει. Οι σειρήνες ακούστηκαν στο βάθος και πλησίαζαν. Ο Μάνος κοίταξε τα πτώματα και μετά έτρεξε προς το Silvia του Τανάλια που ήταν παρκαρισμένο έξω από το φανοποιείο. Έβαλε μπροστά και έφυγε με ταχύτητα, μόλις προλαβαίνοντας να μην τρακάρει τους μπάτσους.

***

«Μάλιστα… Ομορφιές έτσι; Η ανφάτ γκατέ του νησιού δολοφονείται στη Μέγγαβλη», είπε ο αστυνόμος Αντώνης Μαργέτης.

«Ναι, κύριε αστυνόμε», είπε με κατεβασμένο το κεφάλι ο μπάτσος που είχε έρθει για ελέγξει τις καταγγελίες για πυροβολισμούς, δίπλα στο ΕΠΑΛ.

«Έχουμε και λέμε: Ένας μπράβος με κατηγορίες για διακίνηση. Κάτω. Ένας μάστορας που φέρεται να έκλεβε αυτοκίνητα. Αν τσεκάρεις το πίσω μέρος του μαγαζιού, είναι γεμάτο κομματιασμένες Mercedes. Κι αυτός κάτω. Ένα σακουλάκι με κοκαΐνη. Όχι μεγάλη ποσότητα. Τι άλλο έχουμε;».

«Εεεεε». Ο αστυνομικός κοίταξε το μπλοκάκι με τις σημειώσεις του. «Ένα νεκρό σκυλί». O Μαργέτης γύρισε και τον κοίταξε.

«Μάλιστα. Ένα νεκρό σκυλί. Τι καταλαβαίνουμε από όλα αυτά;».

«Δεν ξέρω κύριε αστυνόμε. Εγώ πήρα μια κλήση ότι πέφτουν πυροβολισμοί στη Μέγγαβλη και έτρεξα αμέσως».

«Μπράβο. Μπράβο. Καλά έκανες. Προφανώς όμως ήρθαμε αργά. Τον ημίγυμνο τον ξέρω. Βαποράκι στην Ορφανίδου. Εξαιρετικό παιδί. Προφανώς κάνανε δουλειές με τον άλλον το χοντρό και κάπου τα χαλάσανε».

«Λέτε κύριε αστυνόμε;».

«Δεν είδες την κόκα; Τι άλλο θέλεις; Λοιπόν! Πες να το σφραγίσουν. Να μην μπει κανένας. Απέναντι έχει σχολείο και παίζουν παιδιά. Ο λεβέντης με την κορμάρα κουβάλαγε ένα Desert Eagle μαζί του. Ψάξτε για άλλο όπλο. Χτενίστε το μέρος και πιθανόν να βρείτε κι άλλα ναρκωτικά. Και πες να έρθουν να πάρουν τους αριθμούς πλαισίων από τα Mercedes. Είμαι σίγουρος ότι κάποιοι στο Μόντε Σμιθ κλαίνε αυτά τα αυτοκίνητα».

«Μάλιστα κύριε αστυνόμε».

«Ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Συμβαίνουν αυτά τα πράγματα».

«Μάλιστα κύριε αστυνόμε».

«Λοιπόν, σφραγίστε το. Τα λέμε αργότερα», είπε ο Μαργέτης και μπήκε στο Alfa Romeo 156 του για να φύγει.

***

Μία μέρα είχε περάσει από τη δολοφονία του Νίκι και οι συζητήσεις στα νυχτερινά στέκια της Ρόδου οργίαζαν. Ο γνωστός μπράβος έκανε δουλειές με φαναρτζή από τη Μέγγαβλη και τα χάλασαν στη μοιρασιά. Όμως ο Harry, o Bullitt και ο Jappe ήξεραν ότι κάτι άλλο είχε συμβεί, κυρίως όμως ήξεραν πού έπρεπε να ψάξουν. Ο Νίκι ήταν συμπαθής στο τρίο των τατουατζήδων από το Φαληράκι, κυρίως όμως τους προμήθευε έναν σκασμό χάπια. Πριν αναζητήσουν τον επόμενο προμηθευτή τους, έπρεπε να ξέρουν τι έχει συμβεί. Ο Νίκι δεν έκανε ντίλια με σιδεράδες από τον Αρχάγγελο.

