Συνέντευξη

Ο Θωμάς Κοροβίνης Πιστεύει ότι ο Καζαντζίδης Eίναι η Φυσική Συνέχεια του Παπαδιαμάντη

O σπουδαίος συγγραφέας, φιλόλογος και ερευνητής, που ρουφά ζωή και έμπνευση από το λούμπεν περιθώριο και τη διανόηση, μιλά στο VICE.

Κείμενο Κώστας Κουκουμάκας; φωτογραφίες Αλέξανδρος Αβραμίδης
02 Ιανουάριος 2018, 6:00am

«Θυμάμαι ότι από παιδί είχα μια αμηχανία ως προς τη διαχείριση των γιορτών. Δεν μπορούσα να συνδυάσω στην παιδική μου ψυχή την αχρωμία της καθημερινότητας με την επιδεικτική πορδοχαρά». Ο σπουδαίος συγγραφέας, φιλόλογος-ερευνητής και τραγουδοποιός, Θωμάς Κοροβίνης, μας υποδέχθηκε στο σπίτι του, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, με μια ανοιχτή αγκαλιά και γλυκό του κουταλιού για κέρασμα, φορώντας στον λαιμό ένα κατακόκκινο φουλάρι. Από τις πιο συναρπαστικές προσωπικότητες των σύγχρονων Γραμμάτων, ρουφά ζωή από το οριακό συνταίριασμα του λούμπεν περιθωρίου, της μποέμικης ζωής και της διανόησης, πάντοτε μεταξύ Κωνσταντινούπολης και Θεσσαλονίκης - «η Πόλη είναι φαρμάκι, που το κουβαλάς στο αίμα», είπε, ανατρέχοντας στα χρόνια που εργάστηκε ως φιλόλογος στο Ζωγράφειο Λύκειο.

Σήμερα, έχει σχεδόν ολοκληρώσει το καινούριο του βιβλίο, «ένα μεγάλο λαϊκό ερωτικό μυθιστόρημα, θέλω να πιστεύω». Η πλοκή εκτυλίσσεται τις 32 ώρες που διαρκεί η πυρκαγιά του ’17 στη Θεσσαλονίκη. «Σε ένα καφέ-αμάν, μία Εβραία καλλονή τραγουδίστρια ερωτεύεται παθιασμένα έναν Τουρκαλβανό, τσακιτζή και Ρομπέν των Δασών της εποχής. Η πόλη καίγεται, αλλά αυτοί καίγονται περισσότερο. Η γυναίκα, από παρεξήγηση, μαθαίνει ότι την έχει προδώσει και τον δολοφονεί». Η ερωτική ιστορία είναι το πρόσχημα. Το φόντο είναι η ανθρωπογεωγραφία της Θεσσαλονίκης εκείνου του καιρού, η κοινωνία, οι απλοί άνθρωποι, οι κουβέντες τους. «Χρειάστηκε μεγάλη έρευνα για να ολοκληρώσω το βιβλίο, τέτοια που μόνο σε παλιότερες μελέτες έκανα», είπε ο Κοροβίνης. Έπειτα, μας μίλησε εκ βαθέων.

VICE: Τι θυμάστε από τις γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς των παιδικών σας χρόνων;
Θωμάς Κοροβίνης: Θυμάμαι μια αμηχανία ως προς τη διαχείριση των γιορτών, μου φαινόταν παραπανίσια η χαρά. Δεν μπορούσα να συνδυάσω στην παιδική μου ψυχή την αχρωμία της καθημερινότητας με την υπερβολική και επιδεικτική πορδοχαρά. Δεν ήταν φυσικό - τόση χαρά και την άλλη μέρα να δίνουμε ξύλο στο παιδί μας. Είμαι άνθρωπος της διαρκούς ειρήνης και της διαρκούς επανάστασης. Κατά τα άλλα, χαιρόμουν, όπως όλα τα παιδάκια, λόγω διακοπών και λούφας από το σχολείο.

Μ’ αρέσει η βαθιά καψούρα, ο καρά σεβντάς, που δεν το ζω μεγαλώνοντας. Να πάθω ζημιά, να μην με ενδιαφέρει αν πέσω στα μωσαϊκά, αν πέσω να γκρεμιστώ.

