ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Έγκλημα

Η Ιστορία των Καθόλου Διαβόητων Ληστών​ της Εθνικής Τράπεζας στο Φάληρο​ και η Απόδραση από τον Κορυδαλλό

«Αυτομάτως η σκέψη των πολιτών πάει σε μια φοβερή οργάνωση: Στη Μαφία».

Κείμενο Τάσος Θεοφίλου
04 Σεπτέμβριος 2018, 7:17am

Η μεγάλη πόρτα της εισόδου ανοίγει διάπλατα και με θόρυβο. Οι έξι άνδρες που εισβάλουν στην τράπεζα φωνάζοντας, φοράνε κάλτσες στο πρόσωπο, περούκες, μαύρα γυαλιά και γάντια. Επίσης, είναι κοντοί και κακοντυμένοι. Στα χέρια τους κρατάνε περίστροφα. Είναι Παρασκευή 8 Οκτωβρίου του 1976, 8:18 το πρωί, στην οδό Εσπέρου 2, στο Παλαιό Φάληρο.

Ο καθένας τους φοράει δύο πουκάμισα, διαφορετικό χρώμα το καθένα, πιθανόν για να το αλλάξουν μετά τη διαφυγή, προκειμένου να μπερδέψουν κάποιον που ίσως θα προσπαθούσε να τους καταδιώξει. Όταν, όμως, ένα σχέδιο πηγαίνει στραβά, συνήθως αυτό συμβαίνει εξαιτίας ενός παράγοντα που δεν έχει προβλεφθεί.

Για λίγα λεπτά, πελάτες και προσωπικό, περίπου 30 στο σύνολο, καθηλώνονται τρομοκρατημένοι. Ο πρώτος ληστής, κοντός με λευκά γυαλιά και μαύρα ανακατεμένα μαλλιά, κάθεται μπροστά στην πόρτα και με νοήματα δίνει οδηγίες στους υπόλοιπους. Συγχρόνως, διατάζει όσους βρίσκονται εκείνη την ώρα μέσα να σηκώσουν τα χέρια τους και τους επιτηρεί.

Οι υπόλοιποι πέντε, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, καταλαμβάνουν όλους τους χώρους. Άλλος ένας από τους ληστές στέκεται κι εκείνος στην πόρτα. Δύο πηγαίνουν στο ταμείο. Ο ένας απειλεί τον ταμία με ένα μακρύκανο περίστροφο και ο άλλος πηδάει μέσα από το γκισέ και τοποθετεί σε μια μαξιλαροθήκη τα χρήματα. Ο ταμίας προσπαθεί να τον εμποδίσει και ως απάντηση δέχεται ένα χτύπημα στα χέρια με τη λαβή του περίστροφου. Ο ληστής συνεχίζει τη δουλειά του: Παίρνει 750.000 δραχμές και άλλες 100.000 σε συνάλλαγμα. Έπειτα, πηδάει ξανά έξω από το ταμείο. Ένας μπαίνει στο γραφείο του διευθυντή του υποκαταστήματος. Του ζητάει χρήματα. Ο διευθυντής τού λέει απειλητικά: «Φύγε από μπροστά μου, δεν έχω λεφτά». Τότε, ο ληστής τον σπρώχνει απότομα, με αποτέλεσμα να πέσει και να χτυπήσει το δεξί του χέρι. Ένας πελάτης που βρίσκεται εκεί για να καταθέσει 40.000 δραχμές, επιχειρεί να βγει. Τον ακινητοποιούν χτυπώντας τον μια φορά με τη λαβή του περιστρόφου.