Ο Harry και ο Bullitt βρίσκονταν στο Ronda, στο μαγαζί με το χαρακτηριστικό τούρλο κοντά στην παραλία του Ενυδρείου και είχαν ξεκινήσει από νωρίς τις μπύρες στο μπαρ. Ήταν πάντοτε ντυμένοι σα βλαχοκαουμπούδες, με αμάνικα δερμάτινα γιλέκα και ραφτά στην πλάτη που έγραφαν “Warriors”. Ξεχώριζαν σαν τη μύγα μέσα στο γάλα στο καθωσπρέπει και εξευγενισμένο περιβάλλον του μαγαζιού, όμως ο μπάρμαν ήταν καλός φίλος και πελάτης τους. Ήταν εκεί σαν θαμώνες και αστειεύονταν με το προσωπικό πίσω από την μπάρα, κατά βάσει όμως παρακολουθούσαν τη Μάγγυ, τη νεαρή μοντέλα που έβγαινε τον τελευταίο καιρό με τον Νίκι. Η κοπέλα καθόταν μόνη της σε ένα τραπέζι και έπινε τον καφέ της νευρική, καπνίζοντας το ένα τσιγάρο μετά το άλλο.

Ο Harry έκανε νόημα στον Bullitt να γυρίσει προς την είσοδο. Ο αστυνόμος Αντώνης Μαργέτης είχε φτάσει και μόλις εντόπισε την ξανθιά κινήθηκε προς το τραπέζι της. Οι δύο τατουατζήδες γυρίσανε πλάτη στον κόσμο, κοιτώντας προς το μπαρ και συνέχισαν τις μπύρες τους.

***

«Χαίρετε. Γιατί αυτή η αναστάτωση;», ρώτησε ο Μαργέτης τη Μάγγυ καθώς έπαιρνε θέση απέναντί της. Έκανε νόημα στο σερβιτόρο να παραγγείλει.

«Γιατί αυτή η αναστάτωση; Μου κάνεις πλάκα; Και δεν μπορούσαμε να τα πούμε κάπου πιο απόμερα;». Η ξανθιά έκανε σαν υστερική, αλλά χαμήλωσε το κεφάλι της όταν ήρθε το παιδί για να πάρει παραγγελία.

«Τι να πούμε; Δεν έχουμε κάτι να πούμε», είπε σταθερά ο αστυνόμος.

«Άκου, φάγανε τον Νίκι χτες. Θέλω να ξέρω τι έχει γίνει».

«Τι έχει γίνει; Ο φίλος σου έκανε δουλειές με κάτι καλόπαιδα στη Μέγγαβλη. Αλληλοσκοτώθηκαν και στον τόπο του φονικού βρέθηκε ένα σακουλάκι κοκαΐνη». Έγειρε το σώμα του μπροστά και ακούμπησε τους αγκώνες του στο τραπέζι. «Μικροποσότητα, όχι σαν αυτά που σε πιάσαμε όταν κατέβαινες από το καράβι. Πόσο ήταν, τρία κιλά;». Η ξανθιά άναψε καινούριο τσιγάρο και κούναγε ασταμάτητα τα πόδια της. Ο καφές του αστυνόμου παραδόθηκε στο τραπέζι. Εκείνος πήρε το ποτήρι και ήπιε, παρακολουθώντας δύο αδύνατους μαλλιάδες, ντυμένους σαν ροκ–σταρ να φεύγουν από το μπαρ κινούμενοι προς την έξοδο.

«Με έμπλεξες, γαμώτο!». Η Μάγγυ ξανάρχισε τις υστερίες.

«Άκου, δεν θα χαλάσω το χρόνο μου μαζί σου. Έκανες αυτό που είπαμε και είσαι εντάξει».

«Είμαι εντάξει; Σίγουρα;».

