ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Μια Αληθινή Ιστορία

«Δεν Ήθελε να Δουν τα Πτώματά μας» - Όταν ο Μπαμπάς μου Παραλίγο να Σκοτώσει την Οικογένειά μας

Καλοκαίρι 2001: Καθώς γυρίζαμε από διακοπές, πέσαμε με το αυτοκίνητο σε μια ρεματιά. Τον ρώτησα γι’ αυτό σήμερα, τόσα χρόνια μετά.

Κείμενο Stella Eikendal
21 Οκτώβριος 2019, 10:05am

Οι φωτογραφίες είναι της συντάκτριας.

Το καλοκαίρι του 2001, όταν ήμουν έξι ετών, πέσαμε με το αυτοκίνητο σε μια ρεματιά στην Ελβετία βάθους άνω των 20 μέτρων, μαζί με τον μπαμπά, τη μαμά, την αδελφή και τον σκύλο μου. Πέσαμε ανάμεσα στα βράχια μέσα στο παγωμένο νερό και ευτυχώς μπορέσαμε να βγούμε και να ανεβούμε ξανά πάνω. Είναι θαύμα που κανείς μας δεν χτύπησε, αλλά ο μπαμπάς μου –που οδηγούσε– νιώθει ένοχος από τότε. Κυρίως, αναρωτιέται αν θα μπορούσε να έχει αποφύγει το ατύχημα.

Κάθε χρόνο πηγαίνουμε από την Ολλανδία σε ένα εξοχικό σπίτι στην Ιταλία. Διασχίζοντας την Ελβετία κατά την επιστροφή μας το 2001, αποφασίσαμε να διασχίσουμε το Πέρασμα Γκόταρντ (που διατρέχει τις Ελβετικές Άλπεις σε υψόμετρο 2.106 μ.), επειδή υπήρχε πολλή κίνηση στον εναλλακτικό δρόμο, τη σήραγγα Γκόταρντ. Όταν φτάσαμε στην κορυφή του βουνού, θυμάμαι ότι παίξαμε χιoνοπόλεμο. Όταν κατεβαίναμε, ο μπαμπάς μου ανακάλυψε ότι τα φρένα δεν δούλευαν.

«Όλα έγιναν πολύ γρήγορα μετά από αυτό. Αποφύγαμε τα δύο αμάξια που έρχονταν από το αντίθετο ρεύμα, περάσαμε το προστατευτικό κιγκλίδωμα και πέσαμε στη ρεματιά που είχε 22 μέτρα βάθος. Η πτώση κράτησε ελάχιστα δευτερόλεπτα. Έβλεπα το νερό και τα βράχια να πλησιάζουν», λέει.

Το αμάξι έπεσε με το καπό ανάμεσα σε κάτι βράχια. Άρχισε να μπαίνει νερό μέσα και γρήγορα είχε φτάσει ως τη μέση μας. «Έπρεπε να βγούμε όσο πιο γρήγορα γινόταν», θυμάται ο μπαμπάς. Το ρεύμα ήταν τόσο δυνατό που δεν μπορούσαμε να ανοίξουμε τις πόρτες, έτσι οι γονείς μου κατέβασαν τα παράθυρα και βγήκαν έξω. Η μαμά μάς έβγαλε μία-μία από το αυτοκίνητο.

Ο θείος μου, που μας ακολουθούσε από κοντά με το αυτοκίνητο και την οικογένειά του, μας είδε να πέφτουμε. «Είπε στη γυναίκα του και τα παιδιά του να μη βγουν από το αυτοκίνητο, γιατί δεν ήθελε να δουν τα πτώματά μας», λέει ο μπαμπάς. Μαζί με έναν περαστικό, ο θείος μου κατέβηκε και μας βοήθησαν να ανεβούμε.

Auto in ravijn

Επάνω, ο δρόμος ήταν γεμάτος κόσμο, αστυνομικούς, πυροσβέστες, ασθενοφόρα και τους συγγενείς μας. Μας έλεγξαν οι διασώστες, που κατέληξαν ότι εκτός απο μερικές μελανιές από τις ζώνες μας, ήμασταν εντάξει. Επειδή κανείς δεν χτύπησε σοβαρά, μας άφησαν.