Μεγαλώσατε στη Νέα Μηχανιώνα. Ήσασταν ένα διαφορετικό παιδί;
Ήμουν ένα παιδί που έπαιζε μπάλα κι έγραφε ποιήματα. Πήγαινα στο ψάρεμα, αλλά έκανα παρέα και με τους γέροντες. Είχα πάντοτε μια πολύ δυνατή αίσθηση αυτοπροσδιορισμού, κάτι που θεωρώ βασικό αξίωμα στον άνθρωπο και δεν το παζαρεύω. Και μία σύγκρουση μεγάλη με τον πουριτανισμό της εποχής - «μη φοράς κοντή φούστα» στο κορίτσι, «μην αφήνεις μακριά μαλλιά» στο αγόρι. Αυτά τα «μη» καταπολέμησα και αργότερα, ως εκπαιδευτικός.

Πώς μυηθήκατε στον κόσμο των Γραμμάτων;
Από παιδί έγραφα ποιήματα, όχι κάτι αξιόλογο, αλλά ήταν πολύ δυνατή η έφεση. Αργότερα, έπαιξε οπωσδήποτε ρόλο η «πατερίτσα» της Φιλολογίας - όχι οι ξερές σπουδές, αλλά η τριβή με τη γλώσσα. Είχα μανία με τα ιδιώματα, την παροιμία, το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι, τους στίχους, τις προσωπικότητες. Τα αγάπησα πολύ, διότι έζησα σε μια ταβέρνα από παιδάκι. Ήμουν τσιράκι του πατέρα μου στο καφέ-ζυθοπωλείο «Μπάτης», το μεγαλύτερο στη Μηχανιώνα. Επίσης, η εφημερίδα έπαιξε τεράστιο ρόλο, διάβαζα στο καφενείο τη «Μακεδονία». Το γραμμόφωνο, η συνομιλία με πρόσφυγες, η ανησυχία της ιδιοσυγκρασίας μου. Έπειτα, είχα δασκάλους εμπνευστικούς στο Πανεπιστήμιο, όπως τον Γ.Π. Σαββίδη και τον Δημήτρη Μαρωνίτη. Και η στενή συνάφεια με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο και τη «Διαγώνιο», τη Διδώ Σωτηρίου, προσωπικότητες που ήταν καθηλωτικές και τις θαύμαζα. Βέβαια, πρέπει να είσαι και καλός μαθητής.

Τι ρόλο έπαιξε η Πόλη στη διαμόρφωση της ιδιοσυγκρασίας σας;
Η Πόλη είναι ένα δώρο. Δεν είναι εύκολο να αποθησαυρίσεις τα πλούτη από μια τέτοια πολυδιάστατη εμπειρία. Την Πόλη την κουβαλάς, είναι ένα φαρμάκι, ένα δηλητήριο, το οποίο μπαίνει στο αίμα σου.

Παρακολουθείτε το κυνήγι μαγισσών από τον Ερντογάν, μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα;
Ναι και είναι μία παράδοξη τυραννία. Λυπάμαι τους ανθρώπους, που είναι ξύπνιοι και προοδευτικοί -και είναι αρκετοί στην Τουρκία- οι οποίοι διώκονται και βρίσκονται σε μεγάλη ανασφάλεια.

Πηγαίνετε στην Κωνσταντινούπολη;
Ολοένα πιο σπάνια. Πήγα τελευταία λόγω της αποδημίας του δασκάλου μας, του Φραγκόπουλου, στο Ζωγράφειο, κι έβγαλα τον επικήδειο, γιατί διατηρούσα στενή σχέση με τον ίδιο και την κόρη του. Είδα την Πόλη και ξετρελάθηκα πάλι. Η ανασφάλεια του πολίτη και οι ανελευθερίες του καθεστώτος δεν φαίνονται διά γυμνού οφθαλμού, όπως συνέβαινε σε εμάς επί δικτατορίας. Αντίθετα, βλέπεις ότι προχώρησαν στην τεχνολογία, στις μεταφορές. Διακρίνεις την εισχώρηση του καπιταλισμού και τις επενδύσεις, που είναι άκριτες και δεν ταιριάζουν με το ιστορικό παρελθόν.