Έκτος και τελευταίος ο Εντουάρντο Αλφρέντο Γκουαριελιάν - είναι ο μόνος που δεν κρατάει όπλο. Πηγαίνει προς την αποθήκη να δει μήπως είναι κανένας εκεί. Βρίσκει μια καθαρίστρια κι έναν υπάλληλο, και τους υποχρεώνει να βγουν έξω και να σταθούν με τα χέρια ψηλά. Έπειτα, κατευθύνεται στο εσωτερικό της τράπεζας, όπου βρίσκεται το χρηματοκιβώτιο. Κρατάει κι αυτός μια μαξιλαροθήκη. Τη στιγμή που έχει γυρισμένη την πλάτη, πέφτει πάνω του ο ένας από τους ταμίες. Ένας συνάδελφός του σπεύδει σε βοήθεια και τον χτυπάει και αυτός. Πέφτουν κάτω και παλεύουν. Η ομάδα των υπαλλήλων ενισχύεται και από έναν τρίτο που βρίσκεται κοντά. Στο τέλος, ο Γκουαριελιάν παύει να αντιστέκεται.

Οι υπόλοιποι ληστές, προκειμένου να απεγκλωβίσουν τον σύντροφό τους, πυροβολούν πέντε φορές μέσα στο κατάστημα, στοχεύοντας λίγο πάνω από το ύψος των κεφαλιών. Οι σφαίρες τρυπάνε τις ντουλάπες. Μια σφαίρα περνάει σε ένα ερμάριο και καταστρέφει κάποια πολύτιμα έγγραφα της τράπεζας. Οι ληστές τελικά φεύγουν με τα περίστροφα στο χέρι, αφήνοντας πίσω τον Γκουαριελιάν. Οι υπάλληλοι αμέσως καλούν την Αστυνομία.

Η διαφυγή

Ένα λευκό Peugeot 504 με πινακίδες ΕΟ 7474, τους περιμένει 70 μέτρα πιο κάτω, επί της οδού Εσπέρου. Ένας υπάλληλος μαζί με μερικούς από τους συγκεντρωθέντες ακολουθούν τους ληστές. Μερικά μέτρα προτού τους φτάσουν, προλαβαίνουν να μπουν στο αμάξι. Το αυτοκίνητο φεύγει στην ανηφορική πλευρά της οδού Εσπέρου, όμως μετά από 200 μέτρα συγκρούεται με κλειστό ημιφορτηγό Volkswagen που βγαίνει εκείνη την ώρα από την οδό Σειρήνων: Το Peugeot χτυπά με σφοδρότητα μετωπικά στην αριστερή πλευρά του ημιφορτηγού, με αποτέλεσμα να συντριβεί ολόκληρη η μπροστινή του πλευρά. Το παρμπρίζ κομματιάζεται και τραυματίζεται ο ένας από τους πέντε ληστές: Πρόκειται για τον Εμμανουέλ ντα Σίλβα Περέιρα.

Αφήνουν το αυτοκίνητο και πετάγονται έξω. Οι τρεις από αυτούς διαφεύγουν προς τα αριστερά της οδού Εσπέρου. Μεταξύ αυτών και ο Περέιρα, του οποίου το πρόσωπο είναι καταματωμένο. Οι άλλοι δύο ληστές, από τους οποίος ο ένας κρατούσε τη μαξιλαροθήκη με τα λεφτά, τραβάνε προς τα δεξιά της οδού Εσπέρου και καταδιωκόμενοι από τους διαβάτες κατευθύνονται προς την οδό Ιωάννου Φιξ. Τρέχοντας για να ξεφύγουν, μπαίνουν με τα περίστροφα στα χέρια, στον κήπο ενός σπιτιού που βρίσκεται στην οδό Αθηναίων 26. Ο ιδιοκτήτης, βλέποντας από το παράθυρο δυο τύπους με περίστροφα να μπαίνουν στο σπίτι του, πετάγεται έξω. Οι ληστές πηγαίνουν στο πίσω μέρος, όπου εκείνη την ώρα η σύζυγός του απλώνει ρούχα. Βλέποντάς τους, «παγώνει». Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού τούς βλέπει να πηδάνε τη μάντρα. Πηδάει κι αυτός και τους κυνηγάει. Μπαίνουν σε ένα οικόπεδο και παίρνουν την οδό Αγίου Αλεξάνδρου - δεύτερη παράλληλος της οδού Πλειάδων. Μετά παίρνουν την οδό Πρωτέως και μετά την οδό Νηρηίδων. Εκεί χάνονται στο πλήθος που κάνει τα ψώνια του στη λαϊκή αγορά.

