ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Music by VICE

Ακούσαμε Μουσική σε ένα από τα πιο Ιστορικά Δισκοπωλεία της Θεσσαλονίκης

Μια συνέντευξη και πολλές ιστορίες με τον ιδιοκτήτη του Noise Record Shop.

Κείμενο Αντώνης Κωνσταντάρας
24 Απρίλιος 2015, 1:00am

Φωτογραφίες: Νεφέλη Τσάλτα

Τις πιο πολλές φορές η ιστορία χτίζεται από πολλά μικρά κομμάτια. Κάθε ένα από αυτά έχει την δική του εξέλιξη και όλα μεταξύ τους είναι, σε βάθος χρόνου, εξίσου σημαντικά ακόμη και αν κάτι τέτοιο δεν ήταν ευδιάκριτο από την αρχή. Έτσι και το Noise Record Shop, ένα μικρό σε μέγεθος δισκοπωλείο που όμως έχει διαγράψει την δική του αξιοζήλευτη πορεία στα μουσικά δρώμενα της Θεσσαλονίκης (στην οποία εδρεύει) και όχι μόνο. Αν το επισκεφτείς, πίσω από το ταμείο θα βρεις τον ιδιοκτήτη του, τον Αυρήλιο Κουκούτση, ο οποίος κατά πάσα πιθανότητα θα ψάχνει στο internet για παλιές και νέες κυκλοφορίες με τις οποίες θα θέλει να εμπλουτίσει τα ήδη γεμάτα ράφια του μαγαζιού.

Όταν κάποιος έχει ένα τόσο όμορφο όνομα, σου τραβάει το ενδιαφέρον από την πρώτη στιγμή. Ο Αυρήλιος λοιπόν, είναι κατά την άποψη μου, ένας άνθρωπος που μπορεί πραγματικά να σου πει πολλά και ενδιαφέροντα σχετικά με την μουσική ταυτότητα και την underground κουλτούρα της πόλης. Παραμένει ένας ρομαντικός, λάτρης της μουσικής, πράγμα σπάνιο στις εποχές που διανύουμε, ο οποίος λάμπει ολόκληρος όταν μιλά για τους αγαπημένους του New Order, τα μελλοντικά του σχέδια και φυσικά για τις στιγμές που έχει περάσει ως δημιουργός ενός εγχειρήματος που κράτησε στον χρόνο παρά τις αντιξοότητες της εκάστοτε εποχής.

VICE: Τι σημαίνει να «τρέχεις» ένα παραδοσιακό δισκοπωλείο στη Θεσσαλονίκη σήμερα;
Αυρήλιος Κουκούτσης: Ένας «Γολγοθάς» και όμως ωραίος κατά κάποιο τρόπο, όσο παράδοξο και οξύμωρο μπορεί να ακούγεται. Τα τελευταία 10 χρόνια (τα χρόνια της κατηφόρας των δισκάδικων), βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το «τρίγωνο του διαβόλου», όπως το αποκαλώ το οποίο είναι ένα τρίπτυχο που αποτελείται από την digital εποχή, την πληθώρα και υπερπαραγωγή μέτριας και «δήθεν» μουσικής, αλλά και τη συνεχόμενη οικονομική κρίση στην χώρα μας. Επιπλέον, είναι αρκετά δύσκολο το ξεσκαρτάρισμα και το συνεχόμενο κυνήγι για κάτι που πράγματι ξεχωρίζει ή γενικά, αξίζει να αποκτηθεί. Στην δύσκολη εποχή του «προσαρμόσου ή πέθανε» όπου το «μέτριο και συμπαθές» (όπως σοφά το περιέγραψε πριν λίγο καιρό ο Μάκης Μηλάτος) επικρατεί και επιβάλλεται στους περισσότερους ακροατές, επιμένω να μην θέλω, ίσως πιθανότατα και να μην μπορώ, να εμπορεύομαι εμπορικά ή ακόμη και «κλασικά» μουσικά είδη. Ειλικρινά, δεν ξέρω αν αυτή η επιμονή μου να κρατάω την μουσική ταυτότητα του Noise Records σαν ένα εναλλακτικό και εξειδικευμένο δισκοπωλείο με συγκεκριμένα είδη και στυλ, «σνομπάροντας» κατά κάποιο τρόπο πολλά ονόματα και κυκλοφορίες, θα μου βγει τελικά σε καλό ή όχι. Θα δείξει...

