ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Stuff

Η Στιγμή που Μάθαμε ότι Δεν Υπάρχει Άγιος Βασίλης

Όταν η αλήθεια αποκαλύφθηκε στα παιδικά μάτια μας.

Κείμενο VICE Staff
22 Δεκέμβριος 2016, 5:15am

Οι περισσότεροι θυμόμαστε τη στιγμή που συνέβη. Ημασταν νέοι, άπειροι, αγνοί. Πιστεύαμε στα θαύματα, στο μέλλον, σε έναν παχουλό κύριο με κόκκινη στολή που κατέβαινε τις ταράτσες της Αθήνας, μπούκαρε στα διαμερίσματα μας και μοίραζε δώρα στο σαλόνι. Μετά, ευτυχώς, μεγαλώσαμε. Η διαδικασία της ενηλικίωσης, δεν ήταν εύκολη. Είχε ηττες, αναποδιές, δύσκολες συνειδητοποιήσεις, ανατροπές. Η κυριότερη συνειδητοποίηση πως η ζωή είναι δύσκολη και παχουλοί κύριοι είναι πιο πιθανό να σου κλέβουν τα δώρα, παρά να στα δίνουν, είναι η στιγμή που μάθαμε πως ο Άγιος Βασίλης δεν υπάρχει. Κανείς μας δεν την ξέχασε. 

Το μουστάκι του Βασίλη

Δεν υπήρξε κάποιο εξόχως απρόσμενο περιστατικό, ούτε καν ένα δραματικό «ατύχημα» της στιγμής, όχι, όλα ήταν ζήτημα λανθασμένης εισόδου. Ουσιαστικά η αποκάλυψη πως ο Άγιος Βασίλης είναι μια τεράστια πλεκτάνη των ενηλίκων για να «κοιμίζουν» τις παιδικές συνειδήσεις, εμφανίστηκε αβίαστα μπροστά μου στην τρυφερή ηλικία των πέντε ετών. Εκείνη την πρωτοχρονιά, όπως κάθε χρόνο, η μάνα μου πάρκαρε εμένα και την αδερφή μου στο δωμάτιο με τη δικαιολογία πως θα ερχόταν ο Santa με τα δώρα και δεν έπρεπε να μας πετύχει στο σαλόνι. Περιμέναμε ήσυχοι, ώσπου κάποια στιγμή ο Άγιος χτύπησε το κουδούνι -ακολούθησε η στιχομυθία «τι χτυπάς βρε Δημήτρη, αφού έχεις κλειδιά!», η εξώπορτα άνοιξε και τότε, για πρώτη φορά, αισθάνθηκα την ορμέμφυτη ανάγκη να συναντήσω τον άγιο δια ζώσης. Άνοιξα την πόρτα και έτρεξα σφαίρα στο σαλόνι, όπου με περίμενε η αλήθεια. Ο Άγιος δεν είχε λευκό μούσι, αλλά μαύρο μουστάκι. Δεν φορούσε κόκκινη στολή, αλλά μια μπλε φόρμα adidas. Ούτε καν στα κιλά δεν φτούραγε. Κοκκαλιάρης φουλ. Για λίγα δευτερόλεπτα ένιωσα σαν παράγοντας της ΕΠΟ που τον είχαν «στήσει» στις εκλογές, αλλά το ξεπέρασα γρήγορα όταν είδα το δώρο που κουδούνιζε μελωδικά στα χέρια του πατέρα μου. Έκτοτε ήξερα, αλλά ουδέποτε αποκάλυψα τη σκληρή πραγματικότητα στη αδερφή μου. Τουναντίον, συμμετείχα και εγώ στην χριστουγεννιάτικη απάτη μέχρι να ξεσκεπάσει και εκείνη με τη σειρά της την «παράγκα» του χοντρού από τη Φινλανδία. Αντώνης Ντινιακός

Πετάει ο Άγιος;

