Συνέντευξη

Ένας από τους Τελευταίους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης Μιλάει για την Πόλη που Αγάπησε και Τώρα Έχει Χαθεί

Έναν χρόνο μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου, ο συγγραφέας Αλέξανδρος Μασσαβέτας μιλά για την αγάπη του για την Πόλη και τη φυγή του από την Τουρκία του Erdoğan.

Κείμενο Θοδωρής Χονδρόγιαννος
14 Ιούλιος 2017, 5:15am

Στις φτωχογειτονιές της παλιάς Πόλης, εντός των βυζαντινών τειχών, διατηρούνται ως παιχνίδι οι αγώνες περιστεριών. Η κάθε ομάδα συχνά βάφει τα δύστυχα περιστέρια της με σπρέι, στο χρώμα που διαλέγει/ Όλες οι φωτογραφίες από την Κωνσταντινούπολη και την Τουρκία είναι μια ευγενική παραχώρηση του συγγραφέα

«Η πολίτικη κουζίνα είναι φτιαγμένη από ανθρώπους που άφησαν το φαΐ τους στη μέση, κάπου αλλού», λέει ο Φάνης Ιακωβίδης στην Πολίτικη Κουζίνα, την ταινία του Τάσου Μπουλμέτη που διαπραγματεύεται τον διωγμό των Ελλήνων Κωνσταντινουπολιτών από την Πόλη, το 1964.

Ενα χρόνο πριν, η ζωή μιμήθηκε την τέχνη. Την ημέρα του αποτυχημένου πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου, ένα απόγευμα Παρασκευής, ένα γλυκό τιραμισού θα ήταν το πιάτο που θα άφηνε μισοτελειωμένο ο συγγραφέας και δημοσιογράφος του Inside Story Αλέξανδρος Μασσαβέτας (εδώ, μερικά από τα κείμενά του για την Τουρκία), λίγο πρoτού πάρει την απόφαση να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη.

Ο Αλέξανδρος είναι ένας διαφορετικός άνθρωπος της Πόλης. Την επισκέφθηκε τυχαία, για πρώτη φορά το 2001, την ερωτεύθηκε αμέσως και αποφάσισε να μείνει εκεί, «για πάντα». Γνώρισε τους Τούρκους, περπάτησε τις παλιές ελληνικές και αρμένικες συνοικίες της πόλης και μέσα από τα βιβλία του Κωνσταντινούπολη: Η Πόλη των Απόντων και Μικρά Ασία, το Παλίμψηστο της Μνήμης (εκδ. Πατάκη και τα δύο), διηγείται τον τρόπο με τον οποίο ανακάλυψε την άλλη πλευρά του Αιγαίου. Λίγες ημέρες πριν από τη συμπλήρωση ενός χρόνου από το πραξικόπημα στην Τουρκία, είχα την τύχη να τον συναντήσω σε ένα στέκι του ιστορικού κέντρου της Αθήνας, όπου και μου διηγήθηκε τη δική του Πόλη, από την πρώτη επίσκεψη έως την απόφαση της φυγής, εξαιτίας του όλο και πιο αυταρχικού καθεστώτος του Erdoğan.

Η αναπάντεχη γνωριμία

«Γεννήθηκα εδώ, στην Αθήνα. Η γιαγιά μου εγκατέλειψε τη Μάκρη της Μικράς Ασίας με το διωγμό του 1922. Η εμπειρία της οικογένειας ήταν τραυματική, είχαμε χάσει αρκετούς συγγενείς στις σφαγές. Η γιαγιά μου δεν μιλούσε πολύ γι' αυτό», μου λέει στις πρώτες κουβέντες που ανταλλάσσουμε. «Με αυτά στο μυαλό μου, η Τουρκία δεν ήταν ποτέ στα σχέδιά μου».

Όλα ξεκίνησαν το 2001, από ένα ταξίδι που έμελλε να αλλάξει διαδρομή. «Γύρω στα 25, αποφάσισα να κάνω μια κρουαζιέρα με προορισμό το Τελ Αβίβ. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, μας είπαν ότι έπρεπε να σταματήσουμε στην Κωνσταντινούπολη. Όσο ήμουν στο πλοίο, ξεκίνησα να διαβάζω για την Πόλη, μην πάω εντελώς αδιάβαστος. Μου άνοιξε η όρεξη. Όταν το πλοίο ανέβηκε από τα Δαρδανέλια και πέρασε στον Ελλήσποντο, για να αγκυροβολήσει στην Πόλη, στο σημείο όπου ενώνονται οι τρεις θάλασσες, τότε έγινε έρωτας».

