Θα τα Καταφέρουμε στο πιο Δυνατό, Συναυλιακό Καλοκαίρι μας;

Άνθρωποι της εγχώριας μουσικής βιομηχανίας μιλούν για το πιο «καυτό» καλοκαίρι. Kαυτό και για την τσέπη μας;

|
05 Απρίλιος 2019, 7:08pm

Μπορεί παλιότερα να πανηγυρίζαμε στην πλατεία της περιοχής μας αν ανακοινωνόταν συναυλία συγκροτήματος που αγαπούσαμε, όμως πλέον τα πράγματα έχουν αλλάξει. Συγκεκριμένα, το φετινό συναυλιακό καλοκαίρι είναι πραγματικά ιδιαίτερο και σίγουρα προκαλεί έναν ευχάριστο πονοκέφαλο στους απανταχού μουσικόφιλους. Η μία ανακοίνωση διαδέχεται την άλλη, με τα φεστιβάλ να έχουν ξεπεράσει τους εαυτούς τους και τις περισσότερες μεμονωμένες συναυλίες που πραγματοποιούνται να χαρακτηρίζονται εύκολα ως «άχαστες». Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι μιλάμε για το πιο δυνατό καλοκαίρι στη συναυλιακή ιστορία της χώρας.

Σας προκαλώ να θυμηθείτε άλλη χρονιά που να είχαμε να διαλέξουμε μεταξύ ονομάτων όπως οι Cypress Hill, Cure, Disturbed, Giorgio Moroder, Iggy Pop, Slayer, Bullet for my Valentine, Alice in Chains, New Order, Roisin Murphy και ένα σωρό ακόμη. Αν σκεφτεί κανείς ότι το φετινό Release Athens Festival έχει χωριστεί σε εννιά μέρες, ενώ την ίδια ώρα το Plisskën Festival έχει ανακοινώσει πάνω από 30 καλλιτέχνες -με το Sonar να καραδοκεί- καταλαβαίνει ότι η επιλογή των live θα είναι σαν να λύνει γρίφο. Μην ξεχνάμε, επίσης, ότι υπάρχουν και φεστιβάλ όπως το Summer Nostos Festival, που μας έχει κακομάθει -με την καλή έννοια- φέρνοντας ονοματάρες με ελεύθερη είσοδο. Ποιος μπορεί να πει όχι σε μία δωρεάν εμφάνιση των Balthazar, της Neneh Cherry και του Andrew Bird;

Αυτό που συμβαίνει είναι ευχάριστο, όμως, συγχρόνως, προκαλεί και κάποια ερωτήματα. Ένα από τα βασικότερα είναι αν θα μπορέσει ο «χτυπημένος» -από τη χρόνια κρίση, τα ακριβά ενοίκια και την ανεργία- μουσικόφιλος να καταναλώσει τις συναυλίες που θα πραγματοποιηθούν. Η αλήθεια είναι ότι πολύ δύσκολα θα συμβεί κάτι τέτοιο, αφού οι αριθμοί δεν βγαίνουν. Ίσως γίνουμε μάρτυρες κάποιων εισπρακτικών αποτυχιών, χωρίς όμως να είμαστε σίγουροι σε ποιον θα πέσει ο κλήρος. Θέλοντας να αναλύσω αυτήν την καλοκαιρινή συναυλιακή «ρώσικη ρουλέτα», αποφάσισα να έρθω σε επαφή με κάποιους ανθρώπους του χώρου.

1554379812586-Screen-Shot-2019-04-04-at-23946-PM
Φωτογραφίες αρχείου / VICE

Ο πρώτος άνθρωπος που μίλησα ήταν ο Γιάννης Παλτόγλου, ένας από τους ανθρώπους πίσω από την Detox Events, που ήδη φαίνεται να κερδίζει το στοίχημα, με συναυλίες όπως αυτή των Cure στο πλαίσιο του Ejekt Festival, των Madrugada -που δεν πιάνει ακριβώς καλοκαίρι- και φυσικά την προσπάθεια που ακούει στο όνομα Sonar Festival.

