ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Βιβλίο & Φεμινισμός

«Εκείνη Δεν Ήθελε, Αυτός Δεν Σταματούσε» - Αυτό Ήταν στην Πραγματικότητα το Προξενιό

Απόσπασμα από το βιβλίο «Μικρές καθημερινές ιστορίες»​.

Κείμενο VICE Staff
13 Αύγουστος 2018, 3:15am

Φωτογραφία: Pixabay

Κάθε μέρα το VICE Greece παρουσιάζει αποσπάσματα βιβλίων που σχετίζονται με το γυναικείο ζήτημα. Το παρακάτω απόσπασμα είναι από το βιβλίο «Μικρές καθημερινές ιστορίες» της Μαρία Σαμαρτζή-Παπαδοπούλου (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βακχικόν)


Ένα κουστουμάκι ήταν. Παντελόνι-καμπάνα κι από πάνω καζάκα. Έτσι φοριόντουσαν στα ’70s. Όμορφο. Μα πάνω απ’ όλα καινούργιο. Ολοκαίνουργιο. Αγορασμένο από μια θεία.

Δώρο. Για να παρουσιαστεί μ’ αυτό στο προξενείο και να πάρει τη βούλα για το ταξίδι το μακρινό, το παντοτινό, για την άλλη άκρη της γης. Πρωτοφόρετο απ’ την ίδια. Μεγάλο πράγμα τούτο! Στο σπίτι της τόσα τα παιδιά! Τ’ αδέρφια της κι αυτή ανάμεσά τους! Δεν φτάναν τα δάχτυλα να τα μετρήσεις. Μεγαλωμένα με λιγοστό φαΐ και σχεδόν πάντα με ρούχα δανεικά, πολυφορεμένα, περασμένα απ’ το μεγαλύτερο στο μικρότερο. Τα μπαλώματα να συγκρατούν τα κομμάτια μεταξύ τους, για να μακρύνουν τον χρόνο της αντοχής. Πού να βρεθεί σειρά, ανάμεσα σ’ όλα τούτα και τη φτώχεια, για το καινούργιο. Για το αφόρετο.

Ένα κουστουμάκι ήταν. Εμπριμέ. Της μόδας. Έτσι συνηθιζόταν τότε. Με το ρούχο αυτό και το χαρτί στο χέρι μπήκε στο αεροπλάνο για τη διαδρομή τη μακρινή. Το χαρτί με τη σφραγίδα της νομιμότητας. Και την απαντοχή πως αγόραζε ένα πασαπόρτι. Για να φύγει. Να κάνει ένα βήμα μακριά. Από την καταπίεση. Την κλεισούρα. Τις φασαρίες. Τους καυγάδες αυταρχικών γονιών, με μυαλά ενός κόσμου παλιότερου απ’ αυτόν που ζούσαν. Να ξεφύγει από μια κοινωνία μικρή που δεν σήκωνε κι ούτε άντεχε όνειρα από ανθρώπους φτωχούς και πάντα πεινασμένους. Να βάλει τέρμα στις μάχες, πάνω από μια κούπα μετρημένο φαΐ, που στηνόταν για όλους στη μέση στο τραπέζι, για ν’ αρπάξει μια μπουκιά παραπάνω απ’ τους άλλους. Αν προλάβαινε. Να βάλει τέρμα στον ύπνο ανάμεσα σε κορμιά αραδιασμένα σ’ ένα ανοιχτό πάπλωμα πάνω στο πάτωμα. Να θέσει το κορμί της σε κρεβάτι. Μια πόρτα έψαχνε ν’ ανοίξει. Και πίστεψε πως το κλειδί ήρθε μ’ ένα προξενιό στα 14 και τον αποχωρισμό από την πατρική γη.

Ένα κουστουμάκι όλο κι όλο. Και στο βάθος της μικρής της τσάντας δέκα γράμματα. Γραμμένα βιαστικά από τον άνθρωπο που της έλεγαν πως την περίμενε. Παιδικά σχεδόν. Λιγόλογα, ανορθόγραφα. Με το ίδιο τυπικό «Καλά είμαι. Τι κάνεις; Πήρες τα λεφτά;» Που τα διάβαζε μέχρι να τα μάθει απ’ έξω, στο ψάξιμό της να καταλάβει ποιος ήταν. Που τα οσφραινόταν μήπως κι έφερναν μαζί τους κάτι δικό του. Τη μυρωδιά του, έστω.

Ένας άντρας ψηλός ανασήκωσε το καραβόπανο και σβέλτα και κλεφτά πήδηξε στο χώμα. Εκείνος μπροστά της. Με μια φόρμα της δουλειάς, ταλαιπωρημένη.

