Η Ζωή στη Φυλακή

Η Σκληρή Πραγματικότητα Όταν Είσαι Μητέρα και Φυλακισμένη

Στη φυλακή δεν υπάρχει ούτε χώρος ούτε χρόνος για να μπορείς να αγαπήσεις το παιδί σου.

Κείμενο Άννα Νίνη
26 Φεβρουάριος 2016, 1:55am

Εικονογράφηση: Ρία Πετρίδου

«Μέσα στη φυλακή μπορούσαμε να παραγγέλνουμε πράγματα από το σούπερ μάρκετ έξω. Κάνεις μια λίστα με ό,τι θέλεις, αφαιρούν λεφτά από την καρτέλα σου και τα φέρνουν. Ψώνιζα σοκολάτες και πατατάκια όταν ήταν να έρθει ο γιος μου να με δει και δεν πετούσα τις σακούλες, γιατί σκεφτόμουν πως αν τις δει θα πιστεύει ότι βγαίνω έξω», μου είπε σε κάποια στιγμή της συνομιλίας μας η Νατάσσα*, και ξεκινώ με αυτές τις προτάσεις γιατί η σακούλα του σούπερ μάρκετ είναι ένα από τα ελάχιστα φυσιολογικά πράγματα που συναντούσε ο γιος της όταν πήγαινε να την επισκεφτεί.

Αρκετές γυναίκες που κρατούνται στις φυλακές της χώρας είναι μητέρες. Μια φορά την εβδομάδα ή κάθε δεκαπέντε μέρες, ανάλογα με τις αιτήσεις που υπάρχουν για ανοιχτά επισκεπτήρια, πολλές από αυτές στολίζονται για να συναντήσουν τα παιδιά τους τουλάχιστον για μισή ώρα. Αυτό είναι το χρονικό διάστημα όπως μου λένε που προβλέπεται από τους κανονισμούς της φυλακής και πρέπει να αξιοποιηθεί από την κάθε μητέρα έτσι ώστε να προλάβει μέσα σε αυτό να αγκαλιάσει και να φιλήσει το παιδί της, να παίξει μαζί του, να ρωτήσει για τα προβλήματά του, για το σχολείο και για τους φίλους του. Τριάντα λεπτά κάθε εβδομάδα για να προλάβει τη ζωή.

«Ήθελα πολύ να αγκαλιάσω το παιδί μου, να το δω, να το πιάσω, να το μυρίσω, αλλά δεν ήξερα τι να του πω. Δεν υπάρχει κανένα λογικό επιχείρημα να πεις σε ένα παιδί για το ότι δεν είσαι δίπλα του»

Η Νατάσσα συνελήφθη για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών. Έμεινε περίπου δυο χρόνια στις φυλακές Κορυδαλλού σαν υπόδικη και εξέτησε ακόμη τρία στη Θήβα όταν το δικαστήριο την έκρινε ένοχη για εμπορία σε βαθμό κακουργήματος. Ο γιος της ήταν μόλις τριών ετών όταν εκείνη πέρασε την πύλη του σωφρονιστικού καταστήματος και τεσσάρων όταν τον ξαναείδε στο πρώτο του επισκεπτήριο. Τη ρωτώ γι' αυτό το χρονικό διάστημα. Πολλές γυναίκες κρατούμενες παρουσιάζουν την ίδια συμπεριφορά: αρνούνται να δουν τα παιδιά τους. Κάτι που δεν συμβαίνει γιατί αδιαφορούν γι' αυτά, αλλά θέλουν να εξετάσουν ενδελεχώς τη διαδικασία που θα τα υποβάλουν, ενώ ειδικότερα στις γυναίκες πάντα υπάρχει η εσωτερική αμφισβήτηση της γονικής ικανότητας: «Ήθελα πολύ να αγκαλιάσω το παιδί μου, να το δω, να το πιάσω, να το μυρίσω, αλλά δεν ήξερα τι να του πω. Δεν υπάρχει κανένα λογικό επιχείρημα να πεις σε ένα παιδί για το ότι δεν είσαι δίπλα του», μου λέει. «Γι' αυτό και ήμουν κάθετη στην άρνησή μου να με επισκεφτεί. Έπρεπε να εξοικειωθώ με το πού βρίσκομαι, να γίνω έτοιμη για να μπορώ να το αντιμετωπίσω. Πήγα στο πρόγραμμα του ΚΕΘΕΑ, έκανα συναντήσεις με παιδοψυχολόγο που ερχόταν στις φυλακές και ύστερα από αρκετό καιρό έκανα την αίτηση για το ελεύθερο επισκεπτήριο».

