Ο Λευτέρης Γιακουμάκης και οι 55 Τρόποι να Προφέρεις τη Λέξη «Σίκλουφιορδουρ»

Ο ζωγράφος από τα Εξάρχεια που του αρέσει να διηγείται ιστορίες.

|
jul 7 2014, 11:00pm

Ο Λευτέρης Γιακουμάκης (left-y) είναι ένας ζωγράφος που του αρέσει να διηγείται ιστορίες. Στα έργα του ο πραγματικός κόσμος εμπεριέχει τον φανταστικό, η καταπίεση εναλλάσσεται με την ελευθερία και ο μικροαστισμός δίνει τη θέση του στην ατομική ευθύνη. Το 2010 βρέθηκε στην Ισλανδία, ως προσκεκλημένος καλλιτέχνης του προγράμματος Χέρχους, ενώ τρία χρόνια μετά επέστρεψε στο μικροσκοπικό χωριό του Σίκλουφιόρδουρ για να εργαστεί, αυτή τη φορά, σε ένα εργοστάσιο ψαριών.

Αυτή την περίοδο, προσπαθεί να εκδώσει, μέσω crowdfunding, ένα βιβλίο με τα σχέδια και τις ιστορίες που προέκυψαν εκεί. Ο Λευτέρης αφηγείται την πόλη και τους ανθρώπους της και παράλληλα επιχειρεί να αποδείξει ότι υπάρχουν τουλάχιστον 55 διαφορετικοί τρόποι να προφέρει κάνεις τη λέξη Σίκλουφιόρδουρ!

VICE: Περιέγραψε μου την πρώτη εικόνα που σου έρχεται στο μυαλό όταν σκέφτεσαιτο Σίκλουφιορδουρ;

Λευτέρης Γιακουμάκης: Το Σίκλουφιορδουρ ενώνεται με τα διπλανά του χωριά και φιόρδ με μια σειρά από τούνελ. Βγαίνοντας από το τελευταίο τούνελ, κινούμενος κανείς ανατολικά, αντικρίζει το Έηγιαφιορδουρ, το μεγαλύτερο φιόρδ της Ισλανδίας, να ξεδιπλώνεται μπροστά του με το νησάκι Χρίσεη στη μέση ενώ πίσω ανοίγεται ο ωκεανός και αν η ατμόσφαιρα είναι καθαρή διακρίνεται στον ορίζοντα το νησί Γκρίμσεη που βρίσκεται στον Αρκτικό Κύκλο.  Αυτή είναι η πρώτη εικόνα που μου έρχεται στο μυαλό. Το μέρος αυτό το αγαπώ γιατί σταμάτησα εκεί με την κοπέλα μου την πρώτη φορά που επισκεφθήκαμε την Ισλανδία για να χαζέψουμε το τοπίο. Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι αργότερα, ζώντας στο Σίκλουφιορδουρ, θα περνούσαμε από εκείνο το σημείο τόσο συχνά.

Πριν βρεθείς στην Ισλανδία είχες ασχοληθεί με τις Ισλανδικές Σάγκα. Τι είναι αυτό που  σε γοητεύει περισσότερο σε αυτές τις ιστορίες;

Το μοτίβο που με γοητεύει είναι αυτό του πεπρωμένου. Οι ήρωες των Σάγκα πάντοτε φτάνουν σε ένα σημείο που ένας σοφός ή κάποιος οιωνός θα τους υποδείξει αν μια επιλογή θα τους φέρει ευνοϊκή τύχη ή κακοτυχία. Και πολλές φορές, είτε λόγω των ελαττωμάτων τους, όπως η απληστία ή η υπεροψία, είτε λόγω των αρετών τους, όπως η αλληλεγγύη ή το αίσθημα τιμής, επιλέγουν να ακολουθήσουν δυσοίωνα μονοπάτια που θα τους οδηγήσουν ακόμα και στο θάνατο. Αντί για μοιρολατρία έχουμε να κάνουμε εδώ με μια αντίληψη πως, ναι, υπάρχει πεπρωμένο αλλά το ορίζουμε εμείς.