Την ίδια στιγμή, ο τραυματίας Περέιρα με τους δυο συντρόφους του που έχουν πάρει αντίθετη κατεύθυνση, προχωρούν προς την περιοχή της Αμφιθέας, όπου βρίσκεται το Κρατικό Εργοστάσιο Αεροπλάνων. Ενώ τρέχει, πατάει κατά λάθος τη σκανδάλη: Το όπλο εκπυρσοκροτεί και η σφαίρα τον πετυχαίνει στο αριστερό του πόδι, όπου και τον τραυματίζει ελαφρά. Η Αστυνομία κατακλύζει την περιοχή με περιπολικά. Πολυτραυματίας πλέον -μετά και τον αυτοπυροβολισμό του- ο Εμμανουέλ ντα Σίλβα Περέιρα δεν μπορεί να ακολουθήσει τους συντρόφους του. Λίγα λεπτά μετά, πέφτει και αυτός στα χέρια της Αστυνομίας. Έχουν ήδη γίνει δύο συλλήψεις.

Οι έρευνες συνεχίζονται

Η Αστυνομία διαπιστώνει ότι το Peugeot είναι κλεμμένο. Επιπλέον, ο αριθμός της πινακίδας του αντιστοιχεί σε άλλο όχημα ίδιας μάρκας, μοντέλου και χρώματος που ήταν παρκαρισμένο στην οδό Νηρηίδων, από το οποίο έχουν κλέψει την πινακίδα και την έχουν τοποθετήσει πάνω από την πραγματική. Περίπου 40 λεπτά μετά τη ληστεία, άνδρες της Άμεσης Δράσης βρίσκουν έξω από το Κρατικό Εργοστάσιο Αεροπλάνων ένα περίστροφο Smith and Wesson, γεμάτο και τυλιγμένο με ένα πουλόβερ. Ένα ακόμη εντοπίζεται μέσα στο τρακαρισμένο αμάξι των ληστών και ένα τρίτο έχει κατασχεθεί από τα χέρια του τραυματία.

Ο 28χρονος Αργεντινός Εντουάρντο Αλφρέντο Γκουαριελιάν ανακρίνεται. Αρνείται να αποκαλύψει τους συνεργάτες του. Άλλοτε λέει ότι δεν θυμάται και άλλοτε λέει ονόματα ανύπαρκτων προσώπων. Διευκρινίζει μόνο ότι οι σύντροφοι του δεν πυροβόλησαν κατά ανθρώπων, επειδή φοβήθηκαν αντίποινα σε βάρος της ζωής τους και καταλήγει: «Ό,τι ήξερα σας το είπα. Δεν ξέρω τίποτα άλλο. Χάνετε τον καιρό σας με εμένα. Δεν πρόκειται να σας πω τίποτα, όχι επειδή δεν θέλω, αλλά επειδή δεν ξέρω».

Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης μεταφέρεται στο Ενιαίο Γενικό Νοσοκομείο με τραύματα στο κεφάλι, όπου του γίνεται επίδεση και επιστρέφει πίσω στη Γενική Ασφάλεια. Σύμφωνα με την Αστυνομία, χτύπησε μόνος του το κεφάλι του στον τοίχο, για να γλιτώσει την ανάκριση.

Ο δεύτερος συλληφθείς, Εμμανουέλ ντα Σίλβα Περέιρα, 32 χρονών από τη Βραζιλία, διακομίσθηκε αρχικά σε κλινική του Παλαιού Φαλήρου και μετά για νοσηλεία στο Ενιαίο Γενικό Αθηνών. Οι γιατροί απαγορεύουν τις τρεις πρώτες μέρες στους αστυνομικούς να τον ανακρίνουν. Όταν τελικά παίρνουν την άδεια, τους απαντάει ότι δεν γνωρίζει κανέναν και ότι απλώς κοιμόταν στο αμάξι, όταν ξαφνικά μπήκαν οι ληστές και τον ανάγκασαν να οδηγήσει.

