ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Ναρκωτικά

«Η Γεύση μού Θύμιζε Ρίγανη» - Όταν Ό,τι Τρως σου Φαίνεται σαν Χόρτο

Η δουλειά μου ως κλαδευτής χόρτου.

Κείμενο Andrea Aliseda
30 Απρίλιος 2019, 7:56am

Image via Getty Images

Μια ζωή αναζητώ γευστικές εμπειρίες σε όλο τον κόσμο και λέω «Ναι» στα πάντα, από ho5t dog με αλιγάτορα μέχρι γιγάντια φτερωτά μυρμήγκια – αλλά αυτό που δεν θα ξεχάσω ποτέ, που δεν συγκρίνεται με τίποτα, είναι η εμπειρία που αποκόμισα ως κλαδευτής χόρτου. Και όχι λόγω της μαστούρας.

Όταν κάνεις αυτήν τη δουλειά, όπως κάνω εγώ τα τελευταία τέσσερα χρόνια στους λόφους της Μοντεσίνο Κάουντι, είσαι απομονωμένος από την κοινωνία και αναγκασμένος να μαγειρεύεις με περιορισμένο χρόνο και μέσα, κι έτσι καταλαβαίνεις πολύ καλά πώς ζείτε και τρώτε εσύ και οι άλλοι άνθρωποι.

Υπάρχουν μερικά προαπαιτούμενα στη δουλειά: να μην είσαι μπάτσος, να εκτιμάς το χόρτο και να είσαι πρόθυμος να κάνεις κατασκήνωση.

Η πρώτη μου σεζόν ήταν το φθινόπωρο του 2015. Η πρώτη σοδειά ενός τυπά, του Stephen, με τον συνεταίρο του σε εκείνο το κομμάτι της γης – έναν λόφο που έβλεπε σε κορυφές, κοιλάδες και ατελείωτους λόφους, σαν τοπίο από πίνακα της ρομαντικής περιόδου. Στην κουζίνα υπήρχαν μερικά ράφια που είχε φτιάξει ο Stephen, πρώην ντράμερ σε rck 'n' roll μπάντα, ο οποίος καλλιεργούσε τη γη αλλά ήταν και ξυλουργός και τεχνίτης. Όταν έφτασα εκεί δεν ήξεραν πώς θα ταΐσουν μια ομάδα δέκα ατόμων. Στις μερίδες υπήρχε μια μικρή επιλογή καρυκεύματα, πακέτα βρώμης, οδοντόβουρτσες, εργαλεία, ένα βάζο φιστικοβούτυρο, κουτιά με καρφιά, μια φραντζόλα ψωμί και ένα ανοιχτό κουτί ζυμαρικά. Δίπλα στα ξύλινα ράφια υπήρχε ένας νεροχύτης, μια κουζίνα κατασκήνωσης με δύο εστίες, και ένα ψυγειάκι, όλα σκεπασμένα λιγάκι με άμμο που έφερνε το αεράκι από την ακτή 95 χιλιόμετρα δυτικά.

Την πρώτη σεζόν, ο Stephen ανέλαβε να μαγειρεύει και τρώγαμε κάθε δυνατή ποικιλία τσίλι: Με άσπρα φασόλια, με μαύρα φασόλια, με κόκκινα φασόλια. Τα ετοιμάζομαι στη γάστρα κάθε πρωί. Σύντομα βαρεθήκαμε το τσίλι –τι έκπληξη!– και βάλαμε λεφτά για μπριζόλες, τις οποίες οι περισσότεροι δεν μπήκαμε στον κόπο να κόψουμε με τα μαχαίρια μας. Tις καρφώσαμε με το πιρούνι και τις καταβροχθίσαμε.

Πού και πού, τις μέρες που πηγαίναμε και θερίζαμε, δέντρα δυο-τρία μέτρα που σημαίνει ότι κόβαμε ατελείωτα κλαδιά με κλαδευτήρια, έφτιαχναν καφέ για όποιον το χρειαζόταν, και συνήθως έφτανα λίγα λεπτά αργοπορημένος με μια καφετιέρα στο ένα χέρι και κούπες στο άλλο.