Punishment for those who left their homeland (water), markers on paper, 14cm x 21cm, 2013 

Αφού έχεις περάσει το Δεκέμβρη του 2010 ως προσκεκλημένος καλλιτέχνης του προγράμματος Χέρχους στο Σίκλουφιορδουρ επιστρέφεις στην Ισλανδία το 2013 και εργάζεσαι στο χώρο της αλιείας. Πόσο διαφορετικά έζησε την πόλη αυτούς τους 7 μήνες;

Επιστρέφω τον Αύγουστο του '13 και εργάζομαι νετάροντας παραγάδια. Για να μην μπω σε πολλές λεπτομέρειες θα πω απλά πως η δουλειά αυτή γίνεται στη στεριά, για να μην φαντάζεσαι κανένα θαλασσόλυκο. Ζώντας στο Σίκλουφιορδουρ 7 μήνες και δουλεύοντας στα παραγάδια νομίζω πως είδα την πόλη, ίσως και την Ισλανδία ολόκληρη, από “μέσα”. Υπερβάλλοντας θα μπορούσα να πω  πως μακριά από το Ρέικιαβικ υπάρχουν μόνο ψάρια και πρόβατα. Σχεδόν όλοι οι Ισλανδοί που γνώρισα στο Βορά της χώρας, ασχέτως μορφωτικού επιπέδου ή ενδιαφερόντων, είχαν δουλέψει τουλάχιστον μια φορά στη ζωή τους στον ευρύτερο χώρο της αλιείας. Είναι η ραχοκοκαλιά της Ισλανδίας και κομμάτι της Ισλανδικής ταυτότητας. Δουλεύοντας λοιπόν στα ψάρια μοιραζόμουν ένα κοινό κώδικα με το χωριό που οι άλλοι καλλιτέχνες που ήρθαν ως προσκεκλημένοι του προγράμματος Χερχους ή οι τουρίστες που περνούσαν από εκεί δεν τον είχαν. Έτσι γρήγορα αισθάνθηκα πως είμαι ένας από τους ανθρώπους του χωριού, όχι ένας επισκέπτης.

Όταν επιστρέφοντας στην Ελλάδα πέρασα μια βδομάδα στο Ρέικιαβικ, είχα τόσο ταυτιστεί με το Σίκλουφιορδουρ, που εκεί ένιωθα εντελώς ξένος. Το χειρότερο ήταν πως αισθανόμουν να περιφρονώ τους “πρωτευουσιάνους” γιατί μου φαινόντουσαν μαλθακοί και απόμακροι, όπως εδώ περιφρονούν πολλές φορές τους Αθηναίους!

Πώς ένιωσες όταν ο διευθυντής μιας γκαλερί στη Θεσσαλονίκη σου είπε ότι βρίσκει τα έργα σου απωθητικά;

Στην αρχή εκνευρίστηκα αλλά μετά αισθάνθηκα δικαίωση. Τα έργα ανήκαν σε μια σειρά που είχα ονομάσει “ζωγραφική διαμερίσματος” και είχαν σαν θέμα το μικροαστισμό. Αν κάποιος με μικροαστική νοοτροπία τα είχα βρει απωθητικά τότε τα έργα ήταν πετυχημένα.



Still life with bread and cat, acrylics on canvas, 70cm x 50cm, 2013 

Θεωρείς ότι η τέχνη μπορεί να προσφέρει τις αφηγήσεις εκείνες που θα πυροδοτήσουν μορφές αντίδρασης; Είναι πάντοτε θεμιτό κάτι τέτοιο;

Το αν η τέχνη μπορεί να πυροδοτήσει αντιδράσεις και προς ποιες κατευθύνσεις, σηκώνει κουβέντα. Όταν, για παράδειγμα, πριν από έναν αγώνα ποδοσφαίρου βλέπουμε τους παίκτες μιας εθνικής ομάδας να παιανίζουν τον εθνικό τους ύμνο σε ένα δραματικό πλάνο όπου ο οπερατέρ τους τραβάει από κάτω για να έχει ο θεατής την αίσθηση πως είναι τεράστιοι, η τέχνη εκείνη τη στιγμή επιστρατεύεται για να επιτευχθεί μια αντίδραση. Αν η ομάδα νικήσει οι οπαδοί θα ξεχυθούν στους δρόμους με τεράστια ορμή που αντί να τη διοχετεύσουν σε κοινωνικά αιτήματα, την σκορπούν σε άναρθρες κραυγές και πανηγυρισμούς. Άρα, εδώ η τέχνη πυροδοτεί τη λάθος αντίδραση.