Όταν της ζητάω να μου αφηγηθεί την πρώτη φορά που ξαναείδε τον γιο της, μου λέει πως είχαν να ιδωθούν καιρό και όλα ήταν αμήχανα. Βρέθηκαν σε ξένο περιβάλλον και τα συναισθήματα ήταν πολύ έντονα και για τους δυο τους. Μετά κλείνει τα μάτια, γέρνει προς τα πίσω το κεφάλι, μένει αμίλητη για λίγο και σφίγγει τα χείλη της, δαγκώνοντάς τα νευρικά. «Τον πήρα αγκαλιά και ήθελα να τον βγάλω από όλο αυτό», λέει ξανά, κάνοντας μικρές παύσεις ανάμεσα στις λέξεις. Με τρομάζουν οι παύσεις των ανθρώπων σε τέτοιες στιγμές. Νιώθω πως σε καθεμία ξαναζούν τον πανικό τους. Σε μια προσπάθεια συναισθηματικής αποφόρτισης, αφήνουμε αυτή την εικόνα και συζητάμε απλώς για τον χώρο των επισκεπτηρίων: «Το μέρος όπου τα φέρνουν είναι ένα μικρό μπεζ δωμάτιο, με μωσαϊκό στο πάτωμα, κάγκελα στα παράθυρα και ένα μεγάλο βαρύ ξύλινο τραπέζι στη μέση. Δεν έχει μέσα τίποτα άλλο. Υπάρχουν καρέκλες και στις δυο πλευρές του γιατί τα μεγαλύτερα παιδιά, αν και κάνουν ανοιχτά επισκεπτήρια, δεν έρχονται σε επαφή με τις μαμάδες τους», περιγράφει.

Η αίθουσα αυτή βρίσκεται στο μπροστινό κτίριο της φυλακής, μαζί με τα διοικητικά τμήματα, τους αρχιφύλακες και τα γραφεία τους, το λογιστήριο και το μέρος όπου γίνονται τα επισκεπτήρια με το τηλέφωνο. Τα παιδιά που είναι αρκετά μεγάλα ώστε να περπατήσουν, με το που περνούν τα πρώτα κάγκελα της πύλης με τον συγγενή ή τον κηδεμόνα που τα συνοδεύει, τα παραλαμβάνει ένας σωφρονιστικός υπάλληλος που φοράει στολή, ενώ είναι στη διακριτική του ευχέρεια αν θα τους κάνει σωματικό έλεγχο ή όχι με πληροφορεί η Νατάσσα. Περνάνε από τον χώρο όπου γίνονται τα επισκεπτήρια με την τζαμαρία και το τηλέφωνο για να καταλήξουν στην αίθουσα όπου θα συναντήσουν τις μητέρες τους, παρουσία και πάλι ενός σωφρονιστικού υπαλλήλου, αντί ενός παιδοψυχολόγου ή κάποιου παιδαγωγού. Οι εικόνες που συναντούν δηλαδή για να έρθουν σε αυτή την ολιγόλεπτη επαφή με τη μητέρα τους έχουν ήδη προδώσει το πού βρίσκεται εκείνη, ακόμη κι αν δεν τους έχει αποκαλύψει η ίδια την πλήρη αλήθεια.

«Τι του είχες πει εσύ;» τη ρωτώ. «Είχα σκεφτεί πως θα πρέπει να του πω κάτι κοντά στην αλήθεια, γιατί τα παιδιά αντιλαμβάνονται τα πάντα, αλλά δεν μπορούν να επικοινωνήσουν αυτά που σκέφτονται και νιώθουν όπως οι μεγάλοι», μου εξηγεί. «Συζήτησα με τον ψυχολόγο, που ήταν πολύ βοηθητικός στην όλη διαδικασία, γιατί με έκανε να βγάλω τον φόβο και το άγχος από μέσα μου και να διαχειριστώ την κατάσταση. Αποφασίσαμε να του πω πως δουλεύω εκεί και προσπάθησα να του δώσω να καταλάβει πως αυτή η απόσταση δεν είναι κάτι που θέλω και επιλέγω. Πως αν μπορούσα, θα μέναμε μαζί».