Λέτε συχνά ότι «οι ήρωές μου έχουν εκλείψει διά παντός». Ποιοι ήταν οι άνθρωποι της δικής σας μυθολογίας;
Σήμερα το πρωί σκεφτόμουν ότι, αν αγαπάς τον Παπαδιαμάντη, αγαπάς και τον Καζαντζίδη. Έτσι το έδεσα μέσα μου, είναι η ταπεινότητα του λαϊκού ανθρώπου. Ο Καζαντζίδης που είναι αγράμματος -ας είναι ο Παπαδιαμάντης πολύ εγγράμματος για τον καιρό του- είναι η φυσική του συνέχεια. Η μυθολογία του καθενός είναι υπόθεση βιωμάτων, συνήθειας και ταιριάσματος. Αν βάλεις εμένα σε ένα εκπληκτικό γκουρμέ εστιατόριο, θα σκάσω. Ατμοσφαιρικά, δεν μπορώ να δέσω.

Δεν μπήκα ποτέ σε κόμμα κι έτσι μπορώ να τοποθετηθώ ελεύθερα για πράγματα που οι λοιποί δεν τολμούν. Δεν υπάρχω χωρίς την Αριστερά. Είμαι, όμως, ένα είδος ανένταχτου αριστερού.

Ο Γιώργος Ιωάννου;
Μόνο τον Ιωάννου έχω δάσκαλο στα Γράμματα, δεν έχω άλλον. Με αυτόν ταιριάζω κι έχω μια άμεση επίδραση, αν και γράφω διαφορετικά, πιο αποκαλυπτικά. Ο Ιωάννου ήταν λίγο πιο φοβισμένος, ωστόσο η πένα του ήταν τόσο καίρια και ήταν σπουδαίος ψυχογράφος, έμπαινε μέσα στα ντέρτια των ανθρώπων. Επίσης, στη Θεσσαλονίκη τού χρωστάμε ότι συντέλεσε στη γνωριμία μας με κάποια μυστικά της: Την προσφυγιά της, τη λαϊκότητα και τους μη καταγεγραμμένους παρίες της εποχής, που οι άλλοι τους προσπερνούσαν.

Το τελευταίο σας αφήγημα, «Σκίρτημα ερωτικόν – Ο Κ.Π. Καβάφης εις την Πόλιν», είναι γραμμένο σε καθαρεύουσα. Διάβασα στη συνέντευξή σας, στη Βίκυ Χαρισοπούλου για το ΑΠΕ, ότι σας δυσκολεύει η καθαρεύουσα;
Ήταν επιβεβλημένη για τα παιδιά που βγάλαμε το Λύκειο στο τέλος της δικτατορίας. Είναι στιγματισμένη και κατακριτέα ως γλώσσα της γραφειοκρατίας, τη στρατοκρατίας και των αγράμματων χωροφυλάκων, που την κακομεταχειρίστηκαν. Από την άλλη, οι κορυφές μας έγραψαν στην καθαρεύουσα. Ο Ροΐδης, ο Παπαδιαμάντης, ο Βιζυηνός, αργότερα ο Εμπειρίκος, ο Μιχαήλ Μητσάκης. Είναι γλώσσα περιεκτική. Εγώ δεν έκανα τίποτα από αυτά, απλώς τα λέω για την ιστορία. Επειδή, λοιπόν, ο Καβάφης όλα του τα πεζά τα έγραψε στην καθαρεύουσα, κατά τον τρόπο του Καβάφη έκανα κι εγώ, από ένα ενσταντανέ της ζωής του, από την ερωτική του αφύπνιση δηλαδή με φόντο την Πόλη, αυτή τη νουβέλα, αυτόν τον μονόλογο, που είναι αυτο-αναφορικός και τον οποίο έχουμε τη φιλοδοξία να μεταφέρουμε του χρόνου στο θέατρο με τον φίλο μου, Θοδωρή Γκόνη.

Άντε να μπω εγώ μπροστάρης - και τι έγινε; Δεν βλέπω από τα νιάτα προοπτική κι αυτό με πεθαίνει.

Υπάρχει κοινός τόπος περιθωρίου και διανόησης;
Όχι, δεν υπάρχει. Θα σας το πω αλλιώς. Ο Σαρτρ λατρεύει τον Ζενέ, είναι και οι δύο διανοούμενοι, και τον συμπληρώνει ο Ζενέ τον Σαρτρ, για τον οποίο γράφει ένα ολόκληρο βιβλίο, έναν ύμνο. Διότι είναι η πλευρά της παρανομίας και του λούμπεν, που θα ήθελε ίσως ο Σαρτρ. Είναι σαν τον Καζαντζάκη με τον Ζορμπά, αντίστοιχα – ένας άλλος εαυτός που δεν έζησε. Με αυτή την έννοια, σε περιπτώσεις σαν τη δική μου, δένουν αυτά τα δύο. Εγώ είμαι ένας άνθρωπος λούμπεν προλεταριακός, λαϊκός, και από την άλλη μεριά στοχαστικός, αν θέλεις. Πολλοί συγγραφείς δεν ήταν άνθρωποι της γυάλας.