Αν όμως έχουμε τριφτεί με την τέχνη αυτομάτως θα θελήσουμε να κρίνουμε την καλλιτεχνική αξία της σκηνής που παρακολουθούμε και μαζί με αυτήν και το νόημα της γενικότερα. Η ενασχόληση με τις τέχνες αναπτύσσει την κριτική σκέψη και, υπό συνθήκες, μπορεί να γεννήσει καινούριες μορφές αντίδρασης. Οι εικόνες και τα σύμβολα από μόνα τους, χωρίς το κριτικό πνεύμα, μπορούν απλά να γεννήσουν αντιδράσεις. Έχει διαφορά.

Και τι συμβαίνει με την περίπτωση του «τηλεθεατή που παρακολουθεί ειδήσεις»; Πώς προέκυψε αυτό το έργο;

Το Νοέμβριο του 2011 μετακόμισα στις Σέρρες. Όπως συνέβη σε πολλές πολυκατοικίες, έτσι στη δική μας σταματήσαμε να έχουμε κεντρική θέρμανση όταν εξισώθηκαν οι τιμές πετρελαίου κίνησης και θέρμανσης. Οπότε, με την κοπέλα μου, αγοράσαμε μια ξυλόσομπα. Και δεν ήμασταν οι μόνοι. Όπου και να πήγαινες άκουγες για ξύλα, ποιο καίγεται καλύτερα, που και πότε μπορείς να κόψεις δέντρα κλπ. Ήταν οξύμωρο να ακούς ανθρώπους της πόλης, ανθρώπους οι οποίοι ήθελαν παλιότερα να αποτινάξουν από πάνω τους τη “ρετσινιά” του χωριάτη και ίσως αυτοί ή οι γονείς τους να είχαν δώσει τη μονοκατοικία τους αντιπαροχή για να μπουν σε ένα διαμέρισμα τώρα να γκρινιάζουν που το σπίτι τους στον δεν έχει καμινάδα ή δεν ξέρουν από που πρέπει να περάσει το μπουρί της σόμπας.



TV viewer watching the news, acrylics on canvas, 50cm x 70cm, 2012 

Μια μέρα μέσα στα ξύλα μας, στο σπίτι, βρήκα αυτό που “ποζάρει” στον “Τηλεθεατή που παρακολουθεί ειδήσεις”. Στα έγα που δούλευα εκείνη την περίοδο η κεντρική ιδέα ήταν να “ανυψώσω” αντικείμενα που θεωρούσα πως συμβόλιζαν το μικροαστισμό της νεοελληνικής κοινωνίας στο επίπεδο του ζωγραφικού θέματος για να καταδείξω πως, αντίστοιχα, ο μικροαστισμός έχει αντικαταστήσει τις ιδεολογίες. Το ξύλο, μετά τη μαζική επιστροφή στην ξυλόσομπα και τα μαγκάλια, ήταν ένα από αυτά τα αντικείμενα.

Το έργο έγινε το 2012. Το ηθικό του κόσμου έχει τσακιστεί. Στις μεγάλες διαδηλώσεις εκείνης της χρονιάς είχε πέσει πολύ ξύλο, χωρίς οίκτο. Παράλληλα τα Μ.Μ.Ε ανακοίνωναν νέα φορολογικά μέτρα με σοκαριστική συχνότητα, βγάζανε παππούδες από τις λαϊκές που έλεγαν πως δεν έχουν χρήματα να φάνε και να πληρώσουν τα φάρμακα, λογάριαζαν στα παράθυρα των ειδήσεων τα έξοδα των νοικοκυριών και οι δημοσιογράφοι βλέπανε σοκαρισμένοι πως τα λεφτά δεν φτάνουν! Στις συζητήσεις όλων καθιερώθηκε η φράση “Πώς θα ζήσει ο κοσμάκης;”. Η κοινωνία είχε γίνει κοσμάκης. Και ο κοσμάκης δεν διεκδικεί, κάθεται σπίτι και ζαρώνει. Ξυλιάζει. Έτσι προέκυψε και ο τίτλος του έργου.

Είναι επικίνδυνη η τέχνη που επιχειρεί να δώσει απαντήσεις;

Είναι επικίνδυνο το κοινό που εμπιστεύεται τις αυθεντίες. Οι καλλιτέχνες θέτουν ερωτήματα στον εαυτό τους και προσπαθούν να τα απαντήσουν μέσω της τέχνης τους. Και όπως είναι φυσικό, όσο η σκέψη τους εξελίσσεται αλλάζει η αντίληψη τους και μπορεί να δώσουν διαφορετικές απαντήσεις στο ίδιο ερώτημα. Πως θα ξέρει το κοινό ποια απ' όλες είναι η σωστή; Πρέπει να έχουμε μια διαλεκτική σχέση με αυτές τις απαντήσεις, με την τέχνη γενικότερα.

