Πρόσωπα

«Δεν το Κάνουμε για τα Τσάμπα Ποτά» - DJ της Αθήνας Mιλούν για τη Δουλειά τους

Πόσο εύκολο είναι να είσαι επαγγελματίας και όχι χομπίστας στην νυχτερινή Αθήνα του 2018;

Κείμενο Γιάννης Παναγιωτόπουλος; φωτογραφίες Πάνος Κέφαλος
01 Φεβρουάριος 2018, 5:15am

Η ιδέα γι’ αυτό το κομμάτι ξεκίνησε από τη δική μου επαγγελματική ζωή. Γνωρίζοντας πως εργάζομαι ως δημοσιογράφος, αρκετοί συγγενείς και φίλοι βρίσκουν άδικο -προς το βιογραφικό μου- και προβληματικό -για τη μετέπειτα ζωή μου ως ενήλικας, σύντροφος και εν δυνάμει πατέρας-, το γεγονός πως βιοπορίζομαι περισσότερο ως DJ. Άλλοι πάλι τείνουν να υποτιμούν τη βραδινή μου δουλειά, ρωτώντας με «πότε κάνεις τον DJ;», λες και παίζω σε κάποια ταινία τον σχετικό ρόλο ή θεωρούν πως η δουλειά αυτή είναι τόσο ξέγνοιαστη, όσο το να ακούς μουσική στο σαλόνι του σπιτιού σου. Από την άλλη μεριά, εργοδότες κατά καιρούς μού έχουν συμπεριφερθεί σαν να είμαι ένα κορμί που πατάει κουμπιά, διασκορπίζοντας ευχάριστα τραγούδια στον χώρο. Κάτι τόσο διεκπεραιωτικό, σαν να πατάς σφραγίδες σε ένα τεράστιο βιβλίο πρωτοκόλλου.

Η πραγματικότητά μου, βέβαια, ως resident DJ (o DJ που εργάζεται συγκεκριμένες ημέρες την εβδομάδα και θεωρείται μέρος του προσωπικού, σε αντίθεση με τον guest που εμφανίζεται μόνο μία φορά ή αρκετά σπάνια, ως προσκεκλημένος) απέχει αρκετά από τις παραπάνω προσεγγίσεις. Δύο ή τρεις ημέρες την εβδομάδα είμαι υποχρεωμένος, κατόπιν της σχετικής συμφωνίας που έχω κάνει, να βρίσκομαι όρθιος πίσω από την κονσόλα κάποιου χώρου εστίασης, για έξι ώρες κάθε φορά, κατά μέσο όρο. Σημειωτέον, πρέπει να έχω φάει, διότι οι DJ δεν έχουμε διάλειμμα. Πρέπει να έχω μαζί μου είτε δικό μου ηλεκτρονικό υπολογιστή και κονσόλα, είτε τη μουσική μου σε κάποιο άλλο μέσο αποθήκευσης (δίσκους βινυλίου, CDs, usb sticks) και να χρησιμοποιήσω τις συσκευές αναπαραγωγής του μαγαζιού. Αν υπολογίσει κανείς πως μέσα σε μία ώρα θα ακουστούν περί τα 20 κομμάτια, καλούμαι κάθε φορά να επιλέξω 120 κομμάτια και να τα παρουσιάσω με τέτοια σειρά και τρόπο, που θα εξυπηρετεί ταυτόχρονα τους εξής τρεις σκοπούς: Να συνδιαμορφωθεί-αναπαραχθεί ο χαρακτήρας του μαγαζιού, να είναι η μουσική ευχάριστη πρωτίστως για τους πελάτες και δευτερευόντως για τους υπόλοιπους εργαζόμενους και βεβαίως να μου αρέσει και εμένα η μουσική, για να μην πηγαίνω δυστυχισμένος στη δουλειά μου.