«Από εμάς, ναι. Συμφωνήσαμε να κάνεις κάτι, το έκανες και τέλος. Κι εξάλλου τα χθεσινά δεν έχουν σχέση με σένα». Η ξανθιά ρούφαγε το τσιγάρο της και κοίταγε τον αστυνόμο, αγχωμένη.

«Ο φίλος σου έσπρωχνε ναρκωτικά. Και πούλαγε προστασία. Την είχε γλιτώσει για καιρό, μέχρι που έμπλεξε με λάθος κόσμο. Έχεις πάει ποτέ στη Μέγγαβλη;». Άφησε την ερώτηση να αιωρείται.

«Εγώ στη θέση σου θα ήμουν πολύ χαρούμενος. Θα μπορούσες να βρίσκεσαι σε ένα κελί, ενώ αντίθετα τώρα είσαι ελεύθερη να απολαύσεις τις διακοπές σου». Έκανε μια παύση και ήπιε λίγο από τον καφέ του. «Αν και μάλλον, η Ρόδος δεν σου ταιριάζει. Μήπως να πιάσεις άλλο νησί;». Η κοπέλα δεν είχε τίποτα να απαντήσει. Ο αστυνόμος σηκώθηκε να φύγει.

«Λοιπόν, τα λέμε. Ή μάλλον δεν τα λέμε. Καλό καλοκαίρι». Η ξανθιά έμεινε να καπνίζει μονάχη της στο τραπέζι.

***

Ο αστυνόμος βγήκε από το Ronda και το κύμα της ζέστης τον χτύπησε κατάμουτρα. Μπήκε στο παρκαρισμένο Alfa Romeo του, άναψε τον κλιματισμό και έβαλε μπροστά για να φύγει. Περίπου τριάντα μέτρα πίσω του, τον ακολουθούσε ένα γκρι Ford F150. Μέσα στην καμπίνα ήταν ο Harry και ο Bullitt. Το αμερικάνικο ημιφορτηγό δεν ήταν το πιο διακριτικό όχημα στο νησί και σίγουρα όχι ιδανικό για παρακολούθηση. Ήταν όμως καλύτερο από δύο Harley με ελεύθερες εξατμίσεις, που ήταν η άλλη εναλλακτική των τατουατζήδων.

Η 156 του Μαργέτη πέρασε έξω από την Ψαροπούλα και συνέχισε για Ιαλυσό. Το Ford ακολουθούσε σε απόσταση ασφαλείας. Πέρασε χωρίς να σταματήσει από Κρεμαστή και τελικά χώθηκε στο Παραδείσι, αμέσως μετά το αεροδρόμιο. Ο Μαργέτης πάρκαρε έξω από ένα χαμόσπιτο, βγήκε από το αμάξι και κοίταξε αριστερά-δεξιά. Το φορτηγάκι τον είχε ήδη προσπεράσει χωρίς να το αντιληφθεί. Κλείδωσε το Alfa Romeo, έκανε μια σύντομη κλήση με το κινητό του και σε λίγη ώρα, η καγκελόπορτα άνοιξε.


Οι «Θεοί» του Ολύμπου

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook.


Ο αστυνόμος χαιρετήθηκε με τον άντρα που του άνοιξε και χάθηκαν μαζί πίσω από τη σιδερένια πόρτα. Μόλις το πεδίο ελευθερώθηκε, οι δύο τατουατζήδες πάτησαν σε διάφορες σχισμές του τοίχου και σκαρφάλωσαν σαν αιλουροειδή στην ταράτσα. Το κτίριο πρέπει να ήταν αποθήκη και η οροφή τελείωνε νωρίς, αφήνοντας αρκετό χώρο ακάλυπτο. Οι δύο άντρες προχώρησαν μέχρι ένα σημείο και μετά ξάπλωσαν έτσι ώστε να μην είναι ορατοί, οι ίδιοι όμως να βλέπουν τον χώρο της αποθήκης. Στο εσωτερικό υπήρχαν αρκετά βαρέλια και κασόνια με μπουκάλια μπύρας. Λίγο παραπέρα βρισκόταν παρκαρισμένο το Ducati του Νίκι. Ο Μαργέτης έκανε την εμφάνισή του, μαζί με τον δεύτερο άντρα.