Ο Αλέξανδρος Μασσαβέτας (φωτογραφία του συντάκτη)
Παλιά ελληνικά σπίτια και παιδιά εσωτερικών μεταναστών στο Φανάρι.

Το πρώτο του βράδυ, ο Αλέξανδρος περπάτησε στο Πέρα ή αλλιώς Σταυροδρόμι, μία από τις πλέον ιστορικές συνοικίες της Πόλης, που κατά την οθωμανική εποχή κατοικούνταν από σχεδόν αμιγώς χριστιανικούς πληθυσμούς. «Εκείνη τη νύχτα κατάλαβα τι σημαίνει να εντυπωσιάζεσαι. Είχα μόλις τελειώσει τις σπουδές μου στα νομικά και δεν ήξερα τι θα κάνω στη ζωή μου. Μια βόλτα αρκούσε, για να πάρω την απόφαση να εγκατασταθώ στην Κωνσταντινούπολη. Αυτό που αγάπησα στην Πόλη ήταν η εναλλακτικότητά της, η γεωγραφία της, η ένωση των δύο ηπείρων και των τριών θαλασσών, η πλούσια αρχιτεκτονική της και πάνω από όλα η σχιζοφρένειά της. Περπατούσα για δέκα λεπτά στο κέντρο και έβλεπα εξευρωπαϊσμένους Τούρκους της μεσαίας τάξης να ζουν πλάι σε χαμόσπιτα με κοτέτσια. Έβλεπα τα παλιά χριστιανικά, εβραϊκά και αρμένικα κτίρια στη συνοικία του Πέρα να κατοικούνται από έναν πληθυσμό που δεν έχει καμία σχέση με αυτές τις παραδόσεις. Σύντομα, νοίκιασα ένα μικρό και φτηνό δωμάτιο στο Ταρλάμπασι, μία από τις τελευταίες ελληνικές γειτονιές της Πόλης, που τα τελευταία χρόνια είναι γνωστή για τα πορνεία και τα κακόφημα καταγώγια, όπου πηγαίνουν άνθρωποι, για να ακούσουν βαριά λαϊκή μουσική. Η ενέργεια, η άγρια ομορφιά και οι αντιφάσεις της Κωνσταντινούπολης με έκαναν να θέλω να γράψω και να μοιραστώ τα συναισθήματά μου για τη νέα γενέτειρά μου. Σε μια μέρα, από ένα άτομο που αγχώνεται για το κάθε τι μικρό, μετατράπηκα σε έναν άνθρωπο που δεν ασχολείται καθόλου με τα πρακτικά. Το να αισθάνεσαι χαμένος απέκτησε ξαφνικά μια γλυκιά αίσθηση».

Τα τούρκικα του δρόμου

«Η πρώτη δυσκολία που έπρεπε να αντιμετωπίσω ήταν η επικοινωνία με τους ντόπιους», λέει ο Αλέξανδρος. «Καθώς δεν μου περίσσευαν χρήματα, ξεκίνησα να περπατώ στο Φανάρι, το Τούνελ, το Γαλατά Σεράγι και το Κοντοσκάλι με ένα τουρκικό λεξικό στο χέρι. Πήγαινα σε διάφορα τραπέζια και έπιανα κουβέντα με Τούρκους, προσπαθώντας να μάθω τη γλώσσα. Πολλοί έρχονταν χρόνια αργότερα και με ρωτούσαν: "Εσύ δεν είσαι που ερχόσουν με το λεξικό, για να μάθεις τουρκικά;". Το αποτέλεσμα είναι σήμερα να μιλώ τα τούρκικα του δρόμου».