Ο μπαμπάς μου έπρεπε να πάει κατευθείαν στο αστυνομικό τμήμα. «Με ανέκρινε τρεις ώρες, με βρεγμένα ρούχα, ένας άντρας που σχεδόν δεν καταλάβαινα τι έλεγε. Ο αστυνομικός ρώτησε πόσο γρήγορα οδηγούσα, από πού ήμασταν και υπονόησε ότι το είχα κάνει επίτηδες, επειδή ήθελα να σκοτώσω την οικογένειά μου. Τότε τον κοίταξα θυμωμένος και είπα, "Εντάξει, να σταματήσουμε τώρα;"».

Αργότερα την ίδια μέρα, η πυροσβεστική ανέσυρε το αυτοκίνητο και νοικιάσαμε άλλο.

Deze is stuk

Το αρχικό σοκ έδωσε τη θέση του σε μια τρομακτική αίσθηση ευγνωμοσύνης που ήμασταν ζωντανοί. Όλοι ήμασταν εξουθενωμένοι και κανείς δεν ήθελε μάλλον να οδηγήσει για να γυρίσουμε, έτσι διανυκτερεύσαμε σε ένα ξενοδοχείο. Η νύχτα ήταν αρκετά αγχωτική για όλους μας. Η μαμά μου είχε εφιάλτες και ο μπαμπάς μου άρχισε να αμφιβάλλει για τον εαυτό του.

«Σκεφτόμουν τα πάντα ξανά και δεν μπορούσα να καταλάβω πώς έγινε. Έκανα κάποιο λάθος; Έφταιγα εγώ για όλα;».

de auto in het ravijn

Την επόμενη μέρα οι γονείς μου πήγαν στον τόπο του ατυχήματος και στάθηκαν αγκαλιασμένοι. «Συνειδητοποιήσαμε ότι μπορούσαμε να έχουμε πεθάνει όταν είδαμε πόσο βαθιά ήταν η ρεματιά», λέει ο μπαμπάς. Μετά από αυτό αποφάσισε πως ήταν ώρα να πηγαίνουμε, παρόλο που τα πρώτα χιλιόμετρα ήταν πολύ αγχωτικά.

Δυο μέρες αργότερα, γυρίσαμε σπίτι στη Χρόνιγκεν. Ο μπαμπάς μου πήρε μερικές μέρες άδεια, για να συνέλθει από το σοκ. «Δεν μπορούσα να κοιμηθώ, το σκεφτόμουν συνέχεια και είχα να ασχοληθώ και με τις ασφαλιστικές αποζημιώσεις», λέει. Του έστειλαν ένα πρόστιμο επειδή κατέστρεψε το κιγκλίδωμα, αλλά αρνήθηκε να το πληρώσει.

Ο μπαμπάς αρνήθηκε την προσφορά για ψυχοθεραπεία. «Δεν πίστευα ότι τη χρειαζόμουν. Είχα τη γυναίκα μου να το συζητάω. Και αυτό κάναμε, σχεδόν κάθε μέρα».

Επί μήνες, τον βασάνιζαν τύψεις, ώσπου έλαβε μια τεχνική αναφορά για την αιτία του ατυχήματος - είχε τελειώσει το υγρό φρένων. «Μου έφυγε ένα βάρος. Από την άλλη, ένιωσα ένοχος που δεν είχα τσεκάρει το υγρό φρένων».

Έχουν περάσει 18 χρόνια. Τα καλοκαίρια μετά το ατύχημα συνεχίσαμε να πηγαίνουμε στην Ιταλία, αλλά παίρναμε άλλον δρόμο. Η ενοχή του μπαμπά μου, σιγά-σιγά, έδωσε τη θέση της στην εκτίμηση για τη ζωή. «Από το ατύχημα και μετά δεν στεναχωριέμαι πια για μικροπράγματα, επειδή ξέρω ότι όλα μπορούν να τελειώσουν μέσα σε μια στιγμή», λέει.

«Και πάντα βεβαιώνομαι ότι τα φρένα έχουν αρκετό υγρό».

Το άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά στο VICE NL.

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

Περισσότερα από το VICE

Η Ιστορία της Α. που Αρνήθηκε να Σερβίρει Καφέ σε Αστυνομικό στα Εξάρχεια

Σπιρουλίνα: Από τις Σέρρες στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Διαστήματος στο Παρίσι

Όσα Ξέρουμε για τους Chapitos, τους Γιους του El Chapo

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.

Tagged:
δρόμος
οδηγός
Αυτοκίνητο
ατύχημα
οδήγηση
Τροχαία Ατυχήματα
ρεματιά