ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Διασκέδαση

Καλό Eίναι Μερικά Πουλιά να μην τα Πιάνεις

Δηλητηριώδη πουλιά στην Παπούα Νέα Γουινέα και μια πολύ περίπλοκη ιστορία της εξέλιξης.

Κείμενο Julian Morgans
09 Αύγουστος 2016, 1:00am

Ένα από τα πολλά είδη δηλητηριωδών πουλιών που βρίσκονται στην Παπούα Νέα Γουινέα / Όλες οι φωτογραφίες παραχωρήθηκαν από τον Jack Dumbacher

To άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στο VICE Australia/NZ.

Το κυάνιο είναι πιθανώς το πιο διάσημο δηλητήριο που υπάρχει. Οι θάλαμοι αερίων των ναζιστών, τα χάπια αυτοκτονίας, το Kool-aid στο μακελειό του Jonestown – παντού χρησιμοποιήθηκε κυάνιο. Χρειάζονται περίπου 500 mg της χημικού ουσίας για να σκοτώσουν έναν ενήλικο βάρους 70 κιλών. Αλλά στο φάσμα της τοξικότητας το κυάνιο βρίσκεται –στην καλύτερη περίπτωση– κάπου στη μέση. Δεν είναι τίποτα σε σύγκριση με μια άλλη ένωση, γνωστή ως βατραχοτοξίνη (batrachotoxin).

Η βατραχοτοξίνη εκκρίνεται από τους αδένες των δηλητηριωδών βατράχων-βέλων στη Νότια Αμερική και είναι μοιραία σε δόση μόλις 0,1 mg. Αυτό ισοδυναμεί περίπου με δύο κόκκους επιτραπέζιου αλατιού. Μετά την έκθεση, η τοξίνη ανοίγει τα κανάλια των ιόντων στο νευρολογικό σύστημα του θύματος, υποχρεώνοντας τους μυς να πάρουν φωτιά. Σε περίπου 10 λεπτά, η καρδιά και οι πνεύμονες παραδίδονται.

Η βατραχοτοξίνη είναι η πιο ισχυρή τοξίνη στον πλανήτη. Αλλά πέρα από τη δύναμη να σκοτώνει, το πιο συναρπαστικό πράγμα με τη βατραχοτοξίνη είναι το πώς αποκαλύπτει τα μεγάλα κενά στην κατανόηση της εξελικτικής διαδικασίας.

Ένας κόκκινος δηλητηριώδης βάτραχος-βέλος στον Παναμά. Φωτογραφία από Wikipedia

Το 1963, ο John W Daly ήταν ένας 30χρονος φαρμακοποιός που εργαζόταν για το Αμερικανικό Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας (ΝΙΗ). Όπως πολλά ιατρικά ιδρύματα τη δεκαετία του '60, το ΝΙΗ ενδιαφερόταν για τη δυναμική της Νότιας Αμερικής ως πηγής νέων αλκαλοειδών. Ο Daly στάλθηκε για να μελετήσει τρεις βατράχους στη Δυτική Κολομβία, που συχνά σήμαινε άγγιγμα των βατράχων και γλείψιμο των δαχτύλων του για να προσδιοριστούν οι δηλητηριώδεις. Με αυτό τον τρόπο, απομόνωσε και ονόμασε τη βατραχοτοξίνη.

Κάτι που ο Daly δεν μπορούσε να απαντήσει ήταν πώς οι βάτραχοι έγιναν δηλητηριώδεις εξαρχής. Από καιρό ήταν γνωστό ότι οι νοτιοαμερικανικοί βάτραχοι ήταν αρκετά τοξικοί ώστε οι αυτόχθονες φυλές να βουτάνε βέλη στο δηλητήριό τους και να πηγαίνουν για κυνήγι. Όμως σε αιχμαλωσία οι ίδιοι βάτραχοι δεν παρήγαγαν σχεδόν καθόλου τοξίνες.

Η πραγματικότητα όπως είναι, μέσα από το Newsletter του VICE Greece

Ο Daly ήλπιζε ότι απομονώνοντας το χημικό θα μπορούσε να λύσει το μυστήριο, αλλά δεν μπορούσε. Χρειάστηκαν 30 χρόνια για να μπορέσει κάποιος να κάνει μια σημαντική ανακάλυψη – ένας ειδικός στα πτηνά, σε μια άλλη ζούγκλα στην άλλη πλευρά του κόσμου.

