ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Stuff

Πώς να Eπανενταχτείς στην Κοινωνία μετά από Δεκαετίες στη Φυλακή;

Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας πρώην φυλακισμένος όταν επιστρέφει στην κοινωνία.

Κείμενο Seth Ferranti
17 Αύγουστος 2015, 1:00am

Ο Martin McNair, μπροστά από το κτήριο της οργάνωσης Mi Casa Su Casa, στη Βαλτιμόρη / Φωτογραφία: Tracey Brown

To θέμα δημοσιεύτηκε αρχικά στο VICE US.

Τελευταία, η Βαλτιμόρη έχει δει αρκετή κακή δημοσιότητα λόγω της τραγωδίας στο Freddie Gray, των ταραχών που ακολούθησαν, των επαναλαμβανόμενων περιστατικών βίας από τις συμμορίες και των αμφισβητήσιμων πρακτικών επιβολής του νόμου. Αλλά υπάρχει ελπίδα για το μέλλον, με τη μορφή τοπικών πρωτοβουλιών αναμόρφωσης των παραβατών όπως είναι το Mi Casa Su Casa (MCSC), ένα πρόγραμμα υποστήριξης για εκείνους που ήταν κλεισμένοι στη φυλακή για χρόνια ή ακόμα και δεκαετίες. Από την ίδρυσή του, το 2013, ο οργανισμός έχει βοηθήσει περίπου 24 ανθρώπους να επανενταχθούν με επιτυχία στην κοινότητα και σιγά-σιγά να γίνουν παραγωγικά μέλη της κοινότητάς τους. Αυτό δεν είναι μικρό κατόρθωμα για οποιονδήποτε χώρο. Αλλά, με δεδομένη την αναταραχή που συγκλονίζει τελευταία την Βαλτιμόρη, αντιπροσωπεύει μια σημαντική επιτυχία - εξάλλου, με τα ελικόπτερα της αστυνομίας να πετούν πάνω από την πόλη και τους αστυνομικούς της δίωξης ναρκωτικών στη γωνία, το να ζεις στις πιο σκληρές γειτονιές της Βαλτιμόρης δεν είναι ακριβώς εύκολο.

«Αυτή είναι η ευκαιρία μας να προσφέρουμε επίσημα τις υπηρεσίες προστασίας που παρέχουμε ανεπίσημα στην κοινότητά μας. Έχουμε στήσει την κλινική με μια προσέγγιση που βασίζεται στα αποτελέσματα για να βοηθήσουμε τους ανθρώπους που μπαίνουν στο πρόγραμμά μας», λέει ο Martin McNair, ανώτερος συντονιστής του Mi Casa Su Casa. Μαζί με τον διευθυντή Carlton Carrington, ο Martin πιστεύει ότι αλλάζει πραγματικά τη ρευστή κατάσταση στους δρόμους της Βαλτιμόρης.

«Το 2014, συνεργαστήκαμε με τον εισαγγελέα ποινικής δικαιοσύνης, Walter Lomax, το Γραφείο του Δημόσιου Συνηγόρου και την Κλινική Εγκληματολογικής Κοινωνικής Εργασίας της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Μέριλαντ, για την παροχή στέγης στους επανεντασσόμενους ηλικιωμένους πολίτες», λέει ο Martin. «Πρόκειται για άνδρες που ήταν "μέσα" ισόβια και οι οποίοι απελευθερώθηκαν μετά την εφαρμογή της απόφασης Unger Decision - μια απόφαση που κήρυξε πολλές καταδίκες άκυρες διότι οι δικαστές είχαν δώσει εσφαλμένες οδηγίες στα σώματα ενόρκων. Αυτοί οι άνθρωποι δικάστηκαν από σώματα ενόρκων από τα τέλη της δεκαετίας του ΄60 μέχρι το 1981 και βρέθηκαν ένοχοι και καταδικάστηκαν από το ίδιο σώμα ενόρκων. Ενώ ήταν υπέροχο το ότι αυτοί οι άνθρωποι έπαιρναν πίσω την ελευθερία τους, ήταν πρόβλημα το να βρεθεί στέγη για αυτούς που τη χρειάζονταν όταν αποφυλακίζονταν, ιδίως εάν δεν είχαν οποιαδήποτε οικογενειακή υποστήριξη».

«Πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους είχε επιζήσει των οικογενειών τους, που είχαν πεθάνει τρεις με πέντε δεκαετίες πριν και κυριολεκτικά δεν είχαν καθόλου οικογένεια ή την οικογένεια που έχουν δεν την γνωρίζουν», προσθέτει ο Martin.

Ένας άνδρας που ονομάζεται Boogaloo είναι ένας από τους πρώην ισοβίτες ο οποίος βρίσκεται στο πρόγραμμα. Εξέτισε ποινή 51 χρόνων και ποτέ δεν περίμενε ότι θα έβλεπε το φως της μέρας. Μετά από τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα πίσω από τα κάγκελα της φυλακής, ο Boogaloo είχε να κάνει ένα απίστευτο άλμα για να προσαρμοστεί, άλμα στο οποίο το προσωπικό του Mi Casa Su Casa ήταν έτοιμο να τον βοηθήσει.

«Είναι αργή διαδικασία», λέει ο Boogaloo. «Ήταν δύσκολο να πάρω τη ληξιαρχική πράξη γέννησής μου και γενικώς έγγραφα. Δεν είχα τις σωστές πληροφορίες και έπρεπε να επιστρέψω και να χρησιμοποιήσω ό,τι είχα για να πάρω ταυτότητα».

Ο Boogaloo έπρεπε, επίσης, να εξοικειωθεί ξανά με την πόλη μιας και είχαν αλλάξει τόσα πολλά στη διάρκεια του μισού αιώνα που ήταν παροπλισμένος. Δεν τον έβλαψε που όσο ήταν στη φυλακή εξακολούθησε να βλέπει τα πράγματα από τη σωστή προοπτική. «Φυλάκισαν το σώμα μου, όχι το μυαλό μου. Κράτησα το μυαλό μου ελεύθερο», λέει. «Ψυχικά, δεν ήμουν σε κλουβί». Με αυτό δεν θέλει να πει ότι οι θεμελιώδεις αλλαγές που έγιναν στη ζωή των Αμερικανών από την εποχή του Jim Crow δεν ήταν πολύ πιεστικές, κάποιες φορές.

«Έπρεπε να βγω και να ανασυνταχθώ, να εξοικειωθώ εκ νέου με την κοινωνία», λέει ο Boogaloo. «Ακόμα δεν νιώθω άνετα με τα τηλέφωνα. Όταν μπήκα φυλακή, το μόνο που υπήρχε ήταν τηλέφωνα σπιτιού. Όταν βγήκα έξω, με όλα αυτά τα κινητά τηλέφωνα, ήταν σαν να είχα σταματήσει στο χρόνο».

Αυτή είναι μόνο μία από τις προκλήσεις που άνθρωποι σαν τον Boogaloo αντιμετωπίζουν. Αντιμετώπισα κι εγώ παρόμοια προβλήματα όταν βγήκα από ομοσπονδιακή φυλακή πριν από έναν χρόνο. Την εποχή του εγκλεισμού μου το 1993, δεν γίνονταν πολλά στο Διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τα έξυπνα τηλέφωνα ήταν πολύ μακριά. Τις πρώτες εβδομάδες μετά την αποφυλάκισή μου ζητούσα από τη σύζυγό μου να με βοηθήσει να περιηγηθώ στην πολυπλοκότητα των ψηφιακών συνόρων. Σήμερα, είμαι επαγγελματίας με τα gadgets. Ήταν απλά θέμα να μάθω να χρησιμοποιώ την τεχνολογία και ίσως πιο σημαντικό ήταν το ότι είχα την επιθυμία να την κατακτήσω.

Φωτογραφία από τον συντάκτη.

«Τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι περισσότεροι πρώην παραβάτες και οι προς επανένταξη πολίτες, ιδίως εκείνοι που έχουν εκτίσει μεγάλες ποινές, είναι ότι φοβούνται και είναι τρομοκρατημένοι όσον αφορά το τι έχει να προσφέρει ο νέος κόσμος», λέει ο Martin. «Πολλοί από αυτούς είναι σαν τον Rip Van Winkle. Όταν μπήκαν μέσα, πριν από αρκετές δεκαετίες, δεν υπήρχαν smartphones, καταστήματα του 1 ευρώ, τραπεζικές κάρτες, bluetooth στο αυτοκίνητο. Βλέπουν τους νέους άνδρες να μπαίνουν στις φυλακές και έχουν μια διαστρεβλωμένη αίσθηση για το τι είναι εδώ έξω όταν επιστρέφουν. Για πολλούς από αυτούς, το μόνο παράθυρο στον έξω κόσμο είναι αυτό που βλέπουν στα μέσα ενημέρωσης».

Και η ποπ κουλτούρα μπορεί να μεταφέρει πράγματα ως έναν βαθμό.

«Αυτό που πραγματικά μου προκάλεσε αμηχανία ήταν οι πιστωτικές κάρτες», λέει ο Boogaloo. «Δεν είχαν ούτε πιστωτικές κάρτες όταν μπήκα μέσα. Όταν πήγα σε ΑΤΜ δεν ήξερα πώς να το χρησιμοποιήσω, όπως και τίποτα από όλα αυτά τα πράγματα. Όταν πήγα στο σουπερμάρκετ, πήγα στην ταμία και είπα "μπορείς να με βοηθήσεις; Μόλις βγήκα από τη φυλακή και δεν γνωρίζω τι γίνεται με αυτό το μηχάνημα που δέχεται πιστωτικές"».

Τα υλικά πράγματα που θεωρούμε δεδομένα -και υποπτεύομαι ότι δεν θα μπορούσαμε να ζήσουμε χωρίς αυτά- μπορεί να είναι ένα τεράστιο εμπόδιο για εκείνους που βγαίνουν από «τα σπλάχνα του τέρατος». Κι ενώ ο Martin συνεργάστηκε με το ίδρυμα Abell Foundation και το ινστιτούτο OSI (Open Society Institute) για την παροχή στέγης, τα μεγαλόπνοα σχέδια στα χαρτιά δεν γίνονται πάντα πραγματικότητα.

«Διαπιστώσαμε ότι το προσωπικό του MCSC ήταν εκείνο που δίδασκε κοινωνικές δεξιότητες, χρηματοοικονομικό αλφαβητισμό, δεξιότητες ζωής και οποιαδήποτε άλλη δεξιότητα χρειάζονται αυτή οι άνθρωποι», λέει ο Martin.

«Αυτοί οι άνθρωποι σχετίζονται καλύτερα με μας, από ό,τι με τους κοινωνικούς λειτουργούς, επειδή εγώ και συνεργάτης μου είμαστε μαζί τους καθημερινά. Αυτό που συνειδητοποιήσαμε σύντομα, στη διάρκεια της πιλοτικής διαδικασίας αλληλεπίδρασης με αυτούς τους ανθρώπους, ήταν ότι τα λεφτά και ο χρόνος δεν ήταν αρκετά. Δεν υπήρχε μια προκάτ διαδικασία για αυτήν τη δημογραφική ομάδα. Κάθε άνδρας που αποφυλακιζόταν ήταν διαφορετικός - κάποιος μπορούσε να κάνει δυνατό ξεκίνημα, να κυκλοφορήσει στην πόλη με δημόσια μέσα μεταφοράς και ένας άλλος να νιώθει τρόμο να πάει μόνος του στο κατάστημα της γωνίας».

Για παράδειγμα, ο Al, ένας άλλος ένοικος του σπιτιού που αποφυλακίστηκε αφού εξέτισε ποινή 36 ετών, προσπάθησε πραγματικά όταν πρωτοήρθε στο σπίτι. Αλλά μία από τις πρώτες του μέρες ξανά στην κοινωνία αντιμετώπισε κάτι που τον έκανε να θέλει να επιστρέψει στη φυλακή.