Είναι τόσο κακό που έχει χαθεί ο ερωτισμός στον Βαρδάρη;
Δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό. Απλώς ο θίασος εξέλιπε, αποσύρθηκε. Το μπουλούκι διαλύθηκε. Έφυγαν όλοι εδώ και χρόνια. Εγώ έμεινα τελευταίος να ψάχνω φαντάσματα. Δεν τελείωσε μόνο ο Βαρδάρης και η Ομόνοια, άλλαξε όλο το σκηνικό.

Τι σημασία έχει ο έρωτας στη ζωή σας;
Είναι το πρώτιστο στον άνθρωπο, ακόμη κι αν είσαι σε ερωτική απραξία. Εμένα τι μ’ αρέσει; Μ’ αρέσει η βαθιά καψούρα, ο καρά σεβντάς, που δεν το ζω μεγαλώνοντας. Να πάθω ζημιά, να μην με ενδιαφέρει αν πέσω στα μωσαϊκά, αν πέσω να γκρεμιστώ. Αυτό το πράγμα μου έδωσε και πολύ στην τέχνη. Δηλαδή να πάθω κάτι, κι ας είναι ανεπίδοτος ο έρωτας. Κι ας περιμένω σαν τις ηρωίδες του Μάρκες, που κεντάνε, κεντάνε, περιμένουν τον καπετάνιο και δεν έρχεται ποτέ. Στο βιβλίο που γράφω τώρα, αυτό ζουν τα δύο κεντρικά πρόσωπα. Καίει η φωτιά κι αυτοί καίγονται πιο πολύ και δεν τους ενδιαφέρει πια η φωτιά. Ο ήρωας μου, ο Ασλάν Καπάν, όταν του λέει ένας Θεσσαλονικιός, «εσύ έτρεχες, βοηθούσες, πού είσαι τώρα», του απαντά, «τώρα εγώ έχω το γιαγκίνι, εγώ καίγομαι». Δεν είναι, όμως, μόνο ο έρωτας. Εγώ όλα τα συνδέω με την κοινωνία.

Εμείς θα δημιουργήσουμε τις συνθήκες. Θα περιμένουμε να δώσει κώλο ο καπιταλισμός; Θα μας ξεσκίσουν.

Η Αριστερά τι ρόλο έπαιξε στη ζωή σας;
Είμαι βιωματικά αριστερός. Δεν μπήκα ποτέ σε κόμμα κι έτσι μπορώ να τοποθετηθώ ελεύθερα για πράγματα που οι λοιποί δεν τολμούν. Δεν υπάρχω χωρίς την Αριστερά. Είμαι, όμως, ένα είδος ανένταχτου αριστερού.

Σήμερα κυβερνά ένα Αριστερό κόμμα. Τι άποψη έχετε;
Κοίταξε, στην αρχή το είδαμε ως προοπτική - να δοκιμαστεί η Αριστερά, έστω με αυτή τη φόρμα. Φαίνεται, όμως, ότι για πολλούς λόγους το πείραμα δεν πέτυχε και αυτό είναι λυπηρό. Μόνο στους νέους μπορούμε να ποντάρουμε, όμως δεν βλέπω καμιά επαναστατική διάθεση στους νέους. Άντε να μπω εγώ μπροστάρης - και τι έγινε; Δεν βλέπω από τα νιάτα προοπτική κι αυτό με πεθαίνει.

Δεν είναι λίγο άδικο αυτό; Υπάρχουν και σήμερα ιδέες, έρωτες, δημιουργία. Απλώς, ίσως δεν βρίσκουν τρόπο να γίνουν μαζική κουλτούρα ή κίνημα.
Αν υπήρχε αυτό που λέτε, δεν θα έβγαινε προς τα πάνω; Δεν θα έπρεπε να εξωτερικευτεί, να προτείνετε οι νέοι πράγματα; Δεν έχουμε δείγματα. Για επαναστατικότητα μιλάω, όχι για καλλιτεχνικές δυνάμεις. Εμείς θα δημιουργήσουμε τις συνθήκες. Θα περιμένουμε να δώσει κώλο ο καπιταλισμός; Θα μας ξεσκίσουν.