Κανένας από τους δύο συλληφθέντες δεν έχει πάνω του μέρος της λείας. Οι έρευνες για τον εντοπισμό των υπόλοιπων τεσσάρων ληστών συνεχίζονται με αμείωτη ένταση, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, επί μία εβδομάδα. Ερευνούνται όχι μόνο λιμάνια, αεροδρόμια και δρόμοι, αλλά και αλσύλλια, ξενοδοχεία, νυχτερινά κέντρα, απόμερες αποθήκες, οικοδομές και οποιοδήποτε μέρος στο οποίο μπορεί να έχουν βρει προσωρινό καταφύγιο. Παράλληλα, οι φωτογραφίες των καταζητούμενων έχουν αποσταλεί σε όλες τις εξόδους της Ελλάδας: Είναι γνωστό στην Αστυνομία ότι ο καθένας τους έχει στην κατοχή του παραπάνω από ένα πλαστά διαβατήρια.

Η απόδραση του Γκουαριελιάν

Ο Γκουαρελιάν θα παραμείνει κρατούμενος για περίπου 15 μήνες, στο κύριο συγκρότημα των ανδρικών φυλακών Κορυδαλλού. Ξεκινάει τότε να υιοθετεί μια συμπεριφορά εκτός του πλαισίου που έχει οριστεί να περιλαμβάνει τον ψυχικά υγιή, με αποτέλεσμα να εισαχθεί στο Ειδικό Τμήμα Ψυχοπαθών Κρατουμένων. Τα πράγματα εκεί δεν είναι όπως τα υπολογίζει για την εκτέλεση του σχεδίου του, όμως δεν απελπίζεται. Η τέχνη της απόδρασης έχει μια πλούσια παράδοση, από όπου ο κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να αντλήσει ιδέες και πρακτικές. Καταπίνει κουτάλια, δακτυλίδια και νομίσματα. Από το ψυχιατρείο, καταφέρνει να μεταχθεί στο νοσοκομείο.

Το Νοσοκομείο Κρατουμένων «Άγιος Παύλος» βρίσκεται σε ερημική τοποθεσία, πίσω από το σανατόριο του «Σωτηρία». Όταν γκρεμίστηκαν οι φυλακές Αβέρωφ και το νοσοκομείο τους, οι άρρωστοι φυλακισμένοι μεταφέρθηκαν στο σανατόριο. Από τις πρώτες ημέρες της λειτουργίας του έγιναν αντιληπτές οι ευκαιρίες που παρουσιάζει για όσους κρατούμενους δεν θεωρούν τυπικά δεσμευτικές τις εναντίον τους δικαστικές αποφάσεις και ο Αλφρέντο Εντουάρντο Γκουαριελιάν θα αρπάξει αμέσως μία από αυτές. Γνωρίζεται με τον Γιώργο Κουμεντάκο, γνωστό νταή της αθηναϊκής νύχτας και τον διαρρήκτη Βασίλη Καραδέδε. Αμέσως βάζουν μπροστά το σχέδιό τους.

Στις 15 Ιανουαρίου 1978, καθώς ξημερώνει Κυριακή, κόβουν με σιδηροπρίονο τα κάγκελα ενός παραθύρου στις τουαλέτες. Μετά, δένουν λουρίδες από σεντόνια και κατεβαίνουν στο προαύλιο του νοσοκομείου. Τοποθετούν καρέκλες και τραπέζια το ένα πάνω στο άλλο, προκειμένου να παρακάμψουν τον ύψους μόλις τριών μέτρων εξωτερικό τοίχο. Ο Κουμεντάκος και ο Γκουαριελιάν χάνονται μέσα στη νύχτα. Ο τρίτος της παρέας, Βασίλης Καραδέδες, δεν τα καταφέρνει: Θα συλληφθεί λίγο αργότερα σε μια αποθήκη του νοσοκομείου. Οι φωτογραφίες με το πρόσωπο του Γκουαριελιάν φιγουράρουν ξανά στις εφημερίδες και σε όλες τις εξόδους της χώρας.