Πιστέψτε με, δεν είναι καθόλου απλό. Πέρα από το όποιο «ταλέντο», το επάγγελμα απαιτεί γνώσεις και βιώματα πάνω στη μουσική, γνώσεις πάνω στο τεχνικό κομμάτι, συνεχή ενασχόληση στο σπίτι, μεθοδικότητα και καλή διαχείριση της μεγάλης έκθεσης που έχει ένας DJ καθ’ όλη τη διάρκεια του set. Ίσως έχετε τύχει σε κάποιο χώρο εστίασης να πέφτει η μουσική για οποιοδήποτε τεχνικό λόγο και αστραπιαία τα βλέμματα 100 ανθρώπων καρφώνονται πάνω σε έναν και μόνο άνθρωπο.

Στην Αθήνα του 2018, λοιπόν, αν κάποιος/α ανταποκρίνεται επαρκώς σε αυτές τις απαιτήσεις, τότε μπορεί με τέσσερα set την εβδομάδα να κερδίζει ένα ποσό που στην Ελλάδα της νέας οικονομικής πραγματικότητας θεωρείται ένας αξιοπρεπέστατος μισθός. Προβληματικό παραμένει το θέμα της ασφάλισης και του ποσού που τελικά εμφανίζεται στη φορολογική δήλωση, καθώς τα τελευταία χρόνια οι ιδιοκτήτες τείνουν μεν να κολλάνε το ένσημο, φοβούμενοι το βαρύ πρόστιμο, ορισμένοι δε ωστόσο προσπαθούν να μην κολλήσουν ένσημο DJ, αλλά βοηθού σερβιτόρου, που είναι σαφώς πιο φθηνό. Όσον αφορά τη ζήτηση για DJ, χώροι εστίασης με budget για μουσική υπάρχουν αρκετοί στην πρωτεύουσα και άρα αν ψάξεις δουλειά, μάλλον θα βρεις. Με άλλα λόγια, υπάρχει αγορά εργασίας για DJ στην Αθήνα και με σχετικά καλούς όρους, τουλάχιστον συγκριτικά με άλλα επαγγέλματα.

Αυτά συζητώ με τους επιφυλακτικούς φίλους και συγγενείς, καθώς και με τους κατά καιρούς «δύσκολους» εργοδότες, τα τελευταία 13 χρόνια που κάνω αυτήν τη δουλειά με το nickname Le Deegiste ή πρόσφατα Mukadó. Επειδή, όμως, οι μαρτυρίες πολλών ανθρώπων λένε περισσότερες αλήθειες από τη μαρτυρία ενός, ζήτησα από συναδέλφους επαγγελματίες DJ της Αθήνας να μιλήσουν. Να πουν πώς ξεκίνησαν να παίζουν μουσική επαγγελματικά, πώς η δουλειά αυτή επηρεάζει τα υπόλοιπα πράγματα που κάνουν στη ζωή τους, πώς βλέπουν οι ίδιοι, αλλά και ο κοινωνικός τους περίγυρος το επάγγελμα, πώς αξιολογούν τις συνθήκες εργασίας, αλλά και την πιάτσα στην πόλη.

«Το να είσαι DJ δεν είναι σαν να δουλεύεις οκτάωρο σε γραφείο»

Κατερίνα Κασιδιάρη (Katerina K)

Προτού καν τελειώσω το σχολείο, ξεκίνησα να παίζω μουσική στο στέκι μου, στον Πειραιά. Αρχικά, οι γονείς μου είχαν φρικάρει, αλλά επειδή ήμουν μαθήτρια του «20» και είχαν εμπιστοσύνη στις επιλογές μου, τελικά συμφώνησαν. Το 2003, ως φοιτήτρια πλέον στο Ιστορικό-Αρχαιολογικό, ξεκίνησα να παίζω σε κεντρικό μαγαζί της Αθήνας και σταδιακά σε πολλά από τα γνωστά εναλλακτικά στέκια της πόλης. Εκείνη την εποχή, ήμασταν ελάχιστες γυναίκες στο επάγγελμα και ξεχωρίζαμε. Θυμάμαι τότε, στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας, που το downloading της μουσικής δεν ήταν τόσο διαδεδομένο και γρήγορο, να ρωτάω ανθρώπους για ένα κομμάτι και εκείνοι να μου δίνουν ολόκληρες κασετίνες. Η μουσική πρέπει να μοιράζεται, πιστεύω. Αυτό που ξεκίνησα τότε σαν χόμπι και τρέλα, τώρα είναι μια σημαντική πηγή εσόδων για μένα. Έχω και πρωινή δουλειά, αλλά η μουσική μού παρέχει μεγαλύτερη ασφάλεια - πέρα από την ικανοποίηση, τις εμπειρίες και φυσικά τη διασκέδαση.