Το Noise Records είναι ένα από τα πιο ιστορικά δισκοπωλεία της πόλης έχοντας ήδη μια ιστορία σχεδόν 23 χρόνων πίσω του. Τι κρατάς και τι έχεις «πετάξει» από την μέχρι στιγμής πορεία σου;
Αρχικά θα σου πω ποια είναι τα θετικά. 'Όλη σχεδόν τη μουσική που έχει περάσει και περνάει όλα αυτά τα χρόνια από τα ράφια του Noise. Η ανακάλυψη και στήριξη νέων καλλιτεχνών και μουσικών τάσεων. Η αγάπη και ο σεβασμός πρώην και νυν πελατών. Αστείες και σοβαρές στιγμές, ατέλειωτες συζητήσεις με φίλους και πελάτες για μουσική ταινίες ή οτιδήποτε σχετικό.

Αυτά που έχω πετάξει είναι: η ψυχολογική «φύρα» από τον ανταγωνισμό του εμπορίου. Ποτέ δεν το γούσταρα, ποτέ δεν το συνήθισα. Ακόμη και σήμερα. Στα «καλά» μεν χρόνια, οι ατελείωτες ώρες δουλειάς και δέσμευσης που μου στέρησαν αρκετές στιγμές με τη οικογένεια μου. Μετά, η συρρίκνωση, η «κατηφόρα», η τωρινή «εύθραυστη» σταθερότητα, η συνεχόμενη αβεβαιότητα του μέλλοντος.

Σε ποια είδη μουσικής και format εξειδικεύεται το Noise;
Θα σου απαντήσω μηχανικά σ' αυτήν την ερώτηση όπως θα απαντούσα σε κάποιον νέο πελάτη που μπορεί να με ρωτήσει μπαίνοντας στο Noise. Indie Pop, Alternative Rock, New Wave / Post Wave, Synth Pop, Dance και Electronica (Techno – House – Experimental – Ambient)

Το βινύλιο (albums και 7" singles) πλέον κυριαρχεί. Από την άλλη, το ποσοστό της ζήτησης των CD όλο και χαμηλώνει όπως και η παραγωγή τους γενικότερα, μιας και οι περισσότεροι καλλιτέχνες, που ακόμη στις μέρες μας κυκλοφορούν την δουλειά τους και σε «φυσική» μορφή, προτιμούν το βινύλιο συνοδευόμενο από download link. Υπάρχει όμως και ένα μικρό αλλά αξιομνημόνευτο ποσοστό που, όσο παράδοξο και αν ακούγεται, κυκλοφορεί τη μουσική του με τη μορφή κασέτας. Την χρυσή προ-downloading και προ-copy εποχή (1995-2005) «έφευγαν» πάρα πολλά CD της Psychedelic /Goa Trance σκηνής, η οποία αν και συνεχίζει στις μέρες μας, η νόμιμη κατανάλωση της σε μορφή CD τείνει να εξαφανιστεί (τουλάχιστον, στην Ελλάδα). «Επιζούν» μόνον κάποιες αξιόλογες Chill Out / Ambient CD κυκλοφορίες που ξεχωρίζουν, από labels όπως η Altar και η Ultimae. Στην dance αγορά, ανέκαθεν κυριαρχούσε και κυριαρχεί το 12-ιντσο βινύλιο, το maxi-single. Όσον αφορά την επανεμφάνιση και επιστροφή της κασέτας, η ζήτησή της παραμένει χαμηλή (όπως βέβαια και τα αντίτυπα στα οποία διατίθενται), εφόσον, νομίζω, ότι αποτελούν περισσότερο μία κίνηση «αντίδρασης».