Για σκεφτείτε, αυτήν τη στιγμή η Θεσσαλονίκη δεν έχει καθημερινή εφημερίδα. Είναι ντροπή. Η Λάρισα έχει δύο, ο Βόλος τρεις και η Σμύρνη έχει 15.

Επομένως, για ποιο λόγο συμβαίνει η σημερινή κατάσταση;
Φταίμε εμείς, που συντελέσαμε στην αγραμματοσύνη. Εγώ, προσωπικά, είμαι υπεύθυνος ως εκπαιδευτικός. Διότι, έβαζα βαθμάρες, ενώ ήταν αγράμματα. Ενώ εγώ, στο Πανεπιστήμιο, ήμουν ο καλύτερος μαθητής του Σαββίδη και μου έβαζε πέντε, όχι δέκα. Κι εγώ τους έβαζα 18, ενώ ήταν για οκτώ.

Γιατί το κάνατε αυτό;
Ε, Αριστερά.

Δεν βλέπετε νέους με φλόγα στα μάτια;
Βλέπω ομορφιές, βλέπω σπουδές, αλλά όχι τον παλμό που θα ήθελα, που είναι σηματωρός για αλλαγές και θα δώσει ένα καθολικό όραμα, μια πρόταση. Δεν ξέρω πώς γίνεται. Μπορεί αύριο να έχουμε μία έκρηξη. Φοβάμαι, όμως, ότι οι νέοι έχουν κατακάτσει περιμένοντας τη σύνταξη της γιαγιάς ή λένε ότι σπουδάζουν, ή τα έχουν με τους προηγούμενους.

Είστε στο Facebook;

Ωραίο είναι το Facebook, εγώ όμως το έχω σαν εργαλείο καλλιτεχνικό. Έβαλα σήμερα μια φωτογραφία των γονιών μου, συνδυάζοντας το πώς γιορτάζω τους πεθαμένους μου. Τέτοια πράγματα αναρτώ, όχι ότι πήρα μια ασπιρίνη ή έφαγα φασόλια. Καλό είναι το Facebook, δεν μπορείς να πες όχι στην τεχνολογία. Η Ζυράννα Ζατέλη, με την οποία είμαστε πολύ φίλοι, γράφει στη γραφομηχανή, δεν μπορεί αλλιώς. Το ίδιο και άλλοι άνθρωποι που έχουν πνεύμα.


[VICE Video] Ο Γιάννης Μπουτάρης Λέει Ότι Είναι Ακόμα «Ονειροπαρμένος»

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook.


Η θρησκεία πώς σας επηρέασε;
Είμαι πολύ συνδεδεμένος με την Ορθοδοξία ως ένα κομμάτι της παράδοσης. Ο Καβάφης νομίζω είναι κορυφή σε αυτό. Δένει, μέσα από την ποίηση και την προσωπικότητά του, το παγανιστικό στοιχείο, που είναι η ειδωλολατρία και η εθιμική λατρεία, με το ορθόδοξο, που επιβλήθηκε μεν, αλλά έγινε παράδοση και ψυχή. Δείτε τώρα, τις προάλλες ρώτησα τον ταμία στο σινεμά, «Δεν θα κλείσετε τα Χριστούγεννα;». Μου λέει, «Θα κλείσουμε για τρεις ώρες». «Τη Μεγάλη Παρασκευή δεν κλείνετε;», τον ρώτησα κι είπε όχι. Του λέω, «Μα, τότε κλείνουν και τα μπουρδέλα. Κλείνουν γιατί οι ιερόδουλες είναι ορθόδοξες χριστιανές». Πρέπει να δείτε σκηνή στην Πόλη, τη Μεγάλη Παρασκευή, στον ναό των Εισοδίων της Θεοτόκου. Τα μπουρδέλα, που είναι δημόσια εκεί, είναι από κάτω. Κι ανεβαίνουν οι γυναίκες από την Αιθιοπία, με μαντήλια και κατεβασμένα κεφάλια. Είναι μέσα μας όλα αυτά.