Ο Jack Dumbacher μελετά ένα pitohui

Το 1989, ένας μεταπτυχιακός φοιτητής από το Πανεπιστήμιο του Σικάγου ονόματι Jack Dumbacher μελετούσε παραδείσια πτηνά στην Παπούα Νέα Γουινέα. Προσπαθούσε να τα πιάσει μέσα στις φωλιές τους, αλλά όλη την ώρα έπιανε ένα άλλο πουλί που το ονόμαζαν pitohui (πιτοχούι). «Είχα δύο ή τρία σε μια φωλιά και την ώρα που τα έβγαζα έξω, γρατσούνισαν το χέρι μου», θυμάται καθώς τα λέμε τηλεφωνικά. «Έγλειψα τα κοψίματα και αμέσως ένιωσα τη γλώσσα μου να τσούζει και να καίγεται. Ύστερα από λίγο μούδιασε και σκέφτηκα "ίσως δεν θα έπρεπε να το έχω κάνει αυτό"».

Αργότερα, ο Jack ανέφερε το περιστατικό σε έναν άλλον ερευνητή ο οποίος είχε την ίδια ακριβώς εμπειρία και έτσι αποφάσισαν να κάνουν περαιτέρω τεστ. Όπως και στην περίπτωση του Daly με τους βατράχους, η μέθοδος ήταν αρκετά στοιχειώδης. «Πιάσαμε ένα, μαδήσαμε ένα φτερό και το δοκίμασα και αμέσως το στόμα μου άρχισε να καίει», μου είπε ο Jack. «Γνωρίζαμε τότε ότι τα πουλιά ήταν δηλητηριώδη».

Ήταν περίεργο που βρέθηκαν δύο εντελώς διαφορετικά είδη από περιοχές του πλανήτη που βρίσκονταν σχεδόν στους αντίποδες η μια της άλλης να παράγουν την ίδια τοξίνη, αλλά ίσως ήταν πιθανό εάν δεν την παρήγαγαν τα ίδια. Ίσως και τα δύο είδη τη δανείζονταν από κάπου αλλού.

Αν και τα δηλητηριώδη πουλιά ακούγονται σαν αξιοσημείωτη ανακάλυψη, ο Dumbacher είχε πρόβλημα να προσελκύσει ενδιαφέρον μέχρι την επόμενη χρονιά που επέστρεψε στο Σικάγο και ένας άλλος μεταπτυχιακός φοιτητής δοκίμασε ένα από τα φτερά του Dumbacher. Εντυπωσιασμένος με την αίσθηση, το έδωσε στον μέντορά του, που έτυχε να είναι ο δρ John Daly.

Ο Daly αναγνώρισε αμέσως το δηλητήριο του πουλιού ως τη βατραχοτοξίνη από τους κολομβιανούς βατράχους του. Κι ενώ ήταν περίεργο, φαινόταν επίσης να επιβεβαιώνει μια θεωρία που αγωνιζόταν να αποδείξει χρόνια. Ήταν περίεργο που βρέθηκαν δύο εντελώς διαφορετικά είδη από περιοχές του πλανήτη που βρίσκονταν σχεδόν στους αντίποδες η μια της άλλης να παράγουν την ίδια τοξίνη, αλλά ίσως ήταν πιθανό εάν δεν την παρήγαγαν τα ίδια. Ίσως και τα δύο είδη τη δανείζονταν από κάπου αλλού.

Εδώ είναι το αίνιγμα της εξέλιξης: το να τρώει ένα είδος κάτι που περιέχει βατραχοτοξίνη και να επιζεί, είναι απίθανο αλλά όχι αδύνατο. Αλλά ένα είδος όχι μόνο να την τρώει, αλλά να οικειοποιείται την τοξίνη για τις δικές του ανάγκες, είναι ένα τεράστιο άλμα στην εξελικτική λογική.

Τα ζώα συνήθως μαθαίνουν να μην τρώνε τοξίνες – αυτός είναι και ο λόγος που παράγονται. Συνεπώς, το να υπάρχουν πουλιά και βάτραχοι που εξακολουθούν να τσιμπολογάνε φύλλα ή μανιτάρια που σκότωσαν τους προγόνους τους, αιώνες επί αιώνων, μέχρι που τελικά εξελίχθηκαν ώστε να χρησιμοποιούν το δηλητήριο για τον εαυτό τους – αυτό φαίνεται εντελώς αδύνατο.