«Προσωπικά, θυμάμαι και άλλες χρονιές στις οποίες είχαμε πολλές συναυλίες. Τώρα δεν έχω κάτσει να τις μετρήσω, αλλά πάνω-κάτω νομίζω ότι είμαστε στα ίδια νούμερα. Θεωρώ, όμως, ότι το κόστος για κάποιον που θέλει να παρακολουθήσει συναυλίες είναι δυσανάλογο με αυτά που βγάζει. Τα πράγματα, οικονομικά, δεν πάνε καλά, όσο και αν θέλουν να μας πείσουν για το αντίθετο», λέει στην αρχή της σύντομης κουβέντας που κάναμε.

Τον ρωτάω αν η πρόσφατη μείωση του ΦΠΑ για τις συναυλίες έπαιξε ρόλο στον αριθμό καλλιτεχνών που πρόκειται να μας επισκεφτούν: «Η πτώση του ΦΠΑ σίγουρα έχει βοηθήσει, όμως δεν αποτελεί δικλίδα ασφαλείας. Οι αμοιβές των συγκροτημάτων έχουν αυξηθεί δραματικά, μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Δεν βγαίνουν πλέον πολλοί μεγάλοι καλλιτέχνες και ο κόσμος ζητά τους ίδιους, οπότε, αναγκαστικά, τα γκρουπ ανεβάζουν το κασέ τους. Είναι θέμα προσφοράς-ζήτησης. Δεν μπορούμε να συγκριθούμε με φεστιβάλ που μαζεύουν 80.000 κόσμο και έτσι μένουμε πίσω. Δεν υπάρχουν και πολλοί χορηγοί που δεν δίνουν σοβαρά χρήματα στο μουσικό κομμάτι. Γενικά, στην κατάσταση που είναι η χώρα δεν μπορεί ένας χορηγός να δώσει 200.000-300.000 ευρώ για μία συναυλία. Θα βγει και ο κόσμος να τους πει ότι θα μπορούσαν να τα επενδύσουν σε κάτι άλλο».

1554384907940-Screen-Shot-2019-04-04-at-24051-PM

Έχει κι ένα δίκιο. Όταν ο μέσος πολίτης περνάει δύσκολες στιγμές, δεν είναι εύκολο για μια γνωστή εταιρία να δώσει τόσα χρήματα χωρίς να υπάρξει μια κάποια αντίδραση από τους καταναλωτές.

«Θεωρώ ότι ο μέσος μουσικόφιλος θα διαλέξει μία συναυλία τον Ιούνιο, μία τον Ιούλιο και άλλη μία τον Σεπτέμβριο. Ακόμη και κάποιος που θα πάει σε περισσότερες, σε πόσες να πάει; Τέσσερις; Θα πρέπει να κρατήσει λεφτά για τις διακοπές και να πληρώσει τις υποχρεώσεις του», λέει σε σχετική ερώτηση για το πως πιστεύει ότι θα κινηθεί το κοινό.

Έχοντας δει τα τελευταία χρόνια μια νέα φουρνιά πιτσιρικάδων που αρέσκεται να πηγαίνει σε συναυλίες, τον ρωτάω αν αυτή η προσθήκη έχει μεγαλώσει έστω και λίγο τα νούμερα: «Σιγά-σιγά, έχει εμφανιστεί μια νέα γενιά ανθρώπων που έρχεται σε συναυλίες. Σε αυτό έχει βοηθήσει αρκετά το Διαδίκτυο, όμως, παράλληλα παίζει τεράστιο ρόλο και ο εκάστοτε καλλιτέχνης. Επιλέγουν συγκεκριμένα ονόματα δηλαδή. Και πάλι, τα νούμερα είναι τρομακτικά πίσω σε σχέση με άλλες Ευρωπαϊκές, ή ακόμη και γειτονικές, χώρες. Έχουμε την κουλτούρα του Έλληνα ο οποίος, προτιμάει να πάει στα μπουζούκια ή στα καλοκαιρινά κλαμπ και αυτό δεν το βλέπω να αλλάζει σύντομα. Το να πας από το 5% στο 6%, δεν σε σώζει. Και η αλήθεια είναι πως βλέπω τα μπουζούκια να ανεβαίνουν ξανά. Πάντως, από το 2016 έχουν αρχίσει να έρχονται αρκετοί θεατές από άλλες χώρες. Διαφημιζόμαστε στο εξωτερικό και αργά, αλλά σταθερά, βλέπουμε ότι αποδίδει», μου αναφέρει λίγο πριν χαιρετηθούμε.