Από την άλλη, σίγουρα κάποιες φορές αισθάνομαι την υγιή κούραση, όπως συμβαίνει άλλωστε σε κάθε επάγγελμα. Είναι μέρες που πρέπει να κουβαλάω τα CD μαζί μου όλη μέρα, για να πάω σερί από τη μία δουλειά στην άλλη, ενώ συχνά οι φίλοι μου γκρινιάζουν ότι με βλέπουν μόνο όταν παίζω. Αλλά αν γουστάρεις κάτι, το παλεύεις. Μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου DJ και σε δέκα χρόνια από τώρα, ίσως με λιγότερα set την εβδομάδα, πιο επιλεκτικά - επειδή και τα μαγαζιά αλλάζουν. Παλιότερα, είχαν ταυτότητα, ήξεραν τι ζητούσαν από έναν DJ, ήξερες και εσύ πού να απευθυνθείς. Τώρα που έχει ζορίσει η κατάσταση, προσπαθούν όλοι -ή σχεδόν όλοι- να πιάσουν μια μεγάλη γκάμα κόσμου και θέλουν τη μουσική να είναι ένας χαρούμενος αχταρμάς. Το έχω κάνει στο παρελθόν, αλλά πλέον όχι, για κανένα λόγο. Την κατάσταση αυτή επιδεινώνουν και παιδιά που μπαίνουν τώρα στο επάγγελμα, έχοντας κατεβάσει έτοιμες λίστες από το Διαδίκτυο, χωρίς να έχουν αρκετή τριβή με τη μουσική. Φυσικά, έτσι πέφτουν και τα μεροκάματα. Προσωπικά είμαι τυχερή, επειδή δουλεύω σε μαγαζί με ταυτότητα που εκτιμά τις ώρες που αφιερώνω και στο σπίτι, για να ανακαλύπτω νέα πράγματα. Το κάνω φυσικά και για μένα, για να μη βαριέμαι τον εαυτό μου. Το να είσαι DJ δεν είναι σαν να δουλεύεις οκτάωρο σε γραφείο. Το ύφος και ο τρόπος που θα κάνεις τη δουλειά σου εξαρτώνται βασικά από τη διάθεσή σου. Από την άλλη, μπορεί να είσαι τυχερός και ένα βράδυ που δεν το ’χεις να γίνει κάτι μαγικό, είτε χάρη στον κόσμο είτε χάρη στους συναδέλφους και να σου αλλάξει όλη η ψυχολογία.

«Στην Αθήνα, δεν υπάρχει υποστήριξη από τον έναν DJ στον άλλο»

Βαλάντης Τερζόπουλος (Electric Looser) - milk n’ chocolate radio, fragilemag.gr

Ξεκίνησα να παίζω μουσική στον Βόλο, το 1993, κυρίως ηλεκτρονική μουσική και λίγο brit pop. Το ’94 πήγα στη Θεσσαλονίκη για σπουδές και εκεί ανακάλυψα την acid jazz, τη soul και τη funk και μέχρι τώρα έχω κολλήσει εκεί. Μαζεύω βινύλια από παιδάκι, είμαι συνδεδεμένος με το υλικό. Να καταλάβεις, μόλις τον τελευταίο έναν χρόνο πηγαίνω να παίξω στα μαγαζιά με laptop. Όλα αυτά τα χρόνια, κάνω παράλληλα και άλλα πράγματα, τα περισσότερα σχετικά με τη μουσική, αλλά σε γενικές γραμμές βιοπορίζομαι ως DJ.