Δεν σας έχει κουράσει η υγρασία στη Θεσσαλονίκη κι αυτό το περίκλειστο συλλογικό της πόλης;
Όχι μόνο με έχει κουράσει, πονάνε το κόκκαλά μου (γελάει). Αλλά αυτή η εσωστρέφεια είναι η γοητεία της. Τι να την κάνεις, όμως; Όσους έφυγαν, δεν τους κακίζω. Ο Ιωάννου έφυγε να γλιτώσει, ο Αναγνωστάκης το ίδιο, οι τραγουδίστριές μας όλες, οι μπουζουκτσήδες, οι τραγουδοποιοί. Και μείναμε καμιά δεκαριά εδώ, διότι έχουμε την αρρώστια της ψυχής. Η ιστορική πολιτεία είναι η Θεσσαλονίκη, καμία άλλη δεν έχει συνέχεια ως άστυ, αλλά η πολιτεία ως μητρόπολη είναι η Αθήνα. Για σκεφτείτε, αυτήν τη στιγμή η Θεσσαλονίκη δεν έχει καθημερινή εφημερίδα. Είναι ντροπή. Η Λάρισα έχει δύο, ο Βόλος τρεις και η Σμύρνη έχει 15.

Τα φουλάρια ήταν πάντα εμμονή σας;
Το φουλάρι το καθιέρωσα ως φοιτητής. Θα σας πω μια ιστορία. Πηγαίνω κάποτε στο σπίτι ενός συμμαθητή μου, φορώντας ένα εκπληκτικό μεταξωτό κόκκινο φουλάρι κι έχοντας πάνω του καρφιτσωμένο ένα μικρό σήμα του Τσε – τότε δεν φορούσε άλλος κονκάρδα του Τσε, σήμερα την έχουν βάλει ως κι οι βιομήχανοι στην κωλοτρυπίδα τους. Μου λέει η μάνα του, «τι είναι αυτά τα ρούχα, φαντάζομαι τι λεφτά δίνεις. Ο δικός μου ζήτησε ένα αμερικάνικο τζιν, που κοστίζει 250 δραχμές». «Με 250 δραχμές, θα ντυνόμουν σαν τον Μικ Τζάγγερ», της απάντησα.

Μετάνιωσα που δεν έκανα παιδί - όχι γάμο με κυρά στο πλάι, αυτό είναι βασανιστικό.

Δεν μου είπατε για τα φουλάρια.
Καθιερώθηκε το φουλάρι κι έχω μεγάλη συλλογή. Και ενίοτε, αν κεφάρω κάπου, το βγάζω και το χρησιμοποιώ ως λάσο και πιάνω κάποιον ή κάποια και του το χαρίζω. Ο συγχωρεμένος ο Παπάζογλου, μου έλεγε: «Θυμάσαι που μου είχες δώσει στην ταβέρνα ένα φουλάρι; Έβγαλα δύο γκόμενες με αυτό, είσαι πολύ γουρλής». Μου κόστισε ο θάνατος του Νίκου, όπως και του Ρασούλη. Διότι, πάντα θέλεις αναφορές, έναν μεγαλύτερο αδερφό.

Ποιο πιστεύετε ότι είναι το νόημα της ζωής;
Ο Εμπειρίκος λέει σε έναν στίχο: «Σκοπός της ζωής δεν είναι η χαμέρπεια. Σκοπός της ζωής είναι το σεσημασμένον δέρας της υπάρξεώς μας». Να απολαμβάνουμε το σήμερα, ως χθες και ως πάντοτε. Όχι επειδή απλώς είναι μάταιη η ζωή και δεν ξέρουμε πότε θα φύγουμε ούτε από τον φόβο του θανάτου. Τη ζωή πρέπει να την αντιμετωπίζεις σαν κάτι το αιώνιο, το πέραν του θανάτου, και σαν κάτι πολύτιμο, γιατί το ζεις τώρα. Χρειάζεται μια υπέρβαση, επειδή ο φόβος του θανάτου δεν θα σε αφήνει. Να πεις, «θα ζήσω». Ό,τι κάνεις, τον καφέ που πίνεις, τη βόλτα που κάνεις, το παιδάκι σου που χαϊδεύεις, το παιδάκι το ξένο, να το βλέπεις σαν δικό σου. Μετάνιωσα που δεν έκανα παιδί - όχι γάμο με κυρά στο πλάι, αυτό είναι βασανιστικό.

Περισσότερα από το VICE

Ο Γιώργος Ζαμπέτας Δεν Έχει Πεθάνει Ακόμη

Έτσι Μετέτρεψα την Aποθήκη του Σπιτιού μου σε Eστιατόριο με Top Bαθμολογία στο TripAdvisor

Mιλήσαμε με τον Καρδιτσιώτη που Έγραψε Βιβλίο για τις Παγανιστικές Δοξασίες στον Θεσσαλικό Κάμπο

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.