Πήγαινα στην πρώτη Δημοτικού. Σηκώθηκα το πρωί με αγωνία και έτρεξα στο σαλόνι. Τα δώρα ήταν κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, το παντζούρι ήταν μισάνοιχτο και στο τραπέζι της κουζίνας υπήρχαν δύο φλιτζάνια ελληνικού καφέ. What the fuck! Ο Άγιος Βασίλης όχι μόνο είχε έρθει για να φέρει τα δώρα, αλλά έκατσε να πιει δυο γουλιές καφέ με τον πατέρα μου ή τη μάνα μου. Δεν ακούμπησα τα φλιτζάνια. Πήρα αμέσως τηλέφωνο στη δουλειά της, ζητώντας τη μάνα μου. «Μου έφερε δώρο, ήρθε! Και είδα ότι ήπιατε και καφέ!» της είπα με μια ανάσα. «Άντε βρε, εγώ με τον πατέρα σου ήπιαμε καφέ. Δικά μας είναι τα φλιτζάνια. Και επίσης, εμείς σου φέρνουμε κάθε χρόνο τα δώρα», απάντησε. Τώρα που το σκέφτομαι, ο τρόπος της θύμισε λίγο το ανέκδοτο με τον θάνατο της μάνας του φαντάρου και την προσπάθεια του λοχαγού να ανακοινώσει στον γιο το κακό μαντάτο, διατάσσοντας στην πρωινή αναφορά: «Όποιος έχει μάνα, να κάνει ένα βήμα μπροστά… Πού πας, ρε Καραμήτρο». Θυμάμαι ότι δεν στεναχωρήθηκα ιδιαίτερα, ίσως ο χρόνος να έτρεξε μερικά δευτερόλεπτα πιο γρήγορα. Έκλεισα το τηλέφωνο και έτρεξα να ανοίξω το δώρο. Αργότερα σκεφτόμουν, «πόσο αφελής ήμουν, είναι δυνατόν να υπάρχει Άγιος Βασίλης. Πρακτικά δηλαδή, δεν θα προλάβαινε να παραδώσει τόσα δώρα. Πόσο να αντέξουν οι τάρανδοι και επίσης πετάει το έλκηθρο; Δεν πετάει. Χε χε, για φαντάσου». Κώστας Κουκουμάκας

Η θεία μου είναι άγιος

Οι πρωτοχρονιές μου ήταν κάπως έτσι. Ο μπαμπάς μου πάντα θα έβαζε να παίζει στο CD το «Πάει ο παλιός ο χρόνος». Εκείνα τα λεπτά που κρατά το τραγούδι και μεσολαβεί η αλλαγή τη χρονιάς, κάποιος από τους φίλους του θα άναβε καπνογόνο στο μπαλκόνι, όσο η μαμά μου θα με κρατούσε από το χέρι συνοδεύοντάς με μέχρι τον Άγιο Βασίλη που εμφανιζόταν μέσα από τους κόκκινους καπνούς για να μας φέρει τα δώρα. 

Εκείνη τη φορά όμως που ο πατέρας μου πάτησε το play στο CD για να αποχαιρετήσουμε το '94, ξέφυγα από το χέρι της μαμάς μου και πλησίασα την μπαλκονόπορτα της κουζίνας μήπως και καταφέρω να τον δω πριν από τους άλλους να κατεβαίνει από το έλκηθρο. Αντί για το έλκηθρο όμως, είδα κάτι σακούλες από παιχνιδάδικο έξω ακριβώς από την μπαλκονόπορτα του δωματίου μου. Θυμάμαι να γουρλώνω τα μάτια μου από το σοκ και να τρέχω χωρίς να πω τίποτα σε κανέναν προς το δωμάτιό μου για να δω από κοντά τι ακριβώς συμβαίνει. Προσπαθώντας να μπω μέσα διαπίστωσα ότι κάποιος είχε κλειδώσει την πόρτα. Μέσα από την κλειδαρότρυπα είδα τη θεία μου να είναι ντυμένη με τη στολή του Άγιου Βασίλη και να βάζει τα ψεύτικα γένια. Βγήκα στο σαλόνι και προσποιήθηκα ότι τίποτα από όλα αυτά δεν είχε συμβεί, μην και δεν πάρω το δώρο μου. Μάλιστα κράτησα το μυστικό για ακόμη μία χρονιά για να είμαι σίγουρη ότι η σακούλα από το παιχνιδάδικο θα φτάσει σίγουρα στα δικά μου χέρια. Μελπομένη Μαραγκίδου