Αυτήν τη σεζόν, έχω τρία set την εβδομάδα. Προσπαθώ να επιλέγω μαγαζιά που δεν πάνε μετά τη μιάμιση το πρωί, καθώς με την οικογένεια, ό,τι ώρα και να κοιμηθώ το βράδυ, στις επτά το πρωί πρέπει να είμαι ξύπνιος. Η μέρα είναι γεμάτη με την κόρη μου, αλλά και την ενασχόληση με τη μουσική, είτε αυτό σημαίνει προετοιμασία για το βράδυ είτε δουλειά για τη μουσική επιμέλεια που κάνω σε θεατρικές παραστάσεις ή ακόμη και για τις παραγωγές με τις οποίες καταπιάνομαι. Με άλλα λόγια, έχω μια φυσιολογική καθημερινότητα, όπως οι περισσότεροι άνθρωποι. Το βράδυ, η μικρή παραπονιέται κάποιες φορές, «Μπαμπά, θα φύγεις για δουλειά;», ρωτάει, αλλά της αρέσει η μουσική, ακούμε και παρέα.


[VICE Video] H Λένα Πλάτωνος Μιλάει για τον Χατζιδάκι, τη Διασημότητα και το LSD

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook.


Έχω αντιμετωπίσει μια σχετική επιφυλακτικότητα από συγγενείς, σχετικά με τη δουλειά μου ως DJ, κυρίως από μεγαλύτερους ανθρώπους που λένε «42 χρονών, τι κάνει αυτός στη ζωή του;». Βέβαια και εγώ πέφτω καμιά φορά σε αυτό το τριπάκι, επειδή αναρωτιέμαι αν τα επόμενα χρόνια θα αντέχω να το κάνω αυτό το πράγμα. Αλλά στην ουσία πρόκειται για μια δουλειά που πληρώνεται σχετικά καλά, υπάρχει και το ένσημο που είναι πολύ βασικό, οπότε προχωράω. Οι αμοιβές, σε σχέση με τη δεκαετία του ’90, είναι πολύ χαμηλότερες και αυτό έχει να κάνει με την είσοδο πολλών παιδιών στη δουλειά που δεν έχουν γνώση της μουσικής σε βάθος. Δεν γίνεσαι DJ επειδή πήρες ένα laptop, ένα controller και κατέβασες κομμάτια σε αμφίβολη ποιότητα ήχου. Θέλει σοβαρή ενασχόληση - και είναι αυτή η ενασχόληση που μετά σου επιτρέπει να κοστολογήσεις υψηλότερα τη δουλειά σου και να επιλέγεις μαγαζιά όπου θα περνάς ωραία και δε θα κάνεις αγγαρεία. Όσον αφορά την Αθήνα συγκεκριμένα, δεν μ’ αρέσει το γεγονός πως δεν υπάρχει υποστήριξη από τον έναν DJ στον άλλο, όπως συμβαίνει στη Θεσσαλονίκη, την Πάτρα και άλλες πόλεις. Αντιθέτως, υπάρχει ένα παρασκήνιο που εμένα με κάνει να διατηρώ τις αποστάσεις μου.