Θέλοντας να πάρω και μια δεύτερη άποψη από έναν διοργανωτή, επικοινώνησα με τον Νίκο Λώρη της Didi Music. Τον άνθρωπο πίσω από έναν εκ των πιο γνωστών θεσμών της χώρας, του Rockwave Festival, ο οποίος πλέον είναι ιδιοκτήτης και του Piraeus 117 Academy.

«Είναι η πρώτη φορά που έχουμε τόσες πολλές συναυλίες. Αυτό, εκ πρώτης όψεως, είναι θετικό. Το να υπάρχει δηλαδή μία έκρηξη πολιτισμικής και μουσικής δημιουργίας. Ωστόσο, επειδή μετράω αισίως 40 χρόνια στον χώρο της μουσικής -είτε από την πλευρά της δισκογραφίας, είτε στη διοργάνωση συναυλιών- θα έλεγα ότι συγχρόνως είναι και παράδοξο. Αν παρακολουθήσει κανείς τον χώρο των συναυλιών στην Ελλάδα, θα καταλάβει ότι αυτή η έκρηξη δεν προέρχεται -με κάποιες εξαιρέσεις φυσικά- από ανθρώπους που αγαπάνε τη μουσική και τον πολιτισμό, αλλά από άτομα που τον αντιμετωπίζουν σαν επενδυτική ευκαιρία. Εγώ, παράτησα λαμπρές σπουδές στο εξωτερικό για να εργαστώ στον τομέα, επειδή τον αγαπούσα και μάλιστα τον έζησα από την αρχή του στην Ελλάδα», μου λέει, για να συμπληρώσει: «Βρέθηκαν κάποιοι που θεώρησαν ότι αξίζει να επενδύσουν, επειδή είδαν κάποια event να πηγαίνουν καλά. H Ελληνική αγορά, όμως, έχει πολλές ιδιομορφίες. Είμαστε, για παράδειγμα, από τις λίγες χώρες που έχουν εθνική μουσική -όχι απαραίτητα λαϊκή, ή έντεχνη- με τοπικούς καλλιτέχνες που μαζεύουν χιλιάδες κόσμο. Αυτό, δημιουργείται σιγά - σιγά και στην Ευρώπη, αλλά όχι σε τέτοιο μέγεθος. Δεν περιμένουμε δηλαδή απαραίτητα ένα ξένο συγκρότημα για να μαζευτεί κόσμος. Οι Πυξ Λαξ, ας πούμε, γέμισαν το ΟΑΚΑ - Ελάχιστοι διεθνείς καλλιτέχνες το έχουν καταφέρει αυτό. Πίσω σε αυτό που σου έλεγα, έχουμε λοιπόν κάποιους ανθρώπους που λειτουργούν με αντικανονικό τρόπο και "καίνε" εκατομμύρια ευρώ».

Στη βασική ερώτηση σχετικά με το αν μπορούμε να καταναλώσουμε όλες αυτές τις συναυλίες, μου απάντησε: «Όταν το 40% των ανθρώπων ανώτερου μορφωτικού επιπέδου είναι άνεργοι ή παίρνουν μισθούς, που μόνο μισθούς δεν μπορούμε να τους χαρακτηρίσουμε, δεν υπάρχουν τα χρήματα για να υποστηρίξουν καλλιτέχνες που δεν δημιουργούν μια εκρηκτική χημεία. Όλα αυτά τα event δεν μπορούν να καταναλωθούν. Θα ήταν καλύτερα αυτοί που ασχολούνται, να μην παίζουν με τη λογική του τζόγου».

Αν και η πτώση του ΦΠΑ στο 6% είναι ένα σημαντικό προτέρημα, στο τέλος της ημέρας δεν αποτελεί πανάκεια, αφού ο βασικός στόχος είναι να υπάρχει προσέλευση. Κάτι που είναι εξαιρετικά δύσκολο (έως αδύνατο) να συμβεί για όλα τα event.