Pixabay

Πάρτε το 000

Για εμάς που μπήκαμε στο Δημοτικό με πρωθυπουργό τον Κώστα Σημίτη και θυμόμαστε τα βαριά κέρματα της δραχμής ως μία οριστική ανάμνηση του νηπιαγωγείου, η επικοινωνία με τον Άγιο Βασίλη δεν θα μπορούσε παρά να ακολουθήσει το αίτημα του εκσυγχρονισμού. Κάπως έτσι οι γονείς μου μού ξεκαθάρισαν από την αρχή πως για να ζητήσω δώρο από τον Άγιο Βασίλη, δεν έπρεπε να του στείλω γράμμα, αλλά να τον πάρω τηλέφωνο. Ο αριθμός που έπρεπε να καλέσω ήταν το 000, κάτι σαν τη βαθμολογία του ΘΟΥ-ΒΟΥ. Με την αρωγή της μητέρας μου λοιπόν, κάμποσες μέρες πριν από τα Χριστούγεννα εγώ κι ο αδερφός μου πιάναμε στασίδι στον καναπέ και συνδεόμασταν με Ροβανιέμι. Έτσι νομίζαμε δηλαδή, γιατί στην πραγματικότητα συνδεόμασταν με την κρεβατοκάμαρα των γονιών μου, απ' όπου ο πατέρας μου έκανε -αποτυχημένα, σκέφτομαι τώρα πια- τον Άγιο Βασίλη.

Η φάση προχωρούσε με επιτυχία για δύο-τρία χρόνια, μέχρι που ο πατέρας μου έκανε το μοιραίο λάθος. Καθώς νόμιζε ότι η μάνα μου είχε ακόμα το ασύρματο στα χέρια της (εκείνη πάντα επιβεβαίωνε ότι είχαμε πάρει το σωστό νούμερο, τάχα μου τάχα μου), είπε στο τηλέφωνο: «άντε ρε Μαρία, βαλ' τους να πουν τι θέλουν να τελειώνουμε, έχουν σχολείο αύριο και δεν θα έχουν σηκωμό το πρωί». Ο αδερφός μου, που είχε το τηλέφωνο στο αυτί του, γύρισε προς το μέρος μου και σχεδόν συντετριμμένος είπε: «Ο μπαμπάς». Τότε εμείς τρελαμένοι αρχίσαμε να τρέχουμε από 'δω και από 'κει μέσα στο σπίτι μέχρι που τον πετύχαμε με το ακουστικό στο χέρι. Τα γεμάτα κλάμα και γκρίνια «είσαι ψεύτης» και «δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης» έδωσαν και πήραν. Όχι για πολύ βέβαια, αφού σύντομα λάβαμε τις καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις ότι το δώρο θα ερχόταν κανονικά. Santa Claus Who? Θοδωρής Χονδρόγιαννος

Δεν υπάρχει. Ε και;

Ήμουν πέντε χρονών όταν έμαθα ότι ο Άγιος Βασίλης υπήρχε μόνο στη φαντασία μου και στις διαφημίσεις. Θυμάμαι ακόμη τους μασκαρεμένους τύπους που μοίραζαν μικρά δωράκια έξω από τα παιχνιδάδικα της εποχής -αρχές 90's- με σκοπό να με βάλουν στο «τριπάκι» να ψήσω τους γονείς μου να μπούμε στο μαγαζί. Βέβαια και οι δασκάλες μας στον παιδικό σταθμό που μεταμφιέζονταν στις χριστουγεννιάτικες γιορτές σε Santa, έπαιξαν τον ρόλο τους στο να πιστέψω πως επρόκειτο για πραγματικό πρόσωπο. Μια μέρα άσχετη με τα Χριστούγεννα, ο κολλητός μου ο Γιάννης, μας μάζεψε -τα αγόρια μόνο- σε ένα απόμερο μέρος στο προαύλιο του σχολείου για να μας πει με συνωμοτικό ύφος, ότι ο Άγιος Βασίλης δεν υπάρχει. Προσωπικά, το πήρα πολύ χαλαρά λέγοντας απλά ένα «εντάξει». Το μεσημέρι της ίδιας μέρας, ανακοίνωσα στους γονείς μου πως έμαθα την αλήθεια και ότι δεν χρειάζεται πλέον να τυλίγουν τα δώρα μου. Ειλικρινά, δεν πληγώθηκα, ούτε με πείραξε ιδιαίτερα η αλήθεια. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως, υποσυνείδητα, να το ήξερα από την αρχή. Αντώνης Κωνσταντάρας 