Η μάχη της μητρότητας, όμως, είναι μια μάχη που δίνεται με άνισους όρους για τις κρατούμενες γυναίκες. Δεν είναι μαζί με τα παιδιά τους για να γελάσουν παρέα με τα μουστάκια που σχηματίζονται από το πρωινό γάλα, δεν φτιάχνουν μαζί τη σχολική τσάντα, δεν τα κατσαδιάζουν για τη ζημιά που έκαναν και δεν λένε μαζί την τελευταία καληνύχτα προτού τα βοηθήσουν να κουλουριαστούν σε κάποιο πολύχρωμο πάπλωμα. Η Νατάσσα μου λέει πως αυτό που προσπαθούσε να κάνει είναι να δημιουργεί, όπως μπορεί, μια καθημερινότητα με συνέπεια. «Από την πρώτη μέρα που μπήκα μέσα, ακόμη και όταν δεν είχα ξεκινήσει τα επισκεπτήρια, μιλούσαμε τρεις φορές την ημέρα στο τηλέφωνο. Είναι σημαντικό να δημιουργήσεις στο παιδί μια αίσθηση ασφάλειας, να νιώθει ότι υπάρχεις ακόμη στη ζωή του», επισημαίνει. «Υπήρχαν πολύ δύσκολες στιγμές, που δεν ήταν καλά ψυχολογικά και δεν μπορούσε να το μοιραστεί αυτό με τους παππούδες του, γιατί οι παππούδες είναι καλοί αλλά δεν είναι μαμά και μπαμπάς. Κάποιες μέρες έκλαιγε στο τηλέφωνο και έλεγε το αυτονόητο για ένα παιδί τριών ετών, ότι θέλει τη μαμά του. Εκείνες τις στιγμές κρατούσα το ακουστικό στο καρτοτηλέφωνο της πτέρυγας και ήθελα να χτυπήσω το κεφάλι μου στον τοίχο. Προσπαθούσα να μένω ήρεμη για να τον παρηγορώ και να μικραίνω το πρόβλημα στο μυαλό του. Άλλες φορές καταλάβαινα πως κάτι είχε επειδή η φωνή του έτρεμε. Μέσα από το βουητό και τη φασαρία που ακουγόταν πίσω μου, γιατί γίνεται πανικός στην ουρά για τα τηλέφωνα, προσπαθούσα να συγκεντρώσω όλες μου τις αισθήσεις και να χτίζω γέφυρες για να μπορεί να μου μιλάει. Όλα αυτά με ψυχραιμία. Μετά πήγαινα στον θάλαμο και δεν ήθελα να ακούω κανέναν. Ξάπλωνα στο κρεβάτι και σκεφτόμουν "δεν γίνεται να πεθάνω τώρα;" Και πώς να κλάψεις μέσα σε τόσο κόσμο, πώς να εκφράσεις τέτοιου είδους συναισθήματα; Πρέπει να υπάρχει πολύς κόσμος που κλαίει τα βράδια στις φυλακές, να ξέρεις. Περιμένεις να σβήσουν τα φώτα για να μπορείς να κλάψεις όπως θέλεις».

Συνεχίζοντας να ακούω την εξιστόρησή της έχω αρχίσει να βλέπω την εικόνα από τα μάτια του παιδιού που το βιώνει αυτό. Η Νατάσσα μου είπε πως μετά το σοκ του πρώτου επισκεπτηρίου ξεκίνησε να αγοράζει μπλοκ ζωγραφικής, μαρκαδόρους και παιχνίδια, για να μπορούν να έχουν οι δυο τους στιγμές φυσιολογικές, καθημερινές, όποτε τον πήγαιναν να τη δει. Τραγουδούσαν, έπαιζαν, μετριόντουσαν για να δουν πόσο ψήλωσε. Προσπάθησε με ένα τριαντάλεπτο εβδομαδιαίο επισκεπτήριο και τρία τηλέφωνα την ημέρα να εκμηδενίσει την απόσταση, που όμως στα μάτια και στο μυαλό ενός παιδιού μοιάζει πάντα ένα αβυσσαλέο χάσμα. Εκείνη αποφυλακίστηκε όταν ο γιος της ήταν οκτώ ετών. Λίγο καιρό μετά, του είπε την αλήθεια που ήδη υποψιαζόταν χωρίς να την έχει ρωτήσει τίποτα για τη φυλακή. Ίσως το κάνει αργότερα, όμως προς το παρόν, όπως κάθε παιδί, της είπε πως είναι περήφανος που είναι μαμά του.