Τι σου δίνει δύναμη να συνεχίζεις, σε πείσμα των καιρών που είναι δυσοίωνοι για τα μικρά δισκοπωλεία; Έχεις σκεφτεί ποτέ να τα παρατήσεις;
Ναι, αναπόφευκτα πέρασε από το μυαλό μου. Αλλά αυτό μάλλον δεν πρόκειται να γίνει προς το παρόν. Όσο υπάρχει ακόμη, ως κύρια κινητήρια δύναμη, η αγάπη για αυτό που κάνω (από εμένα, αλλά και από τους πελάτες) συν το ότι ακόμη το «μαγαζί μπορεί και βγαίνει» έστω και με αρκετό, ψυχικό κατά κύριο λόγο, κόπο. Ελπίζω και πιστεύω ότι θα συνεχίσω. Η αλήθεια είναι πως με τους οιωνούς και τα μηνύματα στο τέλος της προηγούμενης δεκαετίας δεν ήμουν και τόσο αισιόδοξος ότι πράγματι θα συνέχιζα και το 2015.

Και ειλικρινά εύχομαι με όλη μου τη ψυχή για όλους τους συναδέλφους, παντού, να αντέξουμε! «We're here to stay» που λένε και οι New Order.

Τελευταία, γίνεται κουβέντα σχετικά με την Record Store Day και το κατά πόσο αυτή βοηθά τα μικρά δισκοπωλεία και label ή όχι. Εσένα ποια είναι η άποψη σου, βάση εμπειρίας, πάνω στο θέμα;
Mεγάλο θέμα και αυτό. Από την πρώτη στιγμή, από την πρώτη κιόλας RSD, βλέποντάς την περισσότερο από την μεριά του συλλέκτη και λιγότερο από την μεριά του δισκοπώλη, ένοιωσα κατευθείαν αυτόν τον «εκβιασμό» μιας κυκλοφορίας περιορισμένων αντιτύπων, παρά την χαρά του ότι δινόταν ένα έρεισμα ώστε να επιστρέψει ο κόσμος στα δισκοπωλεία. Από τότε κιόλας, μου ήταν επίσης αρκετά ξεκάθαρο ότι αυτό θα ήταν και μια μεγάλη ευκαιρία αισχροκέρδειας από πάρα πολλούς «ιδιώτες». Ευτυχώς, οχτώ χρόνια μετά, πληθαίνουν οι φωνές και τα δημοσιεύματα που παρουσιάζουν τα αρνητικά αυτής της μέρας, που πέρα από τα αναφερθέντα, έχει αρνητικό αντίκτυπο στα μικρά labels. Τα οποία πράγματι δυσκολεύονται από την μεγάλη καθυστέρηση στη παραλαβή των κυκλοφοριών τους γιατί τα λιγοστά εργοστάσια παραγωγής/κοπής βινύλιου, παρά το hype πως «το βινύλιο επιστρέφει δυναμικά», είναι σχεδόν καπαρωμένα για το μισό του έτους από την παραγωγή των κυκλοφοριών ειδικά για την RSD οι οποίες χρόνο με το χρόνο γίνονται ακόμη πιο πολλές, ακόμη πιο ανούσιες και ακόμη πιο ακριβές. Δυστυχώς, η RSD πλέον κατακλύζεται από άσκοπα, πανάκριβα «έγχρωμα» re-press ή από ειδικές εκδόσεις, τις οποίες ένας fan θα τις αγόραζε πιθανότατα έτσι κι αλλιώς και μία οποιαδήποτε άλλη μέρα του χρόνου. Χωρίς να στέκεται με τις ώρες σε ουρές. Νομίζω με καλύπτει το απλό «everyday should be a Record Store Day».

Έχεις επιλέξει συνειδητά, όπως είπαμε και πριν, να κινείσαι σε συγκεκριμένα μουσικά μονοπάτια όσον αφορά το Noise Records. Έχει βοηθήσει αυτό στο να δημιουργηθεί ένας συγκεκριμένος πυρήνας πελατών;
Αυτό πράγματι συμβαίνει από τα πρώτα χρόνια στο Noise. Οι «σταθεροί» εντός και εκτός Θεσσαλονίκης, είναι και αυτοί που αναμφισβήτητα στηρίζουν πραγματικά το δισκάδικο. Στα 22 χρόνια βέβαια πολλοί σταμάτησαν να αγοράζουν, αλλά δεν έπαψαν να είναι πραγματικοί φίλοι. Με τον τρόπο τους όμως και αυτοί βοηθάνε.