Κι έμαθε να τον φαντάζεται. Πώς είναι, πώς περπατά, τι λέει και σε ποιον, πώς κοιτά, πώς κλείνει τις νύχτες τα μάτια. Πώς σκύβει πάνω από ένα πρόσωπο ή ένα τραγούδι; Ήθελε να τον σκέφτεται να την μπάζει σ’ ένα σπίτι, να την καθίζει σ’ έναν καναπέ και να βάζει μουσική για χάρη της. Να καθόταν δίπλα της και να κοιταχτούν. Στ’ αληθινά αυτήν τη φορά. Από κοντά. Να τον νιώσει ζεστό, αληθινό. Να τον αγγίξει ίσως;

Γράμματα. Λίγα και λιγόλογα. Στους φακέλους από πίσω η αντρέσσα του αποστολέα σημειωμένη. Σ’ αυτήν έστελνε και τα δικά της. Πάντα μ’ ένα ξερό λουλουδάκι όμως μέσα. Ξεκολλημένο απ’ τα μαθητικά της βιβλία, αυτά που γερνούσαν ανέγγιχτα σ’ ένα κουτί κάτω απ’ τον καναπέ στην κουζίνα της μάνας της.

Με το κουστουμάκι ταξίδεψε. Την έβαλαν στη θέση του αεροπλάνου. Τάχαμου ήξερε να τη βρει; Πρώτη της φορά σ’ αεροδρόμιο. Στο χωριό έβλεπε τ’ αεροπλάνα να περνούν στον ουρανό καθώς έπαιζε με τ’ άλλα παιδιά. Κάθισε. Ακίνητη. Για ώρες πολλές. Αρνήθηκε το φαγητό. Μήπως είχε ξαναντικρίσει κείνα τα παράξενα που έβαζαν μπροστά της; Μετά ήρθε το μαρτύριο της ναυτίας. Ούτε που το είχε φανταστεί. Άρχισε με το που άφησαν το έδαφος. Έπαιρνε αναπνοή, έσφιγγε τα δόντια και τα χείλια της μέχρι εκεί που άντεχε, κάρφωνε τα μάτια σ’ ένα μοτιβάκι απ’ το εμπριμέ της καζάκας της και πολεμούσε να ξεχαστεί. Λίγες φορές το κατάφερε. Τις πιο πολλές έβγαζε ασταμάτητα ό,τι υγρό το σώμα της γεννούσε στις ώρες τις ατέλειωτες της πτήσης.

Με το ίδιο εμπριμέ κουστουμάκι στο αεροδρόμιο το ξένο κι απέραντο. Στην έξοδο έψαξε κάποιον που να του έμοιαζε. Πουθενά. Τίποτα. Στο τέλος, το πήρε απόφαση. Κανένας στην αναμονή γι’ αυτήν. Φόβος κι απελπισία. Και μαρκάρισμα φοβερό. Εκεί καταμεσής στο κούτελο. Σαν το επί σφαγή ζωντανό. Πώς θα πορεύεται μόνη. Και ζντουπ και το μαρκάρισμα στο διαβατήριο και άμε έξω σ’ έναν κόσμο που δεν σε περιμένει.

Έμεινε να κοιτά μια το διαβατήριο, μια το πάτωμα, άντε και τις μύτες των παπουτσιών της. Στον φόβο δίπλα κούρνιασε και η απορία. Και τώρα, τι; Την απορία αυτή μπόρεσαν να πιάσουν οι άλλοι. Που ξέσκιζε το σχεδόν παιδικό πρόσωπο. Κι ένα άγνωστο ζευγάρι, συμπατριώτες, τη ρώτησε για τον προορισμό της στην πόλη. Τους έδειξε τη διεύθυνση στους φακέλους. Σ’ αυτούς με τις μηδαμινές, επαναλαμβανόμενες ειδήσεις κι ό,τι θαρρούσε για μυρωδιά του.

Λίγο αργότερα εκείνος άνοιξε έναν διπλό καναπέ. Κάποιος είπε πως δεν έπρεπε. Κανέναν δεν άκουσε. Κανέναν δεν κοίταξε. Κανένας δεν ξαναμίλησε.

Την άγγιξαν απαλά στο μπράτσο. Μετά έδειξαν προς κάποια κατεύθυνση και μ’ ένα «από ’δω έλα, θα σε πάμε εμείς. Όχι μόνη εδώ. Εδώ ο τόπος ξένος, έρημος κι αιμοβόρικος. Όχι μικρό παιδί μόνο του», την έβαλαν στο ταξί. Στη θέση τη μπροστινή μπας και πάρει πίσω η ζάλη και καταλαγιάσει το στομάχι της. Και ξεκίνησαν για διαδρομή μακρινή, άγνωστη, με εικόνες που δεν είχε ξαναδεί.

Με τους φακέλους στο χέρι έφτασαν σ’ ένα μικρό σπίτι.