«Αυτό που κάνει κατ' ουσίαν η φυλάκιση της μάνας στην παιδική ψυχοσύνθεση είναι ο βίαιος τετραγωνισμός και εγκλεισμός της ανεξέλεγκτης παιδικής φαντασίας σε σκληρά κάγκελα ρεαλισμού»

Αισθάνομαι πως αν υπήρχαν περισσότερες από αυτές τις στιγμές για όλα τα παιδιά με κρατούμενους γονείς, τα τραύματα που θα έπρεπε να γιατρευτούν στην πορεία θα ήταν λιγότερα. Και για τους έγκλειστους, αλλά κυρίως για τα παιδιά που βασανίζονται πρώτα χωρίς να φταίνε. Υπάρχουν επίσης γυναίκες που κρατούνται πολύ μακριά από τον τόπο κατοικίας του παιδιού τους, οπότε ακόμη και αυτές οι τριαντάλεπτες συναντήσεις γίνονται σπανιότερες ή, ακόμα χειρότερα, παιδιά που οδηγούνται σε κάποιο ίδρυμα και δεν ξαναβλέπουν τη μητέρα τους, παρα μόνο αν εκείνη αποφυλακιστεί.

Συνομιλώ με τον Νικόλα Νικολάου, ψυχίατρο στα Πανεπιστημιακά Νοσοκομεία Καρολίνσκα και Μάλμε της Σουηδίας. Του ζητώ να μου περιγράψει πώς αυτή η βίαιη αποκοπή του παιδιού από τη μητέρα μπορεί να επηρεάσει το ίδιο: «Η φυλάκιση του γονέα και ειδικά της μητέρας εν προκειμένω αποτελεί αξεπέραστο ψυχολογικό σοκ για την άγουρη αναπτυσσόμενη παιδική ψυχοσύνθεση. Τα δύο πρώτα χρόνια της ζωής, τα χρόνια του θηλασμού και του "γαλακτισμού" του νηπίου, σχεδόν σύσσωμη η παιδοψυχιατρική κοινότητα συμφωνεί πως παίζουν καθοριστικό ρόλο στη μετέπειτα σχέση μητέρας-παιδιού, ακόμη και στην ομαλή ή μη ανάπτυξη της παιδικής προσωπικότητας αργότερα, όσον αφορά διαταραχές όπως η αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας κ.λπ. Για μεγαλύτερα παιδιά το τραύμα ίσως να καθίσταται και εντονότερο, δεδομένου ότι είχαν προλάβει να τοποθετήσουν τη μητέρα ως τον φύλακα-άγγελο, το πρόσωπο που τους σύστησε με τον κόσμο και έθεσε τα αρχικά ευρεία όρια της ύπαρξής τους. Αυτό που κάνει κατ' ουσίαν η φυλάκιση (της μάνας) στην παιδική ψυχοσύνθεση είναι ο βίαιος τετραγωνισμός και εγκλεισμός της ανεξέλεγκτης παιδικής φαντασίας σε σκληρά κάγκελα ρεαλισμού. Ενός ρεαλισμού άκαιρου, ενός ρεαλισμού που δεν δικαιούνται, δεν ζήτησαν και δεν προκάλεσαν», καταλήγει.

Στη συνέχεια μου τονίζει τα ευρήματα μιας διπλωματικής εργασίας από το Πανεπιστήμιο του Λουντ στη Σουηδία. Νεαροί ψυχολόγοι πήραν συνεντεύξεις από οκτώ παιδιά μεταξύ οχτώ και δεκαεφτά ετών με φυλακισμένες μητέρες. Το σύνολο των παιδιών εξίσωσε την οδύνη για τη φυλάκιση της μητέρας με ενδεχόμενο θάνατο, ενώ ως κύρια προβλήματα έθεσαν τις μεγάλες αποστάσεις μεταξύ του τόπου κατοικίας και των ιδρυμάτων κράτησης, τους ενοχλητικούς ελέγχους εισόδου με «περίεργα μεταλλικά ραβδιά» και την απογοήτευσή τους που δεν μπορούσαν να μιλούν στο τηλέφωνο ή με γράμματα με τη μητέρα τους όσο συχνά θα ήθελαν.