Ο Αλέξανδρος έπιασε δουλειά ως καθηγητής αγγλικών σε ένα νηπιαγωγείο της Πόλης και σύντομα ξεκίνησε να αρθρογραφεί για ελληνικά και ξένα περιοδικά, ψάχνοντας παράλληλα την ιστορία των μειονοτικών πληθυσμών της Κωνσταντινούπολης. Έκανε τους πρώτους φίλους του, Έλληνες και Τούρκους και η ζωή έπαιρνε σιγά-σιγά τον δρόμο της, σε μια εποχή εξωστρέφειας και κοσμοπολιτισμού για την Κωνσταντινούπολη, όπου συνέρρεαν καλλιτέχνες, συγγραφείς και ακτιβιστές. Παρόλα αυτά, τόσο η οικογένεια του Αλέξανδρου, όσο και οι Τούρκοι φίλοι του, δεν καταλάβαιναν την απόφασή του να εγκατασταθεί στην Τουρκία. «Μεγάλωσα σε ένα ελληνικό σπίτι με ζακυνθινές ρίζες. Οι Επτανήσιοι δεν έζησαν Τουρκοκρατία και αυτό τους έκανε πάντα να απεχθάνονται οτιδήποτε το ανατολίτικο ή οθωμανικό. Έβλεπαν αφ' υψηλού τους υπόλοιπους Έλληνες ως "τουρκοκρατούμενους". Από την άλλη, οι Τούρκοι με ρωτούσαν γιατί εγκατέλειψα μια ευρωπαϊκή χώρα, για να ζήσω στην προβληματική Τουρκία. Και στους μεν και στους δε έλεγα ότι από την Πόλη θα φύγω μόνο με το φέρετρο».

Τότε ήταν τα πρώτα χρόνια διακυβέρνησης του Erdoğan, «όταν και έγιναν πράγματα που γενεές Τούρκων περίμεναν για δεκαετίες. Η οικονομία αναπτύχθηκε και υπήρχε ένας αέρας ελευθερίας άνευ προηγουμένου. Τούρκοι ξεκίνησαν να μιλούν ανοιχτά για τη γενοκτονία των Αρμενίων, να λένε ότι η παραμονή του τουρκικού Στρατού στην Κύπρο αποτελεί κατοχή, ότι η τουρκική δημοκρατία γεννήθηκε μέσα από εθνικές εκκαθαρίσεις και ότι οι μειονότητες πρέπει να αποκτήσουν δικαιώματα», λέει ο Αλέξανδρος.

Στον μαχαλά των Ρομά, μπροστά στα βυζαντινά τείχη της Νίκαιας.
Τα ερείπια του άλλοτε ελληνικού σχολείου στο Κούμκαπι.
Σπίτια στο Φανάρι.

«Κομμάτια από την ψυχή της Πόλης χάνονταν μέρα με τη μέρα»

Το κλίμα, σύντομα, θα άλλαζε. «Το ισλαμιστικό κόμμα του Erdoğan άνοιξε πόλεμο με το κοσμικό στοιχείο και προσπάθησε να ισλαμοποιήσει τη δημόσια ζωή. Ο θρησκευτικός λόγος επέστρεψε στην πολιτική, η μαντίλα μπήκε ξανά στα πανεπιστήμια, τα ιεροδιδασκαλεία εξισώθηκαν με τα υπόλοιπα σχολεία. Για να μείνεις σε ένα ξενοδοχείο με τον σύντροφό σου, έπρεπε να δείξεις πιστοποιητικό γάμου. Τέθηκαν αυστηροί όροι για τις εκτρώσεις. Επανήλθε το πρότυπο της ισλαμικής πολυγαμίας. Ακόμη, η πόλη άλλαζε προς το χειρότερο. Ιστορικά κτίρια μειονοτικών πληθυσμών κατεδαφίζονταν, για να αντικατασταθούν από εμπορικά κέντρα που τροφοδοτούσαν τη νέα αυταπάτη των νεόπλουτων Τούρκων. Στο Ταρλάμπασι, μια ελληνική και αρμενοκαθολική συνοικία, κτίρια από την Μπελ Επόκ των δεκαετιών 1890-1920 καταστράφηκαν, για να εκδιωχθούν οι φτωχοί αθίγγανοι από το κέντρο. Κομμάτια από την ψυχή της Πόλης χάνονταν μέρα με τη μέρα».

Το Ταρλάμπασι, πριν αρχίσουν οι κατεδαφίσεις των ιστορικών κτιρίων της Μπελ Επόκ, το 2012.
Η εγκατάλειψη του παλιού εβραϊκού νεκροταφείου στο Χάσκιοϊ και οι φάλαγγες των πολυκατοικιών στο βάθος συνοψίζουν το παρατημένο παρελθόν και το γκρίζο μέλλον της Πόλης.
Αργυροχόος στο Μπουγιούκ Βαλιντέ Χαν.