Ο Avit Wako

Προσπαθώντας να πάρει κάποιες απαντήσεις, ο Dumbacher –γιατρός σήμερα– πραγματοποίησε αρκετές αποστολές για να αναζητήσει την πηγή του δηλητηρίου. Έπειτα από μια τέτοια αποστολή, το 1995, άφησε επιστημονικό εξοπλισμό σε ένα απομακρυσμένο χωριό της Παπούας Νέας Γουινέας, τον οποίο εν αγνοία του, αφότου έφυγε, συνέχισε να χρησιμοποιεί ένας ντόπιος ονόματι Avit Wako.

«Στη συνέχεια, δέκα χρόνια αργότερα, έστειλα έναν φοιτητή που έκανε την πρακτική του πίσω στο χωριό και ο Avit είπε: "Υπέροχα. Διότι βρήκα από πού προέρχεται η τοξίνη". Ο Avit του ταχυδρόμησε ένα δείγμα και το φασματόμετρο μάζας το επιβεβαίωσε. Ένας χωρικός με ελάχιστη εκπαίδευση είχε ανακαλύψει από πού έπαιρναν τα πουλιά τη βατραχοτοξίνη: από σκαθάρια.

Το εν λόγω τοξικό σκαθάρι

Τα σκαθάρια είναι μικρά, από το γένος Choresine, και ζουν σε άλλα έντομα. Εκτός αυτού και του γεγονότος ότι προμηθεύουν δηλητήριο σε ένα είδος πουλιού, η ανεύρεση της πηγής της βατραχοτοξίνης δεν παρείχε οποιαδήποτε απάντηση. Όπως εξήγησε ο Dumbacher, στην πραγματικότητα προκάλεσε ένα σωρό νέα ερωτήματα.

Η πραγματικότητα όπως είναι, μέσα από το Newsletter του VICE Greece

Ένα τέτοιο μυστήριο προέκυψε όταν η ομάδα έκανε τεστ και στα πέντε είδη δηλητηριωδών πουλιών pitohui που υπήρχαν στο νησί. «Γρήγορα καταλάβαμε ότι τα άλλα δεν ήταν στην πραγματικότητα pitohuis», είπε. «Στην πραγματικότητα είχαν κατηγοριοποιηθεί με λανθασμένο τρόπο γιατί έμοιαζαν ίδια». Αλλά γιατί στην Παπούα Νέα Γουινέα να υπάρχουν πέντε διαφορετικά είδη δηλητηριωδών πουλιών που μοιάζουν μεταξύ τους; Η μόνη θεωρία που έχουν είναι ότι αρκετά πουλιά έχουν εξελιχθεί να τρώνε σκαθάρια βατραχοτοξίνης και στην πορεία όλα εξελίχθηκαν με τρόπο που μοιάζουν μεταξύ τους. Αλλά γιατί; Κανείς δεν έχει ιδέα.

Τελικά, το κυνήγι πουλιών και βατράχων στις ζούγκλες δεν έφερε στον Dumbacher φήμη ή πλούτη. Αλλά, κατά κάποιο τρόπο, οι ανακαλύψεις του είναι πολύ μεγάλες. Περιγράφει μια τροφική αλυσίδα όπου τα σκαθάρια απομονώνουν τη βατραχοτοξίνη από κάτι πιο μικρό ακόμα και από τα ίδια, τα ακάρεα για παράδειγμα, και έπειτα το περνάνε στα πουλιά και τα βατράχια, που το χρησιμοποιούν για να αυτοπροστατευτούν από τις απειλές όπως οι άνθρωποι. Και στη συνέχεια οι άνθρωποι το συλλέγουν από τα βατράχια για να κυνηγήσουν κάτι άλλο. «Είναι απλώς αυτή η απίστευτη ιστορία της ζωής», λέει. «Και περιέχει τα πάντα: από τοξίνες έως όμορφα πουλιά».

Περισσότερα από το VICE

Η Γιορτή των Χούλιγκαν του Πύργου

«Η Απάντησή μας στις Εκκενώσεις των Καταλήψεων θα Είναι το Άνοιγμα Περισσότερων Καταλήψεων»

Φωτογραφίες από το πιο Βρόμικο και Kinky Φεστιβάλ της Αμερικής

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram

Tagged:
Culture
Vice Blog
VICE Australia/NZ
Ιστορία
εξέλιξη
πουλιά
επιστήμονες
δηλητήριο
Παπούα Νέα Γουινέα
Νέα Γουινέα
βάτραχος
πτηνά
βατραχοτοξίνη