«Οι γονείς μου είναι οι μεγαλύτεροί μου fan»

Γιώργος Καρατζογιάννης (George Kargo) - Best 92.6, radiodoc.gr

Εδώ και 13 χρόνια, είχα τη χαρά να παίξω σε κάποια από πιο γνωστά spot της Αθήνας, αλλά και της αγαπημένης μου Πάρου, στην οποία επιλέγω να περνάω τα καλοκαίρια. Η αρχή έγινε σε ένα μπαρ στο Κολωνάκι, στο οποίο δούλευα μόλις είχα επιστρέψει από τις σπουδές μου στην Αγγλία. Υπήρχε ένα κενό τα απογεύματα εκεί και έτσι άρπαξα την ευκαιρία μου. Από τότε, δεν έχω σταματήσει να παίζω. Τα χρόνια της ενήλικης ζωής μου είχα την τύχη να κάνω δουλειές που αφορούν αποκλειστικά στη μουσική, είτε δουλεύοντας σαν content manager στο radiodoc.gr ή σαν ραδιοφωνικός παραγωγός στο Best 92.6, είτε κάνοντας τις δικές μου μουσικές παραγωγές. Η μια δουλειά συμπληρώνει την άλλη. Έτσι βαθαίνει η γνώση μου και η αγάπη μου για τη μουσική, χωρίς να νιώθω κορεσμό. Το βασικό είναι να προστατεύεις την καθημερινότητά σου από τη ρουτίνα και την επανάληψη, τουλάχιστον στον βαθμό που είναι δυνατό.

Οι συνθήκες εργασίας για έναν DJ δεν είναι πάντα εύκολες. Εγώ στέκομαι αρκετά στην ποιότητα του ήχου. Δυστυχώς, υπάρχουν λίγα μπαρ, ακόμη και κλαμπ, που αντιλαμβάνονται ότι η καλή ηχητική εγκατάσταση ενός χώρου είναι μέρος της αλυσίδας που δημιουργεί την επιτυχία και τη μακροημέρευση. Θεωρούν τον ήχο πολυτέλεια. Όσοι αντιλαμβάνονται τη σπουδαιότητα, όμως, αναλόγως αντιμετωπίζουν και τη συνεργασία με τον DJ ή τον μουσικό επιμελητή του χώρου. Έπειτα, είναι τα ωράρια. Η νυχτερινή εργασία σε ωθεί να βρίσκεις τρόπους, ώστε να κάνεις πράγματα που σε κρατάνε υγιή πνευματικά και σωματικά, προκειμένου να δημιουργείς την ισορροπία μέσα σου. Οι προσωπικές σχέσεις επηρεάζονται, αλλά αυτοί που μένουν κοντά σου, ξέρουν εσένα τον ίδιο και άρα πιστεύω πως συμμερίζονται και κατανοούν τη φύση της δουλειάς σου. Οι γονείς μου δραστηριοποιούνται στον χώρο της τέχνης και από μικρή ηλικία με άφηναν να ακολουθώ του δικούς μου δρόμους. Η υποστήριξη υπάρχει από την πρώτη στιγμή, μέχρι και σήμερα. Βασικά, είναι οι μεγαλύτεροί μου fan.

«Σταδιακά "απενοχοποιούνται" τα επαγγέλματα της νύχτας»

Ναϊρί Πελτεγιάν (Nairi)

Πριν από περίπου δέκα χρόνια, προσφέρθηκα να παίξω σε ένα πάρτι και το ένα έφερε το άλλο. Από τότε, κάνω κατά μέσο όρο τρία με τέσσερα set την εβδομάδα, ενώ παράλληλα ασχολούμαι επαγγελματικά και με άλλα πράγματα, κατά βάση σχετικά με τις σπουδές μου στην κοινωνική ανθρωπολογία. Το να είσαι DJ είναι ένα πολύ δημιουργικό επάγγελμα, που ενίοτε σου δίνει τη δυνατότητα να διασκεδάζεις, ενώ δουλεύεις. Από την άλλη, όπως όλα τα επαγγέλματα, έχει και τα αρνητικά του. Ίσως το πιο βασικό είναι η κούραση, αφού τις περισσότερες φορές έχει ήδη ξημερώσει, όταν θα πάρεις τον δρόμο για το σπίτι. Με τον καιρό, αποδεικνύεται αρκετά δύσκολο το να κρατήσεις ισορροπίες -επαγγελματικές, προσωπικές ή φιλικές- με αυτά τα ωράρια, πόσο μάλλον που η δουλειά δεν τελειώνει με το που θα φύγεις από το μαγαζί. Αντίθετα, απαιτεί αρκετό από τον χρόνο σου, προκειμένου να είσαι up-to-date με το τι κυκλοφορεί στη μουσική και να έχεις διάφορα καινούρια ακούσματα, ακόμη κι αν δεν σε αντιπροσωπεύουν απόλυτα ή αν δεν τα βάλεις τελικά σε κάποιο set. Αλλά πέρα από τον χρόνο, υπάρχουν και έξοδα. Με όποιον τρόπο και να έχεις επιλέξει να παίζεις -βινύλια, CD ή ηλεκτρονικά μέσα-, όλα χρειάζονται μια σχετική συντήρηση και ανανέωση. Αυτό, δικαιολογεί σε κάποιον βαθμό το γεγονός ότι κατά κανόνα αμειβόμαστε καλύτερα από τα υπόλοιπα πόστα ενός μπαρ, αν και σε τελική ανάλυση, όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε.