Ποιο είναι το πιο περίεργο πράγμα που σου έχει ζητήσει κάποιος;
Υπάρχουν πολλές ξεκαρδιστικές και εξωφρενικές στιγμές που θα μπορούσα να θυμηθώ, αλλά το περιστατικό με μια κυρία που μόλις είχε μπει στο δισκάδικο, καταχείμωνο αν θυμάμαι καλά και ρώτησε «που είναι παρακαλώ τα μαγιό μετρίου μεγέθους;», νομίζω άξια παίρνει το όποιο βραβείο.

Τι σε ώθησε στο να ξεκινήσεις το Noise, πίσω, στο μακρινό πλέον 1992;
Πρώτον, η προτροπή της τότε φίλης μου (και νυν συζύγου μου Μαρίας) να εγκαταλείψω το DJing και να «νοικοκυρευτώ». Και δεύτερον, η αυξανόμενη δυσκολία εύρεσης και απόκτησης κάποιων τίτλων από τα προαναφερθέντα μουσικά είδη στα δισκάδικα (στην Θεσσαλονίκης τουλάχιστον). Αξιαγάπητα και αξέχαστα όλα τα τότε ιστορικά δισκοπωλεία στο κέντρο αλλά και στην υπόλοιπη περιφέρεια αλλά θα έπρεπε κάποιος να τα επισκεφτεί όλα για μια ολοκληρωμένη συλλογή. Στο Stereodisc (το οποίο ευτυχώς συνεχίζει έως και σήμερα) θα βρίσκαμε Deep Freeze Mice, Mecano ή Triffids, στο "Βlow Up", Death In June ή στον «Πάτση» New Order και Marc Almond. Στο Rock 100, Pet Shop Boys και Depeche Mode, στον Μιχάλη στο Billboard, Blancmange και OMD, τα πρώτα Sarah και fanzines στον ημιώροφο στον Μπάμπη και για τα χορευτικά maxi «τρέχαμε» από την Αγ. Δημητρίου έως τον Ρόλλα στην Παπάφη ή στον Ναϊσίδη στην Ανθέων. Έτσι, τον Δεκέμβριο του 1992 σε μία προσπάθεια να καλύψω αυτό το όποιο κενό ή καλύτερα, να δημιουργηθεί ένα δισκάδικο που θα επικεντρώνονταν στο «πάντρεμα» indie, dance και alternative ξεκίνησα το Noise, στην πρώτη του «θέση» στην Αγγελάκη, μια πραγματική μουσική «τρύπα» 15 μόλις τ.μ. Πίστεψέ με, δε το πίστευα τότε πως θα συνέχιζα μετά από 2 με 5 χρόνια. Όμως, έπειτα από δύο αλλαγές χώρου και 22,5 χρόνια, η προσπάθεια συνεχίζεται.

Θα μπορούσες να μας δώσεις ένα Top 5 πωλήσεων όλων των εποχών για το Noise;
Δεν νομίζω ότι θα μπορέσω να περιοριστώ σε ένα Top 5 για όλα αυτά τα χρόνια. Είναι ανάλογα με τις εποχές. Το πρώτο πραγματικά best seller που μπορώ να θυμηθώ είναι το «Different Class» των Pulp. Μετά, σχεδόν όλες οι 90's και 00's κυκλοφορίες των Depeche Mode. Δυστυχώς, κάποια Oasis, που ομολογώ ότι πάντα τους πουλούσα με μισή (και πολύ λέω) καρδιά. Το πρώτο CD των Spearmint το 1999. Από 12-ιντσα τα "Higher State of Consciousness" του Josh Wink, «Heaven Scent» από Bedrock και το «Xpander» του Sasha. Εντυπωσιακή κατανάλωση είχε και κάθε νέο CD των Astral Projection. Στα τωρινά «πέτρινα» χρόνια έχουν ξεχωρίσει οι επιστροφές των Swans και Aphex Twin και στα 12-ιντσα maxi, οι περισσότερες κυκλοφορίες της Dieb Audio.

Για να μάθεις περισσότερα για τ Noise Record Shop (Δημήτρη Μαργαρίτη 5, Θεσσαλονίκη) μπες εδώ και εδώ.

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.

Tagged:
Culture
Music
CD
new order
Θεσσαλονίκη
κρίση
Μουσική
πωλήσεις
δίσκοι
συκγροτήματα
Noise Record Shop
Αυρήλιος Κουκούτσης
δισκοπωλείο