Οι άνθρωποι με τη φιλευσπλαχνία βγήκαν πρώτοι. Κατέβηκε κι η ίδια. Με το εμπριμεδάκι της. Χτύπημα στην πόρτα. Μια γυναίκα με ποδιά κουζίνας -συννυφάδα, είπανε- στον παραστάτη. Παραλαβή βιαστική. Μέσα περίμεναν οι δουλειές. Στους πρόθυμους ξένους ένα ξερό αντίο. Ψιθυριστές οδηγίες πού ν’ ακουμπήσει τη βαλίτσα που έσερνε. Ένας καφές βιαστικός στο τραπέζι της κουζίνας. Ύστερα ένα «από ’δω θα ’ρθει ο δικός σου», η παλάμη της να δείχνει δεξιά απ’ την αυλόπορτα και μετά σιωπή. Κι αναμονή. Σε μια γωνιά ενός χώρου κρύου και λίγο γκρίζου. Με λουλούδια πλαστικά στα βάζα, καλύμμα- τα στους καναπέδες. Τα παντζούρια μισόκλειστα, οι κουρτίνες τραβηγμένες. Να κρατούν το φως και το κρύο έξω. Όμως όλα παστρικά. Και κάτι απ’ τη πάστρα του χώρου και τη μυρωδιά απ’ την κουζίνα τής έφεραν κάτι από πατρίδα. Υγρό ζεστό σαν να ξεχύθηκε μέσα της και καταλάγιασε για λίγο.


#Γυναίκα: Το Σώμα της Ανήκει

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook


Το απόγευμα, η «παραλήπτρια» την έβγαλε στην αυλή. Την έστησε σε μια κολώνα, κοντά στο κάγκελο. Στις οχτώ, ακριβώς όπως της είχε πει, ένα σκεπαστό φορτηγό έστριψε τη γωνία. Ένας άντρας ψηλός ανασήκωσε το καραβόπανο και σβέλτα και κλεφτά πήδηξε στο χώμα. Εκείνος μπροστά της. Με μια φόρμα της δουλειάς, ταλαιπωρημένη. Τα αποτυπώματα της μέρας της μεγάλης ακόμα απάνω του. Αυτή με το εμπριμέ κουστουμάκι της. Πήγε κοντά του. Ανάσανε. Η μυρωδιά του δεν είχε τίποτα να κάνει μ’ αυτήν που θαρρούσε πως ερχόταν μέσα στους φακέλους του. Αυτήν που νόμιζε πως ήξερε. Η δική του, η αληθινή, είχε κάτι από χώμα και ιδρώτα παλιό.

Κοιτάχτηκαν για ν’ αρχίσουν ν’ αναγνωρίζονται. Μετά αυτός προχώρησε. Μπήκε χωρίς πολλά-πολλά στο σπίτι. Έτριψε τα χέρια βιαστικά κάτω απ’ το νερό. Εκείνη κοίταζε χωρίς μιλιά, χωρίς ένα μικρό σπαρτάρισμα. Κάθισε πρώτος. Πήρε καρέκλα ακάλεστη. Να μοιραστούν ένα φαΐ. Αυτός ακόμα με τη φόρμα. Σιωπηλές μπουκιές και ματιές γρήγορες, πεταχτές. Μην πουν πως δεν είχε τσίπα απάνω της.

Λίγο αργότερα εκείνος άνοιξε έναν διπλό καναπέ. Κάποιος είπε πως δεν έπρεπε. Κανέναν δεν άκουσε. Κανέναν δεν κοίταξε. Κανένας δεν ξαναμίλησε. Χωνεύτηκαν όλοι στις διπλανές τις κάμαρες. Τράβηξε το κουστουμάκι της και το πέταξε σε μια γωνιά. Μετά κοιμήθηκε μαζί της χωρίς πολλές εξηγήσεις και τρυφερότητες. Όλα πρωτόγνωρα και παράξενα. Άγνωστη ήπειρος, ξένη χώρα, άλλα μέρη, αγέρας που φύσαγε και μύριζε αλλιώς, περίεργοι άνθρωποι, σιωπηλοί. Σχεδόν αόρατοι. Κι ένας άντρας γυμνός, τσίτσιδος δίπλα της. Ύστερα από πάνω της. Τέλος, μέσα της. Με κινήσεις και ήχους που την τρόμαζαν. Εκείνη δεν ήθελε. Αυτός δεν σταματούσε. Έτσι, σαν βιασμός με συναίνεση τρίτων. Νόμιμος. Την είχαν στείλει. Τη δοκίμασε. Τη δέχτηκαν.

Και το κουστουμάκι το εμπριμέ, το καινούργιο, το πρωτοφορεμένο απ’ την ίδια, να μένει πεταμένο στη γωνιά την πρώτη που το έριξαν. Για μέρες μετά. Χωρίς καμιά κίνηση απ’ τη μεριά της να το μαζέψει. Χωρίς ένα βλέμμα της πια απάνω του. Με τη χαρά την πρώτη διαλυμένη. Να μένει μόνο και να ζαρώνει.

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

Περισσότερα από το VICE

Έτσι Παρασκευάζεται τo Αυτοσχέδιο Tσίπουρο στις Ελληνικές Φυλακές

«Καλοκαιρινά Ραντεβού» - Πώς Είναι να Έχεις Γράψει Ένα από τα Μεγαλύτερα Hit του Καλοκαιριού

«Άβυζη», «Χοντρή», «Σημαδεμένη» - Γυναίκες στην Ελλάδα Φωτογραφίζονται Μιλώντας για το Body Shaming

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter,Facebook και Instagram.

Tagged:
Σχέσεις
Φεμινισμός
Γυναίκα
Βιβλίο
φύλο
προξενιό
ζευγάρι