«Δεν βγαίνω έξω. Νομίζω ότι θα είμαι καλύτερα εάν επιστρέψω στη φυλακή», είπε ο Al. «Ζούσα καλά στη φυλακή. Εδώ κάνω αγώνα δρόμου. Μένω σε αυτήν την αυλή εδώ. Δεν μου αρέσει να πηγαίνω έξω, εκτός κι αν είναι κάποιος μαζί μου. Όταν πρωτοήρθα εδώ πήγα να κάνω τζόκινγκ και ένας αστυνομικός με φώναξε και ζήτησε την ταυτότητά μου. Δεν είχα ταυτότητα. Του είπα ότι μόλις είχα βγει από τη φυλακή και ζούσα στο σπίτι επανένταξης και με ρώτησε "πόσον καιρό ήσουν μέσα;". Του είπα πολύ καιρό και με ρώτησε "δέκα χρόνια;". "Τριανταέξι χρόνια" του απάντησα και είπε "λοιπόν. είσαι πραγματικό σκουπίδι. Πήγαινε στο σπίτι σου και μην ξαναπατήσεις σε αυτήν τη γειτονιά". Δεν θα σκεφτόσουν ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί, αλλά συνέβη».

Το Mi Casa Su Casa κάνει κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να προετοιμάσει αυτούς τους ανθρώπους για να βγουν στο δρόμο, αλλά δεν ευθύνονται για όλα. Η ομάδα διαχειρίζεται ένα πολύ αυστηρά δομημένο πρόγραμμα, διότι αυτοί οι άνθρωποι που έχουν ζήσει πολλές δεκαετίες μέσα έχουν συνηθίσει στο πρόγραμμα. Το σπίτι έχει κανόνες στον τοίχο όπως «σεβαστείτε τους συγκατοίκους σας» και επιγραφές που γράφουν «δεν επιτρέπονται όπλα», «δεν επιτρέπονται ναρκωτικά» και «δεν επιτρέπονται επισκέπτες στα δωμάτια ή πάνω από τον πρώτο όροφο».

Φωτογραφία από τον συντάκτη.

Ο Martin προσπαθεί να κρατήσει τη συστηματική οργάνωση της ατμόσφαιρας απλή αλλά σταθερή. «Τους βοηθάμε, αναγνωρίζοντας αρχικά τι χρειάζονται για να πετύχουν. Εστιάζουμε πρώτα στη νοοτροπία των κατοίκων, πώς και τι αισθάνονται που βγήκαν και πάλι έξω στον ελεύθερο κόσμο», λέει. «Έπειτα, κλινικός γιατρός του MCSC θα θέσει ένα ρεαλιστικό πλάνο δράσης για εκείνους, προκειμένου να το υλοποιήσουν με τη βοήθεια του προσωπικού και των κοινωνικών λειτουργών μας».

Ο Martin και το Mi Casa Su Casa παρέχουν μια πραγματικά αναγκαία υπηρεσία, ιδίως αφότου το κίνημα μεταρρύθμισης του σωφρονιστικού συστήματος αγκαλιάστηκε προσφάτως από τον πρόεδρο Ομπάμα. Είμαστε στο τέλος ενός σκληρού-με-το-έγκλημα κύκλου και υπάρχει ελπίδα ότι μια πιο ευγενική και πιο έξυπνη προσέγγιση στον εγκλεισμό θα αντικαταστήσει αυτό το σκληρό μοντέλο.

Οι υπέρμαχοι της επανεισόδου αυτών των ανθρώπων στην κοινωνία, όπως ο Martin, απλά προσπαθούν να συμβαδίζουν με τη ζήτηση.

«Πολλοί άνθρωποι δεν θέλουν να έχουν να κάνουν με τον πληθυσμό των ανθρώπων με τους οποίους ερχόμαστε σε επαφή, λόγω όσων έκαναν πριν από δεκαετίες» λέει o Μartin. «Η παραπληροφόρηση είναι μία από τις μεγαλύτερες αδικίες που μας αφορά όλους - δεν έχει φράγματα».

Το πρόγραμμα διευρύνθηκε και περιλαμβάνει τρία σπίτια και ο Martin προτίθεται να κάνει κινήσεις σε προγράμματα απεξάρτησης από τα ναρκωτικά, επαγγελματικής κατάρτισης, τροποποίησης συμπεριφοράς και πολλά άλλα.

«Θέλουμε να δούμε όλους όσοι συναντάμε να κερδίζουν, είτε το θέλουν, είτε όχι», λέει ο Martin.

Για να μάθετε περισσότερα για αυτό το πρόγραμμα, επισκεφτείτε την ιστοσελίδα τους, εδώ.

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.