Τι σε απασχολεί περισσότερο αυτή την περίοδο;

Οι προβληματισμοί μου δεν έχουν αλλάξει πολύ από το 2012 ίσως γιατί δεν έχουμε αλλάξει και σαν κοινωνία μέσα σε δύο χρόνια και γιατί τα προβλήματα παραμένουν και εντείνονται. Επιπλέον στην Ισλανδία, αυτή τη φορά, γνώρισα και τις δικές τους μικροαστικές αγωνίες και ζωγραφίζοντας εκεί ασχολήθηκα με αυτό το θέμα. Τώρα προσπαθώ να δώσω λύσεις, σε προσωπικό επίπεδο, το βιβλίο είναι μία από αυτές. Ίσως, λοιπόν, στην επόμενη δουλειά μου να γίνω πιο αισιόδοξος, να προσπαθήσω να καταδείξω τι θεωρώ όμορφο και αξιόλογο και να αισθάνομαι λιγότερο την ανάγκη να καταγγέλλω Δεν ξέρω.

Τι ρόλο παίζει η μνήμη στα έργα σου;

Αυτή είναι μια ερώτηση που κάνω συχνά και στον εαυτό μου. Όταν  συνειδητοποιώ ότι δεν μπορώ να ανακαλέσω μια ανάμνηση με πιάνει αγωνία, σαν να έχω χάσει κάτι πολύτιμο. Πολλές φορές όταν ήμουν στο στρατό προσπαθούσα να φανταστώ το πρόσωπο των γονιών μου ή της κοπέλας μουκαι διαπίστωνα πως δεν ήταν εύκολο να το κάνω με  κάθε λεπτομέρεια αν είχα καιρό να τους δω. Αν επέμενα σε αυτή τη σκέψη κατέληγα να αναρωτιέμαι αν τους ξέχασα ή χειρότερα, αν υπάρχουν στ' αλήθεια ή όχι! Φυσικά ένα τηλεφώνημα έλυνε την παρεξήγηση που είχε γίνει μέσα στο κεφάλι μου. Μια από τις λειτουργίες της ζωγραφικής είναι να αναπληρώνει αυτό το κενό. Όπως και οι αναμνήσεις έτσι και το ζωγραφικό έργο είναι μια υποκειμενική εικόνα, μια ερμηνεία ενός γεγονότος. Άρα ζωγραφίζοντας ή σχεδιάζοντας κάτι μπορώ να αντικαταστήσω την εικόνα του μια δεδομένη στιγμή, την ανάμνηση του δηλαδή, με την εντύπωση που μου έκανε. Και επειδή έχει υλική υπόσταση μπορώ να ανασύρω αυτή την εντύπωση όποτε θέλω και να την ξαναβιώσω.



Self portrait as an immigrant, markers on paper, 14cm x 21cm, 2013 

Από την Ισλανδία και τις Σέρρες στην Αθήνα. Μεγάλωσες στον κέντρο της πόλης, στα Εξάρχεια. Μίλησε μου για το πώς βλέπεις την περιοχή, έχοντας ζήσει εκεί τόσα χρόνια.

Μετακομίσαμε στα Εξάρχεια όταν ήμουν 8 χρονών. Μεγάλωσα και πήγα σχολείο εκεί και οι περισσότεροι φίλοι μου από το σχολείο ζουν ακόμα στα Εξάρχεια. Όποτε βρίσκομαι στην Αθήνα, μοιραία, περνάω τον περισσότερο χρόνο μου στα Εξάρχεια. Είναι η γειτονιά μου και τα αγαπώ. Πέρα από αυτό τα Εξάρχεια είναι ορόσημο για την Αριστερά και ειδικά για το Αναρχικό κίνημα στην Ελλάδα. Τα Μ.Μ.Ε βασιζόμενα σε αυτή την αλήθεια έχουν χτίσει τον μύθο του άβατου των Εξαρχείων ενώ στην πραγματικότητα η περιοχή είναι πολλές φορές τόσο αστυνομοκρατούμενη που οι κάτοικοι δεν μπορούν να πάρουν ανάσα.

Παράλληλα όμως συντηρείται η αίσθηση ότι πρόκειται για μια περιοχήστην οποία ενδέχεται από λεπτό σε λεπτό να ξεσπάσει η επόμενη εξέγερση.