Δεύτερη σύλληψη

Η επόμενη Κυριακή θα έχει κάτι από τη μελαγχολία της φυλακής. Όταν το τρένο που κάνει το δρομολόγιο Αθήνα-Μόναχο αναχωρεί από τον σταθμό της Θεσσαλονίκης, οι τελωνιακοί υπάλληλοι ξεκινούν τον έλεγχο διαβατηρίων. Η σειρά του Γκουαριελιάν φτάνει, ίσως νωρίτερα από όσο υπολόγιζε. Απαντάει στους τελωνιακούς ότι δεν κρατάει πάνω του το διαβατήριο. Εκείνοι φεύγουν και όταν γυρίζουν ξανά στην καμπίνα του, δεν τον βρίσκουν. Υποθέτουν ότι κάπου θα κρύφτηκε.

Εκείνη την ώρα, ο Γκουαριελιάν έχει φτάσει περπατώντας σε κάποιο περίπτερο της Μοναστηρίου και αγοράζει μια εφημερίδα. Τη βάζει στο κεφάλι του, για να σταματήσει το αίμα που τρέχει από το κεφάλι του, καθώς τραυματίστηκε πέφτοντας από το εν κινήσει τρένο. Συνεχίζει να περπατάει, κατευθυνόμενος προς το λιμάνι. Ενώ βαδίζει επιφυλακτικά, τον σταματάει κάποιος τυχαίος διαβάτης και τον ρωτάει για ποιον λόγο έχει αίματα στο κεφάλι του. Του απαντάει σε σπαστά ελληνικά: «Έπεσα και χτύπησα». Ο άγνωστος διαβάτης προσφέρεται να τον πάει στον γιατρό και ο τραυματίας μάλλον δεν έχει άλλη επιλογή από το να δεχτεί. Όταν ο Γκουαριελιάν καταλαβαίνει ότι βρίσκεται έξω από τη Γενική Ασφάλεια, αντί για κάποιον γιατρό και ότι ο φιλεύσπλαχνος διαβάτης είναι τελικά κάποιος χωροφύλακας εκτός υπηρεσίας, που το σχετικό δαιμόνιο δεν τον εγκατέλειψε ούτε αγναντεύοντας τα πλοία του Θερμαϊκού, είναι πλέον αργά.

Μετά την τυπική διαδικασία της εξακρίβωσης των στοιχείων του, μεταφέρεται στον θάλαμο κρατουμένων του Νοσοκομείου «Άγιος Δημήτριος». Εκεί ανακρίνεται κρατώντας σκληρή στάση και αρνούμενος να αποκαλύψει πώς το έσκασε, πού βρήκε τα χρήματα για το εισιτήριο και που κρύβεται ο συγκρατούμενος του Γιώργος Κουμεντάκος.

Μάχη με τον χρόνο στο δικαστήριο

Είναι Πέμπτη 6 Απριλίου 1978 και το ανώτατο όριο προφυλάκισης για τον Εμμανουέλ ντα Σίλβα Περέιρα παρέρχεται τη Δευτέρα, στις 9 του μηνός - τότε συμπληρώνονται οι 18 μήνες από τη σύλληψή τους. Ο Γκουαριελιάν χρειάζεται επιπλέον μια εβδομάδα, αφού τόσος ήταν ο χρόνος που απουσίαζε από τη φυλακή λόγω της απόδρασης.

Σχέδιο, τουλάχιστον οργανωμένο, αυτήν τη φορά είναι προφανές πως δεν υπάρχει. Υπάρχει, όμως, στόχος που είναι η αναβολή της δίκης με κάθε τρόπο.