Ο Αξύριστος Παχουλός Κυριούλης

Νομίζω πως η κατάρρευση του μύθου της ύπαρξης του Άγιου Βασίλη, ήρθε σιγά σιγά στη ζωή μου. Οι γονείς μου ήταν αρκετά κυνικοί για να κάτσουν να στήσουν ολόκληρη παράσταση με καμινάδες, τζάκια, ταράνδους και έλκηθρα, οπότε μάλλον δεν τον είχα ποτέ στο μυαλό μου τόσο γαμάτο όσο παρουσιάζεται. Έβρισκα πάντα το δώρο στην κουζίνα και όχι κάτω από το δέντρο «Γιατί εκεί ήθελε να το αφήσει ο Άγιος» και γι' αυτό είχα πάντα στο μυαλό μου πως ο Άγιος Βασίλης είναι ένας τύπος σαν τους κούριερ της ACS που παραγγέλνεις κάτι και σου το φέρνει επειδή για κάποιο λόγο σε συμπαθεί. Απλώς επειδή είναι γιορτές φοράει κόκκινα ρούχα, ενώ από τις διαφημίσεις πίστευα πως συνεργάζεται και με την coca-cola. 
Ευτυχώς αυτό μου επέτρεπε να είμαι κωλόπαιδο όλο το χρόνο και να μην χρειάζεται να δείχνω καλό χαρακτήρα για να έχω κάβα χάρες από τον αξύριστο παχουλό κυριούλη. Παρόλα αυτά σαν παιδί νομίζω πως είχα την ανάγκη να πιστέψω πως αυτές οι ημέρες είχαν κάτι μαγικό, γι' αυτό μέχρι τα 6 μου διατηρούσα κάποιες αμφιβολίες, γιατί μάλλον ήθελα μέσα μου να υπάρχει το σαλέ στη Φινλανδία. Μέχρι που περπάτησα με τους γονείς μου τους δρόμους της Ερμού και τους ρώτησα συνωμοτικά «Πώς γίνεται να υπάρχουν τόσοι Άγιοι Βασίληδες εδώ πέρα;». Αν και οι γονείς μου δεν απάντησαν ποτέ, η φωνή του μεγαλύτερου κατά 4 χρόνια αδερφού μου που είπε «Δεν υπάρχει κανονικός Άγιος Βασίλης. Όλοι το ξέρουν αυτό πια», ήταν αρκετή για να εγκαταλείψω την ιδέα της ύπαρξης του. Έτσι, εκείνο το παγωμένο απόγευμα του Δεκέμβρη, η μορφή του Σάντα Κλάους αντικαταστάθηκε με τη μορφή του αδύνατου κατσιασμένου μεροκαματιάρη που ντύνεται στα κόκκινα και τριγυρνάει στα εμπορικά καταστήματα για να φωτογραφηθεί με τα παιδάκια για λίγα χρήματα. Άννα Νίνη

Περισσότερα από το VICE

Έτσι Ξεπέρασα την Ψυχολογική μου Εξάρτηση από την Κάνναβη

Είμαστε η Γενιά που θα Δει Όλους τους Ζωντανούς Θρύλους να Πεθαίνουν - Ζωή σε Λόγου Μας

Γιατί οι Πολιτικοί Μιλάνε σαν να Ποστάρουν στο Facebook

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.

Tagged:
αλήθεια
Χριστούγεννα
γιορτές
Άγιος Βασίλης
Πρωτοχρονιά
δώρα