Ο μπαμπούλας των Εξαρχείων είναι μια από τις πολλές δικαιολογίες της αστικής δημοκρατίας για το αστυνομικό της κράτος. Επιπλέον με αυτό τον τρόπο αφενός απαξιώνονται οι πολιτικές και κοινωνικές ζυμώσεις γίνονται στα Εξάρχεια, αφετέρου δημιουργείται η εντύπωση πως οι ζυμώσεις αυτές γίνονται και είναι δυνατόν να γίνουν μόνο στις “ειδικές συνθήκες” των Εξαρχείων ενώ δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Τέλος,  υπάρχουν άνθρωποι που επισκέπτονται ή ζουν στα Εξάρχεια για να πραγματώσουν αυτό το μύθο και μαζί με αυτό και το φαντασιακό τους. Θυμάμαι πριν μερικά χρόνια ένα περιοδικό είχε αφιέρωμα στα Εξάρχεια, στην πραγματικότητα παρουσίαζε μια σειρά μαγαζιά, με τίτλο “Κάνουμε ντου στα Εξάρχεια”. Λες και μόνο με ντου μπορεί να μπει κανείς στο “άβατο”. Ο μύθος συντηρείται τόσο σε επίπεδο τρομοκρατίας από τα δελτία ειδήσεων όσο και σε επίπεδο λαιφ στάιλ πάντα με ένα σκοπό να χαθεί η ουσία.



The Sickness, oil and acrylics on canvas, 240cm x 160cm, 2008 

Γιατί αποφάσισες να εκδώσεις μόνος σου το αυτό το βιβλίο και μάλιστα με τη βοήθεια του κόσμου και δεν απευθύνθηκες σε κάποιον εκδοτικό οίκο;

Έχει να κάνει με μια γενικότερη ιδέα για την διακίνηση της τέχνης που αρχίζει να αποκρυσταλλώνεται μέσα μου. Τελειώνοντας τη σχολή Καλών Τεχνών επί αρκετά χρόνια προσπάθησα να συνεργαστώ με κάποια γκαλερί χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Από άποψη βιογραφικού είχα παλιότερα συμμετοχές σε κάποιες καλές, ας πούμε, ομαδικές εκθέσεις και συνεχίζω να επιδιώκω να δείχνω δουλειά μου τουλάχιστον μια φορά το χρόνο σε ομαδικές για να έχω μια ελάχιστη παρουσία στο καλλιτεχνικό γίγνεσθαι. Όμως αυτό το κυνήγι με κούρασε από νωρίς και πλέον δυσκολεύομαι να βρω κάποιο νόημα στο να χτίζω ένα βιογραφικό με πολλές σειρές, σαν τιμοκατάλογο εστιατορίου Δεν προσδιορίζω πλέον την αξία μου από το πόσο κοστολογούνται τα έργα μου. Το ουσιαστικό για' μένα είναι να έχω μια αδιαμεσολάβητη, άμεση επικοινωνία με όσους εκτιμούν τη δουλειά μου. Χωρίς περιστροφές, χωρίς υποκρισίες και κυρίως χωρίς κάποιος άλλος να χρειάζεται να εγγυηθεί για την καλλιτεχνική αξία αυτού που κάνω. Αυτό θα κριθεί σε μια διαλεκτική βάση ανάμεσα σε εμένα και στο όποιο κοινό, μικρό ή μεγάλο, παρακολουθεί τη δουλειά μου.

Το βιβλίο είναι ένα πείραμα πάνω σε αυτή τη σκέψη;

Ακριβώς. Το αν αξίζει τον κόπο, το αν αυτό που προσφέρω ως αντάλλαγμα είναι καλό, θα το συζητήσουμε μόνοι μας, εγώ και οι άνθρωποι που θα το στηρίξουν.  Αυτό είναι το ρίσκο που καλώ το κοινό να πάρει, να αποφασίσει μόνο του, και αυτή είναι η διαφορά του να στηρίζεις μια αυτοέκδοση από το να προσκυνάς στο Κολωνάκι ή στο Μεταξουργείο. Στην περίπτωση μου δεν είναι ταμπού να μου πεις πως αυτό που κάνω το βρίσκεις βλακεία ούτε θα σου δώσω να μου φιλήσεις το χέρι αν εκφράσεις το θαυμασμό σου.

Δείτε το video του Λευτέρη Γιακουμάκη στρο πλαίσιο της crowdfunding καμπάνιας του.  

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter Facebook και Instagram.

Περισσότερα από το VICE
Vice Channels