Στο δικαστήριο παρουσιάζεται μόνο ο Γκουαριελιάν από τους δύο κατηγορούμενους. Για αδιευκρίνιστο λόγο, εμφανίζεται φορώντας καπέλο και όταν ο πρόεδρος του ζητάει να το βγάλει, εκείνος ψύχραιμα υπακούει και αμέσως φοράει ένα άλλο. Μόλις ο πρόεδρος του λέει να βγάλει και το δεύτερο, εκείνος χωρίς καμία δυσφορία συμμορφώνεται στη νέα υπόδειξη, αλλά κατευθείαν φοράει ένα τρίτο. Ο πρόεδρος του ζητάει να βγάλει και το τρίτο καπέλο και εκείνος υπακούει - χωρίς να φορέσει τέταρτο.

Ο Περέιρα δεν παρουσιάζεται στη δίκη, υποστηρίζοντας ότι έχει πυρετό. Καλείται ιατροδικαστής για να τον εξετάσει στο νοσοκομείο κρατουμένων, ο οποίος καταθέτει ότι ο πυρετός δεν είναι τόσο υψηλός και πως είναι σε θέση να παρακολουθήσει τη διαδικασία. Το δικαστήριο διακόπτει για την επόμενη ημέρα και διατάσσει τη βίαιη προσαγωγή του κατηγορουμένου.


VICE Video: Μπήκαμε για Δύο Χρόνια στη ζωή του πιο Διαβόητου Κακοποιού της Βρετανίας

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook.


Την επομένη, όταν η διαδικασία ξεκινάει και ο πρόεδρος τον ρωτάει αν παραδέχεται τη συμμετοχή του στη ληστεία, ο Γκουαριελιάν βγάζει μια κραυγή σαν Ινδιάνος στο σινεμά και βουτάει με το κεφάλι από το εδώλιο στο πάτωμα. Οι φρουροί δεν προλαβαίνουν να αντιδράσουν, για να τον συγκρατήσουν και μέχρι να τρέξουν κοντά του εκείνος ξεκινάει να βγάζει αφρούς και λιποθυμάει. Το δικαστήριο διακόπτει, μέχρι να έρθει ασθενοφόρο να τον παραλάβει.

Η έδρα επανέρχεται μετά από λίγη ώρα. Ο Περέιρα τώρα είναι μόνος του. Έχει καταφέρει να κερδίσει μόλις ένα 24ωρο επικαλούμενος πυρετό και τώρα του μένουν άλλα δύο, ώστε να δει τις πόρτες των φυλακών Κορυδαλλού να ανοίγουν. Ο δικηγόρος του Γκουαριελιάν αποχωρεί από τη δίκη ισχυριζόμενος ότι δεν μπορεί να εκπροσωπήσει τον πελάτη του ενώ εκείνος δεν παρίσταται στο δικαστήριο. Η δήλωσή του προκαλεί νέα αναστάτωση στους δικαστές, που διακόπτουν και πάλι. Αναζητούν συνήγορο που θα διοριστεί αυτεπαγγέλτως ως υπεράσπιση του Γκουαριελιάν. Ο συνήγορος που τελικά διορίζεται ζητάει τρίωρη διακοπή της δίκης, για να ενημερωθεί επί της δικογραφίας. Το αίτημα γίνεται δεκτό και η έδρα επανέρχεται το απόγευμα. Ο καινούριος συνήγορος του Γκουαριελιάν αιφνιδιάζει και αυτός τους δικαστές: Αυτήν τη φορά ζητάει νέα αναβολή – τώρα, του χρειάζονται 30 ώρες.

Το δικαστήριο διακόπτει και πάλι, για να συνεδριάσει επί του αιτήματος. Οι ελπίδες για τον Περέιρα μεγαλώνουν όσο περνάει η ώρα. Η έδρα επανέρχεται και ανακοινώνει την απόφαση. Κάνει δεκτό το αίτημα και αναβάλει την εκδίκαση για τις 8 Ιουνίου. Συγχρόνως, διατάσσει τον εγκλεισμό των δυο κατηγορουμένων στο ψυχιατρείο. Όσο βρίσκονται εκεί, ο χρόνος φυλάκισης σταματάει να μετράει. Η αντίστροφη μέτρηση προς την αποφυλάκιση παγώνει λίγο πριν από την εκπνοή της, με ένα απλό δικονομικό τρικ.