Η εξέγερση και ένα μισοτελειωμένο τιραμισού

Με αφορμή την καταστροφή του πάρκου Γκεζί για την ανοικοδόμηση ενός εμπορικού κέντρου, στα τέλη Μαΐου του 2013, Τούρκοι πολίτες ξεκίνησαν διαδηλώσεις κατά της κυβέρνησης Erdoğan, αντιδρώντας ανοιχτά στη σταδιακή αυταρχικοποίηση της δημόσιας ζωής. «Όταν ξέσπασαν οι πρώτες συγκρούσεις, βρισκόμουν στην Αθήνα. Έκλαιγα κάθε μέρα, μέχρι τη στιγμή που αποφάσισα να γυρίσω, για να στηρίξω τους φίλους μου που ήταν εκεί. Είχα κλείσει πια δέκα χρόνια στην Πόλη. Αν και το κράτος δεν μας ήθελε, οι Τούρκοι μας είχαν αγκαλιάσει από την πρώτη μέρα. Τους το οφείλαμε. Είχαμε την ελπίδα ότι κάτι θα γινόταν και θα σωζόταν η Τουρκία. Ζήσαμε πρωτοφανείς στιγμές. Ένα απόγευμα, μπήκαμε στο λόμπι ενός ξενοδοχείου, για να γλιτώσουμε από την Αστυνομία. Έλληνες, Τούρκοι, άνδρες, γυναίκες, νέοι και ηλικιωμένοι - όλοι μαζί. Η προσπάθεια να δημιουργηθεί μέσα από την εξέγερση του Γκεζί ένας τρίτος πόλος ανάμεσα στους ισλαμιστές και τους κεμαλιστές, πνίγηκε στη βία των οπαδών του Erdoğan. Μαγαζιά Τούρκων που στήριζαν την εξέγερση καταστράφηκαν από το παρακράτος του Erdoğan».


Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook.


Σύντομα, ο Αλέξανδρος επρόκειτο να πάρει την απόφαση να φύγει από την Πόλη. «Οπαδοί του Erdoğan και θρησκόληπτοι ξεκίνησαν να συχνάζουν στα στέκια μας, για να καλύψουν τον δημόσιο χώρο των πιο προοδευτικών. Λίγες ημέρες μετά τα γεγονότα του Γκεζί, συνάντησα μια Ελληνίδα φίλη μου σε ένα rock μπαρ του Γαλατά, όπου συχνάζαμε για χρόνια. Παρήγγειλα ένα τιραμισού. Όταν το δοκίμασα, παρατήρησα ότι είχε μια περίεργη γεύση. Κάτι του έλειπε. Με τα πολλά, κατάλαβα ότι δεν είχε λικέρ. "Νομίζω ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα, το τιραμισού δεν έχει λικέρ", είπα στον ιδιοκτήτη. "Δεν μπορούμε να βάλουμε λικέρ, οι περισσότερες πελάτες μας δεν το θέλουν πια", μου απάντησε. Λίγο αργότερα, ξεκίνησε η προσευχή του μιναρέ. Ακουγόταν ασυνήθιστα δυνατά, λες και ήμασταν σε κάποιο χωριό της Ανατολίας. Στο άκουσμά της, ο ιδιοκτήτης έκλεισε τη μουσική. Μιλάμε για ένα rock μπαρ σε μια από τις πιο αστικές περιοχές της Πόλης. Ήταν φανερό ότι ζούσαμε ένα τέλος εποχής. Το ίδιο βράδυ, είπα στη φίλη μου ότι φεύγω», λέει ο Αλέξανδρος.

Στο τέλος δεν υπήρχαν δάκρυα. «Ήταν ανώφελο να κλαίω για μια Πόλη που είχε πια χαθεί. Οι ισλαμιστές εκμεταλλεύτηκαν την οικονομική καχεξία, τη διαφθορά και το αίσθημα παραγκωνισμού που ένιωθαν πολλοί Τούρκοι υπό το κεμαλικό καθεστώς και με όπλο την οικονομική ανάπτυξη έφεραν στο προσκήνιο ένα αντιδραστικό Ισλάμ. Τον τελευταίο καιρό προτού εγκαταλείψω την Τουρκία, ξεκινήσαμε να γινόμαστε μάρτυρες προπηλακισμών απέναντι σε "απίστους". Κατά τη διάρκεια του Ραμαζανιού, Τούρκοι έφτυναν ανθρώπους που έτρωγαν, έπιναν ή κάπνιζαν δημόσια, απλώς και μόνο επειδή δεν νήστευαν. Επανεμφανίστηκε το "χαστούκι του Ραμαζανιού", για όποιον τολμούσε να μην νηστεύει κατά τη διάρκεια της ημέρας».