Επισημαίνει, δε, πως η συνέχεια και η συχνότητα των επισκέψεων, πέραν του ότι ήταν ομόφωνα επιθυμητές (ακόμη και στο αφιλόξενο περιβάλλον της φυλακής), έδειξαν να αποτελούν καταλύτη και εγγυητή του μοναδικού δεσίματος που τα παιδιά επιδίωκαν να έχουν με τις μανάδες τους. Και φυσικά η ειδική προσαρμογή των χώρων υποδοχής σε ειδικά διαμορφωμένα διαμερίσματα, όπου η μητέρα μπορούσε να περάσει ακόμη και ένα Σαββατοκύριακο με τα παιδιά της, ψωνίζοντας σε ειδικά διαμορφωμένο σούπερ μάρκετ, μαγειρεύοντας και κοιμώμενη στο ίδιο κρεβάτι με το παιδί, έδειξε ξεκάθαρα να ομαλοποιεί την παιδική ψυχολογία, σχεδόν στα επίπεδα του φυσιολογικού.

Ακόμη και αν το σωφρονιστικό σύστημα της Ελλάδας απέχει πολύ από αυτό της Σουηδίας, οι δυο χώρες είναι παρόμοιες πληθυσμιακά. Εκεί υπάρχουν οκτώ χιλιάδες ανήλικα παιδιά τον χρόνο με τουλάχιστον τον ένα γονέα φυλακισμένο.

Όσο για το αν ο ρόλος της κρατούμενης επηρεάζει τις γονικές ικανότητές της, ο κ. Νικολάου μου λέει πως μια φυλακισμένη μητέρα έχει ομολογουμένως πολλά και διδακτικά να πει στο παιδί της, γιατί συχνότερα οι επώδυνες αλήθειες, οι τιμωρημένες αλήθειες, είναι κι οι πιο προστατευτικές για ένα παιδί. Αυτό προϋποθέτει φυσικά μια πρώτη μεγάλη αλήθεια. Ναι, «η μαμά έσφαλε και της επιβλήθηκε τιμωρία, όπως εκείνες στο σχολείο όταν δεν καθόμαστε καλά». Αυτό, αντί του «πήγε ένα μεγάλο ταξίδι», θα δώσει στο παιδί την ευκαιρία να κλάψει, να προβληματιστεί, να παραδειγματιστεί, να εκραγεί, μα να συνεχίσει να έχει μάνα. Γιατί η μητρότητα δεν εξαντλείται στη φυσική παρουσία, μα διεισδύει και στον υποσυνείδητο άρρηκτο ψυχολογικό δεσμό μάνας-παιδιού. Λέμε λοιπόν τη σκληρή αλήθεια, με μικρές λογικές προσαρμογές.

Υπάρχει ένα πρότζεκτ, μου λέει τελειώνοντας ο κ. Νικολάου, που ονομάστηκε «Παραμύθια για καληνύχτα» και εφαρμόστηκε στις σουηδικές φυλακές. Η μητέρα επέλεγε ένα παιδικό βιβλίο για ανάγνωση στο μαγνητόφωνο και έστελνε την κασέτα με τη φωνή της και το ίδιο το βιβλίο στο παιδί της, μειώνοντας έτσι (έστω νοητά) την απόσταση και τον χρόνο ως την επόμενη συνάντηση και κρατώντας ζωντανό το ηχόχρωμα της φωνής της στο μνημονικό του παιδιού. Σ' αυτό το πείραμα 89% των φυλακισμένων μητέρων επιβεβαίωσαν αξιοσημείωτη ισχυροποίηση του συναισθηματικού δεσίματος με το παιδί τους. Από εκεί και μόνο αντιλαμβάνομαι πως καθετί που μπορεί να μας συνδέσει με τη μητέρα μας είναι σημαντικό.

Αν λοιπόν ο Ντοστογιέφσκι είχε πει πως ο πολιτισμός μιας χώρας φαίνεται από το επίπεδο διαβίωσης των κρατουμένων της, ίσως ήρθε η ώρα να πούμε πως ο πολιτισμός αυτός αποτυπώνεται περισσότερο στις ψυχές των παιδιών με μητέρες στη φυλακή. Στα ολιγόλεπτα επισκεπτήρια και στις βιαστικές αγκαλιές που γίνονται πάνω από τα μπουφάν που δεν προλαβαίνουν να βγουν.

* Το όνομα της κρατούμενης έχει αλλάξει για την προστασία των προσωπικών της δεδομένων.

Περισσότερα από το VICE

Τα «Άγνωστα» Περιβαλλοντικά Προβλήματα στην Ελλάδα

Μπήκαμε στη Μεγαλύτερη Υπαίθρια «Αποθήκη» Πυρομαχικών

Μιλήσαμε με την Κολεκτίβα που Φτιάχνει Backpacks από τις Bάρκες των Μεταναστών

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.