***

«Τέλος», είπε ο αστυνόμος. «Ποιος το περίμενε ότι θα εξελιχθούν έτσι τα πράγματα;».

«Τι περιμένατε κύριε αστυνόμε, όταν αποφασίσατε να πάρετε τη μοτοσυκλέτα του Σοκορέλου;», ρώτησε ο άλλος, που έπαιζε στα χέρια του με ένα κόκκινο κλειδί που έγραφε πάνω Ducati. Ήταν το κλειδί που μάταια έψαχνε ο Νίκι στο σπίτι του τη μοιραία νύχτα.

«Τίποτα δεν περίμενα. Ούτε συνηθίζω να βουτάω μηχανάκια. Αλλά αυτός μας είχε φέρει σε αδιέξοδο. Τον στριμώχναμε για μήνες και στο τέλος ξεγλίστραγε. Δεν ξέρω πώς».

«Και λέτε ο θάνατός του να έχει σχέση με τη μοτοσυκλέτα;».

«Ιδέα δεν έχω. Αλληλοσκοτώθηκαν με έναν φαναρτζή. Ένα θηρίο από τον Αρχάγγελο με συνεργείο στη Μέγγαβλη. Στον τόπο του εγκλήματος βρέθηκε ποσότητα κοκαΐνης».

«Άρα, το μηχανάκι άσχετο».

«Δεν ξέρω. Ο Αρχαγγελίτης ήταν μούτρο. Τον φώναζαν Τανάλια και βούταγε Mercedes. Μέχρι τώρα δεν είχε πάρε-δώσε με ναρκωτικά».

«Τέλος πάντων. Ξεβρωμίσαμε προς το παρόν».

«Μόλις έμαθα ότι η χαζή που πιάσαμε με την κόκα πάνω της ήταν γκόμενα του Σοκορέλου, μου φάνηκε καλή ευκαιρία να τη χρησιμοποιήσουμε για να τον ταρακουνήσουμε λίγο. Τόσα χουνέρια μας έκανε», είπε ο Μαργέτης.

«Χαζή, αλλά τη δουλειά της την έκανε μια χαρά».

«Άκου, λέει! Για να τη γλιτώσει αυτή θα πούλαγε και τη μάνα της. Την αμέσως επόμενη μέρα μας έφερε τα κλειδιά. Είχα μάθει ότι αυτός μονάχα για τη μοτοσυκλέτα του νοιαζόταν». Ο αστυνόμος γύρισε και κοίταξε το Ducati. «Δεν ξέρω όμως τι σχέση έχει με τη δολοφονία του».

«Τι θα κάνουμε τώρα το σίδερο, αστυνόμε;».

«Βγες ξημερώματα και παράτα το σε ένα καλό σημείο. Αν γίνεται, ακόμα κι έξω από το καζίνο, από όπου το βούτηξες. Ή έξω από το Ronda. Με το κλειδί πάνω. Να τους ανακατέψουμε κι άλλο».

«Έγινε. Θα το κάνω».

O Bullitt είχε ζουμάρει όσο επέτρεπε το κινητό του και για μερικά λεπτά τράβαγε video τους μπάτσους, παρέα με το Diavel του Νίκι. Πριν ο Μαργέτης με τον συνεργάτη του ολοκληρώσουν την κουβέντα τους στην αποθήκη, οι δύο τατουατζήδες γλίστρησαν σα σαύρες και κατέβηκαν αθόρυβα από την οροφή του κτίσματος. Μπήκαν μέσα στο φορτηγάκι και πήραν τον δρόμο της επιστροφής για Φαληράκι.

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

Περισσότερα από το VICE

Το Άβατο στην Ελλάδα Δεν Είναι τα Εξάρχεια, Αλλά το Άγιο Όρος

Η Ελένη Άφησε τα Εξάρχεια για Ένα Χωριό Eννιά Μόνιμων Κατοίκων

Οι Συνεργασίες Drake-Rick Ross Αποδεικνύουν Ότι Δεν Κάνουν Ποτέ Κακά Τραγούδια

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.