Η δίκη, οι απολογίες τους και οι ποινές

Η δίκη τελικά θα γίνει την Τετάρτη 7 Ιουνίου του 1978. Ο Γκουαριελιάν στην απολογία του ισχυρίζεται ότι στις αρχές του Οκτωβρίου 1976 είχε έρθει από την Ολλανδία στην Ελλάδα για διακοπές. Τρεις ημέρες μετά, συναντήθηκε με έναν άγνωστο που του πρότεινε να συμμετάσχει σε κάποια παράνομη δουλειά, χωρίς όμως να του πει λεπτομέρειες. Εκείνος δέχτηκε, πιστεύοντας ότι πρόκειται για λαθρεμπόριο. Έτσι, ο άγνωστος τον έφερε σε επαφή με άλλα πέντε άτομα, τα ονόματα και τα υπόλοιπα στοιχεία των οποίων αγνοεί. Τα ξημερώματα της 7 Οκτωβρίου 1976, η συντροφιά συγκεντρώθηκε σε ένα εστιατόριο και μόλις άνοιξε η τράπεζα του ζήτησαν να πάει εκεί, για να αλλάξει ένα χαρτονόμισμα, με σκοπό μόλις επιστρέψει να τους περιγράψει που είναι το ταμείο. Όταν, όμως, έφτασε στην τράπεζα, είδε ότι οι άλλοι ήταν κιόλας εκεί και είχαν ακινητοποιήσει με τα όπλα τους υπαλλήλους. Τα έχασε και πήδηξε πίσω από το γκισέ για να φύγει. Τον έπιασαν, όμως, δυο υπάλληλοι και τον έριξαν κάτω. Μετά, δεν θυμόταν τι έγινε.

Όταν έρχεται η σειρά του Εμμανουέλ Περέιρα να απολογηθεί, λέει ότι δεν γνωρίζει τίποτα περί ληστείας και ότι συνελήφθη αδίκως. Αυτός απλώς δέχτηκε επίθεση από τους ληστές, τη στιγμή που έμπαινε στο αυτοκίνητο ενός φίλου του, του Αντόνιο Βαντεμιλέ και «μόλις μας επιτέθηκαν οι ληστές, ο φίλος μου άναψε τη μηχανή του αυτοκινήτου, για να ξεφύγουμε. Τρακάραμε, όμως, λίγο πιο κάτω και μόλις εγώ βγήκα καταματωμένος από το όχημα, με συνέλαβαν οι αστυνομικοί».

Ο εισαγγελέας στην αγόρευσή του θα πει: «Τέτοια πράγματα βλέπουμε μόνο στους κινηματογράφους. Στην πρωτεύουσά μας πλέον διασταυρώνονται τα βήματα επικίνδυνων ατόμων από τα πέρατα του κόσμου. Και αυτομάτως η σκέψη των πολιτών πάει σε μια φοβερή οργάνωση: Στη Μαφία».

Ο Εντουάρντο Αλφρέντο Γκουαριελιάν καταδικάστηκε σε ποινή οκτώμιση χρόνων, ενώ ο Εμμανουέλ ντα Σίλβα Περέιρα σε ποινή 14 ετών. Οι δυο ληστές άκουσαν την απόφαση χωρίς καμιά αντίδραση.

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

Περισσότερα από το VICE

Ο Drake Είναι οι Red Hot Chili Peppers της Ραπ (με την Καλή Έννοια)

Μιλήσαμε με Ανθρώπους από τη Γενιά των «Ψ», που δεν Ντράπηκαν να Ζητήσουν Βοήθεια

Ο Ερρίκος Λίτσης Έχει Κουραστεί Λίγο να Μιλά Μόνο για το «Σπιρτόκουτο»

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.

Tagged:
Features
Flashback
Αστυνομία
τράπεζα
φυλακή
δικαστήριο
ληστεία
απόδραση
ληστές
Παλαιό Φάληρο
Εθνική Τράπεζα
Εντουάρντο Αλφρέντο Γκουαριελιάν
Εμμανουέλ ντα Σίλβα Περέιρα