Μια άλλη ιδιαιτερότητα που έχουμε εμείς οι DJ, είναι ότι συνήθως παίζουμε μία φορά την εβδομάδα στο κάθε μπαρ και άρα καλούμαστε να αλληλεπιδράσουμε με τρεις ή τέσσερις διαφορετικούς υπεύθυνους ή εργοδότες. Αυτό, από τη μία έχει τρομερό ενδιαφέρον, αλλά από την άλλη δύσκολα μπορείς να τα πηγαίνεις ιδανικά με όλους. Ίσως αυτά σκέφτονται όσοι άνθρωποι, μεγαλύτερης κυρίως ηλικίας, είναι επιφυλακτικοί με τη δουλειά μας. Έχουν ακόμη στο μυαλό τους πώς ήταν η νύχτα παλιά. Τα πράγματα, όμως, έχουν αλλάξει. Θα έλεγα ότι σταδιακά «απενοχοποιούνται» τα επαγγέλματα της νύχτας. Οι περισσότεροι εργαζόμενοι είναι καταρτισμένοι επαγγελματίες, δεν ψάχνουν απλά χαρτζιλίκι. Ειδικότερα εμείς οι DJ, είμαστε τυχεροί που ασχολούμαστε με αυτό που αγαπάμε, αλλά δεν παύει να είναι δουλειά και άρα πρέπει να προσαρμοζόμαστε στα δεδομένα του εκάστοτε μαγαζιού και κόσμου. Δεν μπορούμε οποιαδήποτε στιγμή να παίζουμε αυτό που γουστάρουμε, ούτε είναι δυνατόν όλες οι βάρδιές μας να καταλήγουν σε πάρτι. Βέβαια, όταν αυτό συμβαίνει, σε αποζημιώνει και νιώθεις τέλεια.

Αλλά και οι επιχειρηματίες, ως επί το πλείστον, είναι νέοι άνθρωποι που τους ενδιαφέρει πραγματικά το αντικείμενο της εστίασης. Ακόμη και αν ένα βράδυ δεν πάει τόσο καλά από κόσμο, υπάρχουν εργοδότες που θα σου πουν «συνέχισε να παίζεις τη μουσική σου, δεν φταις εσύ γι’ αυτό». Φυσικά, ακόμη υπάρχουν πολλά να βελτιωθούν, αλλά σε γενικές γραμμές μ’ αρέσει η τροπή που έχουν πάρει τα πράγματα.