1554384962296-Screen-Shot-2019-04-04-at-24043-PM

Στη συνέχεια, ήρθα σε επαφή με τον Δημήτρη Λιλή, ραδιοφωνικό παραγωγό, label owner και local promoter. Ο λόγος που ήθελα να μιλήσω μαζί του δεν είναι άλλος από το γεγονός ότι μετράει χρόνια στον χώρο της εγχώριας μουσικής βιομηχανίας και δείχνει να γνωρίζει πολύ καλά τον τρόπο που λειτουργεί. Μάλιστα, στη στήλη που διατηρεί στο μουσικό περιοδικό Avopolis αποδομεί με τρομερή λεπτομέρεια την προαναφερθείσα εγχώρια μουσική βιομηχανία και όχι μόνο, εξηγώντας με όσο πιο απλά λόγια μπορεί ό,τι συμβαίνει εκεί έξω. Από το online κομμάτι και τον τρόπο λειτουργίας των μουσικών πλατφόρμων, μέχρι τις επιλογές των διοργανωτών.

«Χωρίς να το έχω μετρήσει, δεν μπορώ να θυμηθώ τόσες πολλές, απανωτές αναγγελίες. Αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι επέστρεψε -και μάλιστα, μέσα στην καρδιά του καλοκαιριού- το Plisskën Festival. Παράλληλα, δεν μπορούσα να φανταστώ ποτέ τέτοια crossover από τα μεγάλα φεστιβάλ. Για παράδειγμα, οι Cypress Hill είναι πολύ δυνατό crossover. Επίσης, δεν έβλεπα με τίποτα να έρχεται η αναγγελία των Cure. Αυτό που με ενθουσίασε περισσότερο από όλα, πάντως, είναι η άφιξη του Sonar Festival, ενός τεράστιου brand που, αν πάει καλά φέτος, θεωρώ ότι του χρόνου θα κάνει μεγάλα πράγματα».


VICE Video: Venus Volcanism & In Atlas - Στα Σκοτεινά Στενά της Πόλης

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook.


Κάπως έτσι ξεκινήσαμε την κουβέντα μας σε ένα καφέ των Εξαρχείων και σε ερώτηση σχετικά με τις αλλαγές στον ΦΠΑ, μου είπε μια λεπτομέρεια που δεν γνώριζα και έχει μεγάλο ενδιαφέρον. «Η μείωση ισχύει για ανοιχτούς χώρους και εταιρίες που λειτουργούν με συναυλίες. Για παράδειγμα, ένα μπαρ που πουλάει παράλληλα αλκοόλ -όχι σε μορφή pop up μαγαζιού όπως γίνεται στις συναυλίες- δεν επωφελείται από την αλλαγή».

Πολύ ενδιαφέρουσα πληροφορία, όμως περισσότερο ενδιαφέροντα ήταν όσα μου είπε όταν τον ρώτησα αν θεωρεί πως έχουν γίνει λάθη από τους Έλληνες διοργανωτές μεγάλων συναυλιών και φεστιβάλ: «Παλιότερα, πήγαινα κάθε χρόνο στη Βαρκελώνη και κάλυπτα το Sonar Festival. Τη δεύτερη χρονιά γνώρισα την curator του και κάναμε μια κουβέντα. Η γενικότερη αντίληψη εκεί, κάτι που δεν έχει περάσει στα φεστιβάλ εδώ, είναι η εξής: Αν βγουν, ας πούμε, οι LCD Soundsystem και οι Arcade Fire για περιοδεία, δεν πρόκειται ποτέ να τους αγγίξει το Sonar γνωρίζοντας ότι έχει προτεραιότητα το Primavera Festival. Αν κατά αντιστοιχία βγουν οι Daft Punk σε tour, δεν πρόκειται ποτέ να τους αγγίξει το Primavera, επειδή προτεραιότητα στην ίδια πόλη έχει το Sonar. Είναι θέμα ήχου και αυτό είναι κάτι που δεν έχουν σεβαστεί πολύ τα εγχώρια φεστιβάλ. Αν θέλουμε να δουλεύουμε σαν βιομηχανία, έστω και σε μικρό επίπεδο, αυτός είναι ο πρώτος διαχωρισμός. Μόνο ένα φεστιβάλ το κάνει αυτό με ιδιαίτερη επιτυχία και πολύς κόσμος του βγάζει το καπέλο, ακόμη και αν έχει αλλάξει λίγο το ύφος του. Aυτό είναι το Reworks Festival από τη Θεσσαλονίκη. Είχε εξαρχής σκοπό να εκπροσωπήσει την κουλτούρα της ηλεκτρονικής μουσικής στη χώρα και συνεχίζει να το κάνει».