Την επόμενη χρονιά η κουζίνα ήταν πιο καλά εξοπλισμένη και ο συνεργάτης μου κι εγώ είχαμε γίνει vegan. Πήραμε καλύτερο εξοπλισμό και φτιάχναμε τόφου και σκραμπλ με πατάτες, smoothie, burger με μανιτάρια, μπουρίτο, wraps, σάντουιτς, ζυμαρικά και καθόλου τσίλι – με αποτέλεσμα να κάνουμε μεγαλύτερα διαλείμματα, και να χαλάμε πιο πολλά χρήματα ψώνια. Οι υπόλοιποι βασίζονταν πολύ σε κατεψυγμένα γεύματα όπως πίτσα και λαζάνια (είτε δεν τους ενδιέφερε η μαγειρική είτε εστίαζαν στη δουλειά). Αλλά όλοι έτρωγαν με ένα συστατικό που δεν μπορούσαν να αποφύγουν: τη γύρη της κάνναβης. Η γύρη είναι ένα προϊόν τριχώματος, το λευκό ζαχαρώδες στρώμα στα μπουμπούκια που προστατεύει τα φυτά ώστε να μην καταστραφούν ή να μην τα καταβροχθίσουν έντομα ή ζώα, παράγοντας επίπεδα THC αρκετά υψηλά ώστε να μαστουρώνει ένα ζώο ή έντομο τόσο που να μην μπορεί να αποτελειώσει το δέντρο. Μετά από μια μέρα δουλειάς, τα δάχτυλά μας ήταν γεμάτα, έτσι φυσικά το τρώγαμε. Η γεύση μου θύμιζε ρίγανη, γήινη και γλυκιά, με μια ιδέα πίκρας, ιδανική για ψωμί και ζυμαρικά.


VICE Video: Βελάκια: Το Χόμπι που Έγινε Άθλημα

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook.


Εκείνη τη χρονιά είχαμε χάσει μια από τις πολλές κότες της κατασκήνωσης στο Haloween, επειδή κάποιοι ήθελαν να φάνε πουλερικό. Πήραν μια κλώσσα, τηλεφώνησαν στους μπαμπάδες τους να ρωτήσουν πώς να τη σκοτώσουν, την έπιασαν από το κεφάλι και τη γύριζαν μέχρι που αποκεφαλίστηκε. Όταν το κρέας μαγειρεύτηκε και δεν μασιόταν, κατάλαβαν γιατί οι άνθρωποι γενικά δεν τρώνε κλώσσες.

Τα μετέπειτα χρόνια, προσθέσαμε νέες παραδόσεις, όπως το μπέικον πάρτι ενός συναδέλφου, άνοιγε ένα σακουλάκι μπέικον, το έριχνε όλο στο τηγάνι και το έτρωγε αργά το βράδυ μετά από μια δύσκολη μέρα δουλειάς, συνήθως μες στην τρελή μαστούρα. Επίσης, κάναμε μπάφους τα ηλιοβασιλέματα, στρίβαμε κάνα δυο και πηγαίναμε σε ένα σημείο με θέα για να καπνίσουμε, καθώς μοιραζόμασταν το τελευταίο φως της μέρας. Και στο τέλος κάθε σεζόν, πηγαίναμε στο τοπικό ιαπωνικό εστιατόριο και πιάναμε όλη την πίσω αίθουσα, τρώγοντας οκονομιγιάκι, σούσι και σασίμι, και πίνοντας μπίρα asahi και σάκε νιγκόρι. Αυτό ήταν το γεύμα που μας εξίσωνε και μας έφερνε στο ίδιοτραπέζι, ως φίλους και συναδέλφους, με ίδια χαρά και ενθουσιασμό. Σηματοδοτούσε το τέλος κάθε σεζόν – μια εμπειρία την οποία ήμουν ευγνώμων που έζησα με τον πεντανόστιμο και εκκεντρικό τρόπο που το κάναμε.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στο Munchies.

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

Περισσότερα από το VICE

«Δεν Είναι η Αθήνα Όπως το Παρίσι για Έναν Γκέι Άνδρα»

Ελληνικό Ποδόσφαιρο: Πατήστε το Κουμπί

Η Άννα Μεταφράζει Ελληνικά Rap Τραγούδια στη Νοηματική

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.