«Στο μυαλό πολύ κόσμου τα ναρκωτικά είναι η σκιά μας»

Χάρης Βαρζαμπετιάν - En Lefko 87.7

Έπιασα πρώτη φορά στα χέρια μου κονσόλα το 1993, σε ένα μαγαζί στην Κυψέλη, όπου και μεγάλωσα. Με την επιστροφή μου από την Αγγλία, το 2000, ξεκίνησα το DJing ως βασική μου δουλειά. Στην καθημερινότητα αφιερώνω στη μουσική τις ώρες που οι γιοι μου, πέντε και οκτώ ετών, βρίσκονται στο σχολείο. Ακούω νέες μουσικές, σκέφτομαι τι έπαιξα την εβδομάδα που πέρασε, τι χρειάζεται ενδεχομένως να αλλάξω. Όταν τα παιδιά ήταν πιο μικρά, προσπαθούσα να ξεκλέψω χρόνο τις βραδινές ώρες, τα βράδια που δεν δούλευα, οπότε ήταν αρκετά πιο δύσκολο.

Το να είσαι DJ και να έχεις οικογένεια δεν είναι απλό πράγμα. Προφανώς λατρεύω τα παιδιά μου και περνάω πολύ ωραία μαζί τους, αλλά καθώς αγαπάω πολύ και αυτήν τη δουλειά, όταν φεύγω από το σπίτι το βράδυ, νιώθω ότι πηγαίνω να ξεκουραστώ. Θυμάμαι τους γονείς μου να μου λένε «Παιδί μου, αυτή δεν είναι δουλειά» και «Πώς θα κάνεις οικογένεια, με αυτήν τη δουλειά;». Η νύχτα, καλώς ή κακώς, δημιουργεί μια καχυποψία. Ειδικά για εμάς τους DJ, στο μυαλό πολύ κόσμου τα ναρκωτικά είναι η σκιά μας, ειδικά μετά τη γενιά των clubber της δεκαετίας του ’90. Αλλά ούτε τα ναρκωτικά, ούτε το αλκοόλ έχουν να κάνουν με τη δουλειά μας. Ο καθένας επιλέγει το πώς θα δουλέψει, αν θα βελτιώνεται, αν θα πηγαίνει τη μουσική του κάθε φορά ένα επίπεδο παραπάνω. Αυτό, ίσως αλλάζει στην πορεία: Κάποιοι ξεκίνησαν να παίζουν μουσική ως χόμπι και τελικά έχουν γίνει καλοί επαγγελματίες. Σε κάθε περίπτωση, το να είσαι DJ δεν σημαίνει ότι απλώς βάζεις τα τραγούδια που σ’ αρέσουν. Πρέπει να λαμβάνεις υπόψη τον κόσμο που έχεις μπροστά σου, να έχεις σωστό flow. Πρέπει να έχεις απαιτήσεις, πρώτα από τον εαυτό σου και ύστερα από τους χώρους με τους οποίους συνεργάζεσαι. Προσωπικά, έχω σηκώσει το λάβαρο του ήχου: Δεν μπορεί ο άλλος να σου ζητάει να παίξεις jazz, soul, rock και να μην έχει φροντίσει τον ήχο - σε κακό ηχοσύστημα, αυτές οι μουσικές βγάζουν μόνο φασαρία.

Ψηλά πρέπει να βάζουμε τον πήχη και στις αμοιβές. Υπάρχει μεγάλη προσφορά σε DJs, αλλά όσοι θεωρούμε τους εαυτούς μας σωστούς επαγγελματίες, πρέπει να ζητάμε και τα ανάλογα χρήματα. Δυστυχώς, πολλοί, είτε από ανάγκη είτε επειδή δεν είναι η βασική τους δουλειά, δεν το κάνουν και έτσι δίνουν στους ιδιοκτήτες των μπαρ «εύκολες» και «οικονομικές» λύσεις. Λίγοι είναι πλέον οι ιδιοκτήτες που εκτιμούν την καλή μουσική και πληρώνουν ικανοποιητικά.