Σίγουρα, μια συγκεκριμένη γραμμή στον ήχο θα βοηθούσε σε πολλούς τομείς τα εγχώρια φεστιβάλ και θα αποφεύγαμε λάθη του παρελθόντος, όπως το να κυνηγάνε πάνω από ένας promoter το ίδιο όνομα με αποτέλεσμα να ανεβαίνει η τιμή του. Με άλλα λόγια, αυτό το υπέροχο καλοκαίρι ίσως είναι λίγο πιο «δυνατό» από το πορτοφόλι μας, παρότι όλοι ευχόμαστε να γίνει ένα θαύμα και να έχουμε μόνο εισπρακτικές επιτυχίες.

1554379838763-Screen-Shot-2019-04-04-at-24014-PM

Λίγο πριν κλείσω, επικοινώνησα με τον Μάνο Καρακατσάνη, μουσικό, DJ και ραδιοφωνικό παραγωγό, με σκοπό να δω τα πράγματα απ' τη σκοπιά του. H πρώτη ερώτηση που του έκανα ήταν αν θεωρεί ότι οι εγχώριες μπάντες, ειδικά οι ανερχόμενες, έχουν να κερδίσουν κάτι από όλο αυτό: «Θεωρώ πως ναι, ειδικά όσες αποτελέσουν κομμάτι των line up. Μια μπάντα που θα παίξει σε ένα φεστιβάλ, αυτόματα βάζει στο βιογραφικό της ότι έχει μοιραστεί τη σκηνή με άλλα τέσσερα-πέντε μεγαλύτερα ονόματα. Αυτό μόνο καλό είναι. Άσε, που το να παίζεις σε μεγάλες σκηνές και καλές παραγωγές έχει τη χάρη του».

Σε ό,τι αφορά το πλήθος των εγχώριων παραγωγών, μου είπε: «Σε όλες τις μεγάλες, ευρωπαϊκές χώρες, κάπως έτσι γίνεται το παιχνίδι με τα live. Απλώς, στην Ελλάδα της κρίσης, σίγουρα είναι δύσκολο για τον κόσμο να πάει σε όλα. Για μένα, τόσο από πολιτιστικό ενδιαφέρον όσο και για διάφορους άλλους λόγους, είναι καλό να γίνονται πολλές συναυλίες. Αλήθεια, θυμάστε την εποχή που έπρεπε να πάμε στο εξωτερικό για να δούμε αγαπημένους καλλιτέχνες; Δεν είναι και τόσο παλιό αυτό».

Η φετινή στρατηγική του ως θεατής; «Θα κινηθώ με το συναίσθημα. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει περίπτωση να χάσω τους Cure και τους Alice In Chains, που είναι παιδικές μου αρρώστιες. Από εκεί και έπειτα, θα με ενδιέφερε να δω τους Slayer μια τελευταία φορά, τους Black Rebel Motorcycle Club με Clutch, που αγαπώ εξίσου, ενώ θα δω και τους Madrugada την Κυριακή».

Κλείνοντας αυτόν τον μικρό κύκλο συζητήσεων, είχα την ευκαιρία να δω τα πράγματα λίγο διαφορετικά, να «διαβάσω» τον τρόπο σκέψης των διοργανωτών, αλλά και να τον «ξεκλειδώσω», με έναν insider της σκηνής και έναν εγχώριο καλλιτέχνη. Προσωπικά, θεωρώ ότι θα είναι ένα σχετικά αγχωμένο καλοκαίρι για τους ανθρώπους των φεστιβάλ, αλλά και τους μουσικόφιλους που θα πρέπει να διαλέξουν μεταξύ πολλών, αγαπημένων, συγκροτημάτων και μουσικών. Όπως και να 'χει, εύχομαι να περάσουμε όλοι υπέροχα εκεί έξω.

Ακολουθήστε τον Αντώνη Κωνσταντάρα στο Ιnstagram.

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

Περισσότερα από το VICE

Τα Ηλεκτρικά Πατίνια στην Αθήνα Είναι Μια Θεωρητικά Καλή, Αλλά Επικίνδυνη Ιδέα

Σταμάτα να Ντύνεσαι Χάλια στο Σπίτι

«Ο Σημίτης Είναι Εβραίος» - Τα Fake News, ο Αντισημιτισμός και η Ακροδεξιά

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.