Μέχρι το 2010, ξένοι καλλιτέχνες και μποέμ συνέρρεαν στην Πόλη, όπως η εικονιζόμενη Γκολνάρ Ταμπιμπζααντέ, ζωγράφος από το Ιράν. Οι περισσότεροι έχουν φύγει πια.
Μεγάλο μέρος της γοητείας της παλιάς Πόλης είναι τα μικρομάγαζα, όπως αυτό στο Κούμκαπι που πουλά τακούνια.

Γιατί η Ελλάδα αρέσει στους Τούρκους;

Ρωτώ τον Αλέξανδρο πώς βλέπουν την Ελλάδα οι Τούρκοι φίλοι του που έχουν εγκατασταθεί στην Αθήνα. «Τη βλέπουν ως μια Τουρκία σε ιδανική εκδοχή. Έχει τα πλεονεκτήματα μιας ευρωπαϊκής χώρας, η οποία όμως ταιριάζει στην ψυχοσύνθεση του ευαίσθητου και ρομαντικού Τούρκου που δεν κάνει εύκολα χωριό με τους βόρειους Ευρωπαίους. Ακόμη, παρότι η Ελλάδα περνά κρίση, βλέπουν ότι εδώ δεν υπάρχει παρακράτος, οι κοινωνικές σχέσεις είναι πιο άνετες και μπορούν να πιουν πιο εύκολα αλκοόλ».

Μπορεί η Αθήνα να ανταγωνιστεί την ομορφιά της Κωνσταντινούπολης; «Η Πόλη είναι πιο όμορφη. Υπήρξε από την ίδρυσή της μια μεγάλη πόλη. Ήταν το κέντρο της Βυζαντινής και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αντίθετα, η Αθήνα έσβησε στα βάθη των αιώνων και γεννήθηκε ξανά. Παρόλα αυτά, μέσα στην κρίση η Αθήνα απέκτησε μια ιδιαίτερη γοητεία και απεμπόλησε τον νεοπλουτισμό της. Η Αθήνα έχει ακόμη δύο πλεονεκτήματα σε σχέση με την Κωνσταντινούπολη: εδώ οι θάλασσες είναι καθαρές και μπορείς να κολυμπήσεις, την ώρα που στην Τουρκία δεν τολμάς να μπεις στα μολυσμένα νερά του Βοσπόρου και της Προποντίδας. Ακόμη, όσο και αν προκαλεί εντύπωση, εδώ το φαγητό είναι πολύ καλύτερο. Εξαιτίας της δυσανεξίας τους στα μπαχαρικά, οι Τούρκοι τρώνε κυρίως νερόβραστα μαγειρευτά και όχι spicy και καυτερά φαγητά, όπως πολλοί νομίζουν. Τα δικά μας είναι πολύ πιο λαδερά και εύγευστα».

Εκκλησία στην Ίμβρο.
Το ροδαλί χρώμα της ντόπιας «σαρμουσακόπετρας» δίνει τον τόνο στο Αϊβαλί και το Μοσχονήσι.

«Κάνουν στους Τούρκους ό,τι έκαναν στους Ρωμιούς το '55»