«Πολλοί το κάνουν για να πίνουν τσάμπα ποτά»

Βαλάντης Σακούλης (Mister Kentro) - Supersan, Balkan Riddims

Ξεκίνησα να παίζω επαγγελματικά μουσική το φθινόπωρο του 2010, σε μπαρ της Άρτας, την πόλη όπου σπούδαζα λαϊκή και παραδοσιακή μουσική. Από φοιτητής που τα βγάζει δύσκολα με τα λεφτά που του έστελνε ο μπαμπάς, βρέθηκα με έξι μεροκάματα τη βδομάδα. Τα πρώτα μου set στην Αθήνα τα έκανα το 2013, ενώ παράλληλα σπούδαζα ηλεκτρονική μουσική παραγωγή σε ιδιωτική σχολή και ξεκινούσα με τον Panama Cardoon το project που σήμερα είναι οι Supersan. Παρά τα όποια έσοδα προκύπτουν από τις παραγωγές, βιοπορίζομαι κυρίως ως DJ. Ευτυχώς, αυτό δεν επηρεάζει αρνητικά την καθημερινότητά μου, για τον απλό λόγο ότι δεν αγαπώ ιδιαίτερα τον ύπνο. Δεν αφήνω το ξενύχτι να μου χαλάει τα σχέδια. Εξάλλου, φαντάζομαι τον εαυτό μου DJ ακόμη και μετά από αρκετά χρόνια.

Οι γονείς μου είναι πολύ υποστηρικτικοί πάνω σε αυτό. Αλλά και πιο μακρινοί συγγενείς ή φίλοι, ακόμη και αν ακούν κυρίως άλλες μουσικές από τις δικές μου, σέβονται τη δουλειά μου, επειδή βλέπουν πως τη σέβομαι πρώτος εγώ. Επειδή DJ με DJ διαφέρει. Δυστυχώς, πολλοί το κάνουν για να πίνουν τσάμπα ποτά ή επειδή κάποτε ήταν μόδα. Αυτοί που είναι να ξεχωρίσουν, θα ξεχωρίσουν. Φυσικά, σημαντικό ρόλο παίζει η εμπειρία, ειδικά όταν μιλάμε για resident DJ, όπου πρέπει να πάρεις τον κόσμο από το χέρι και να τους πεις την ιστορία σου. Πρέπει πρώτα να γουστάρεις να ακούς τον εαυτό σου. Αν το καταφέρνεις αυτό, το αντιλαμβάνεται το κοινό και κατ’ επέκταση και ο εκάστοτε επιχειρηματίας. Εντάξει, όχι πάντα. Διότι στην Αθήνα υπάρχουν αρκετά ωραία μαγαζιά, ωστόσο πολλά από αυτά πάσχουν ως προς το πώς αντιλαμβάνονται το επάγγελμα του DJ. Βλέπουμε ωραία μπαρ να έχουν για booth χώρους που θυμίζουν αποθήκη και σου λένε «Εκεί θα δουλέψεις». Σε αυτήν την περίπτωση, θα παίξεις μόνο αν έχεις ανάγκη τα χρήματα. Αν σε παίρνει, όμως, οικονομικά θα πεις «όχι».

Στις δυσκολίες του επαγγέλματος θα έβαζα και τη μεγάλη έκθεση που έχει ο DJ. Μπορεί πολύ εύκολα να ανεβάσει ή να ρίξει ένα μαγαζί και αυτό αυτόματα αυξάνει το άγχος. Για όλους αυτούς τους λόγους, θα προσκαλούσα τον κόσμο που σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς βγαίνει από το σπίτι του να είναι δεκτικός απέναντι σε νέα ακούσματα. Η Αθήνα έχει πολλούς καλούς DJ και έχουν ωραίες μουσικές ιστορίες να πουν.

Περισσότερα από το VICE

Ο Steve Aoki Εξηγεί πώς Καταφέρνει να μην Έχει Ποτέ Hangover

Συζητώντας για το Ρεμπέτικο, την Εκκλησία και τη Μακεδονία με τον Δημήτρη Μυστακίδη στα Εξάρχεια

Παρακολουθώντας μια Εκταφή

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.

Tagged:
club
dj
Nightlife
DJing
bar
Dj Booth
Αθήνα
Μουσική
decks
Διασκέδαση
νύχτα