Λίγο προτού αποχαιρετήσω τον Αλέξανδρο, τον ρωτώ αν θα επέστρεφε ποτέ στην Κωνσταντινούπολη. «Δεν διατηρώ πια καμία αισιοδοξία για το άμεσο μέλλον της Τουρκίας. Το πραξικόπημα ήταν ένα φιάσκο με πολλά αναπάντητα ερωτήματα... Το μόνο βέβαιο είναι πως έδωσε στον Erdoğan το πρόσχημα να εξαπολύσει εκστρατεία εκκαθάρισης των πανεπιστημίων και της δικαιοσύνης, σταλινικού μεγέθους. Πολλοί απολύθηκαν, απλώς και μόνο επειδή είχαν εκφράσει αντιπολιτευτικές ή φιλοκουρδικές θέσεις, χωρίς να έχουν καμία σχέση -πολιτική ή κοινωνική- με τους γκιουλενιστές. Όσο για τον Τύπο, που ήταν ήδη ελεγχόμενος στο μεγαλύτερο μέρος του εδώ και χρόνια, τώρα λειτουργεί είτε ως γραφείο Τύπου του Erdoğan είτε υπό τη δαμόκλειο σπάθη της αστυνομικής και δικαστικής καταστολής, αν αρνηθεί να το κάνει. Το δημοψήφισμα του Απριλίου έδωσε, έστω και με οριακή πλειοψηφία, το ελεύθερο στον μονοκράτη της χώρας να αλλάξει το Σύνταγμά της, παρέχοντας υπερεξουσίες στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και μετατρέποντας το καθεστώς de jure σε εκλεγμένη απολυταρχία. Σήμερα, η Τουρκία είναι μια χώρα όπου ο κόσμος σκέφτεται πάρα πολύ, προτού εκφράσει οποιαδήποτε πολιτική ή κοινωνική θέση. Ο φόβος πως θα "πληρώσει ακριβά" την οποιαδήποτε κριτική στο καθεστώς κάνει πολλούς να σιγούν. Στο μεταξύ, οι νέοι με τις καλές σπουδές και τις φιλελεύθερες αντιλήψεις φεύγουν, φεύγουν ομαδικά και διασκορπίζονται όπου γης. Πρόκειται ίσως για το μεγαλύτερο brain drain στον σημερινό κόσμο. Η Τουρκία χάνει πολύτιμο ανθρώπινο κεφάλαιο και μετατρέπεται, με γοργούς ρυθμούς, σε ένα στρατόπεδο πειθήνιων εντολοδόχων και καταδοτών. Πριν από λίγες ημέρες, συνάντησα έναν Τούρκο ακαδημαϊκό στην Ελλάδα, που προς μεγάλη μου έκπληξη έχει εγκατασταθεί στην Αθήνα. "Τώρα οι οπαδοί του Erdoğan κάνουν σε εμάς ό,τι έκαναν οι κεμαλιστές στους Ρωμιούς, το 1955. Ζούμε τα τουρκικά Σεπτεμβριανά", μου είπε. Όποιος δεν είναι με τον Erdoğan, είναι εχθρός, ας είναι και Τούρκος. Για όλα αυτά, νομίζω ότι οι καλές μέρες μου στην Πόλη ανήκουν ανεπιστρεπτί στο παρελθόν και ότι η αυτοεξορία, τόσο εμού όσο και φίλων Τούρκων, θα είναι παντοτινή».

Δείτε περισσότερες φωτογραφίες παρακάτω.

«Ποτέ δεν συνήθισα το τουρκικό τσάι, που μου φαίνεται σαν άγευστο πικρό νερό. Με σαγηνεύουν όμως τα μικρά ποτηράκια και το τσάι ως απαραίτητο συνοδευτικό της διαδρομής του πορθμείου από την Ευρώπη στην Ασία ή από την Πόλη στα Πριγκιπόνησα», Αλέξανδρος Μασσαβέτας.
«Η Λεβαντίνα Κατερίνα Βεντούρα στο σπίτι της στην Πούντα της Σμύρνης. Είχα την τύχη να την γνωρίσω και να ακούσω, στην σμυρναίικη ελληνική μητρική της, την ιστορία της ζωής της αλλά και της Σμύρνης μετά την Φωτιά», Αλέξανδρος Μασσαβέτας.
Στα χάνια, οθωμανικά εμπορικά κτήρια της παλιάς Πόλης, δρουν ακόμα κάποια αργυροποιεία και άλλες μικρές βιοτεχνίες. Ως πότε, όμως; Επιχειρηματίες από το περιβάλλον του Τούρκου προέδρου πιέζουν να απαλλοτριωθούν από το κράτος, ώστε να τα μετατρέψουν σε πολυτελή ξενοδοχεία.
Παιδιά του δημοτικού μπροστά στο άλλοτε ελληνικό παρθεναγωγείο της Περγάμου.

Περισσότερα από το VICE

Όλα τα Φρικτά Πράγματα που Έχω Ζήσει Δουλεύοντας σε Catering για Γάμους

Το Βίντεο απ' το Καλλιμάρμαρο με Έναν Άνδρα να Χτυπάει τη Γυναίκα του μάς Θυμίζει πού Ζούμε

Οι Αρχιτεκτόνισσες που Άλλαξαν την Όψη της Νεάπολης Εξαρχείων

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram