Oι φωτογραφίες είναι του συντάκτη.

Πέρασα το Σαββατοκύριακό μου με Έναν Έμπορο Ναρκωτικών του Deep Web

Έτσι λειτουργεί μια online αυτοκρατορία εμπορίας ναρκωτικών.

Κείμενο Jake Hanrahan
|
10 Ιανουάριος 2017, 5:45am

Oι φωτογραφίες είναι του συντάκτη.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στο VICE UK 

Χαμένο μέσα στα βουνά του Μαρόκο, ένα μεγάλο κτίριο φτιαγμένο από τούβλα στεκόταν στη μέση μιας κοιλάδας. Ήταν βράδυ και ένα μουντό φως προσπαθούσε να βγει από τις τρύπες στους τοίχους, μιας και δεν υπήρχαν παράθυρα. Βρισκόμουν σε ένα αυτοκίνητο που κινούνταν πάνω σε ένα χωματόδρομο με προορισμό αυτό ακριβώς το κτίριο, παρέα με έναν τύπο που αποκαλούσε τον εαυτό του «Patron» (αφεντικό στα ισπανικά). Μας είχε πάρει πέντε ώρες για να φτάσουμε εκεί, οδηγώντας μέσα από τα βουνά και περνώντας από δρόμους που περνούσαν από το χείλος γκρεμών, αλλά και μπλόκα αστυνομικών. Κάθε φορά που μας σταματούσε η Αστυνομία, οι εκπρόσωποί της άνοιγαν την πόρτα και χαιρετούσαν δια χειραψίας τον Patron, με μεγάλα χαμόγελα στα πρόσωπά τους.

«Πληρώνω αυτούς τους τύπους από εδώ μέχρι την ακτή», έλεγε γελώντας ο Patron.

Τo ταξίδι προς την κοιλάδα με ανακάτεψε. Οι ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι είχαν τελειώσει οκτώ χιλιόμετρα νωρίτερα και ο οδηγός είχε κάνει αρκετές άσκοπες στροφές 180 μοιρών χωρίς προειδοποίηση, «για να μπερδέψω όσους μας παρακολουθούν». Εν τέλει όμως φτάσαμε στο κτίριο και κατεβήκαμε από το αυτοκίνητο. Ο οδηγός πάτησε ελαφρά την κόρνα και ένας άνδρας με φόρμα εργασίας βγήκε από το κτίριο και αγκάλιασε τον Patron. Μίλησαν για μερικά λεπτά στα γαλλικά και, στη συνέχεια, με οδήγησαν από μια μεταλλική πόρτα στο εσωτερικό του κτίσματος.

Στο εσωτερικού του λιτού κτιρίου υπήρχαν σακούλες με κάνναβη που έμοιαζαν σε μέγεθος με μπάλες από σανό και ήταν στοιβαγμένες μέχρι το ταβάνι. «Νομίζω ότι είναι περίπου δύο τόνοι χόρτου», είπε ο Patron.

Πουλά όπιο και χασίς υψηλής ποιότητας μέσω του Ίντερνετ.

Ένα μεγάλο μέρος του εμπορεύματος άνηκε σε εκείνον. Ήταν το προϊόν του. Βέβαια, δεν θα το πουλούσε στον δρόμο. Τα ναρκωτικά αυτά θα έμπαιναν σε μικρά πακέτα και θα παραδίδονταν με τον ταχυδρόμο. Ο Patron, όπως λέει άλλωστε και ο ίδιος, δεν είναι γκάνγκστερ. Είναι ένας έμπορος ναρκωτικών του deep web, που πουλάει μεγάλες ποσότητες διαδικτυακά. Πουλά όπιο και χασίς υψηλής ποιότητας μέσω του Ίντερνετ και υποστηρίζει πως βγάζει «περίπου 100.000 λίρες στερλίνες τον μήνα(περίπου 115.000 ευρώ)» σε Bitcoin. Τα ναρκωτικά του διανέμονται σε όλο τον κόσμο μέσω ταχυδρομείου. Είχα συναντήσει και στο παρελθόν έναν έμπορο ναρκωτικών του deep web, αλλά με τον Patron θα βίωνα τα πάντα από πρώτο χέρι.

Οι αγορές ναρκωτικών του deep web ξεκίνησαν με το διαβόητο Silk Road, το οποίο «έτρεχε» ο Dread Pirate Roberts (DPR). Το FBI έκλεισε το Silk Road το 2013, όταν συνέλαβε τον DPR που αποδείχτηκε πως ήταν ο 32χρονος Ross Ulbricht. Ο μέχρι εκείνη τη στιγμή μεγαλέμπορος ναρκωτικών του Διαδικτύου δέχτηκε μια βαρύτατη καταδικαστική ποινή: δις ισόβια χωρίς την πιθανότητα αναστολής, καθώς και άλλες δύο ποινές 20 και 15 ετών για άλλα αδικήματα. Σκοπός του FBI ήταν να μπει ένα τέλος στην χωρίς όρια άνοδο της διαδικτυακής πώλησης και διανομής ναρκωτικών, αλλά τελικά το μόνο που κατάφεραν ήταν να δημιουργήσουν μια λερναία ύδρα. Όταν υπήρχε ακόμη το Silk Road, υπήρχε μόνο ένας ακόμα ανταγωνιστής, το Black Market Reloaded. Πλέον υπάρχουν 15 αγορές ναρκωτικών του deep web, πολλές από τις οποίες έχουν ένα πολύ πιο στιβαρό σύστημα ασφαλείας από το Silk Road. Θα μπορούσε να πει κάποιος πως το εμπόριο ναρκωτικών στο deep web ποτέ άλλοτε δεν είχε τόσες επιλογές.

Για τον Patron, που πουλά το προϊόν του σε νέα site όπως το Hansa Market και το AlphaBay, το deep web είναι ένα μέρος όπου πιστεύει πως «μπορώ να πουλήσω ναρκωτικά με ηθικό τρόπο». Όπως και οι περισσότεροι στην κοινότητά του, δεν θεωρεί τον εαυτό του εγκληματία. «Κοίτα, υπάρχουν εγκληματίες και μετά υπάρχουν και οι ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΕΣ», λέει καθώς περπατάμε μέσα στο κτίριο με προορισμό ένα δωμάτιο στο πίσω μέρος του κτιρίου. «Αν πίνεις και οδηγάς είσαι εγκληματίας. Αν έχεις καρκίνο και αποφασίσεις να φτιάξεις δική σου κάνναβη για να αντιμετωπίσεις τον πόνο, είσαι εγκληματίας. Νομίζω πως αντί να στηριζόμαστε στις κυβερνήσεις για να αποφασίσουν εκείνες τι είναι καλό ή κακό για εμάς, πρέπει απλά να αποφασίζουμε μόνοι μας».

Ο Patron σταματάει για λίγο, ώστε να ανάψει ένα τσιγάρο, κάτι που κάνει ανά μερικά λεπτά. Όταν δεν καπνίζει μανιωδώς, κάνει ηλεκτρονικό τσιγάρο. «Μέσω του deep web, βοηθάμε τον κόσμο να αποκτήσει αυτό που θέλει με ένας ασφαλή και σίγουρο τρόπο. Δεν αναγκάζονται να πάνε σε έναν έμπορο ηρωίνης σε κάποιον ύποπτο δρόμο. Τους επιτρέπουμε να κάθονται στον καναπέ τους και τους παραδίδουμε τα ναρκωτικά στην πόρτα τους».

O Patron ανοίγει μια σακούλα shake και η μυρωδιά πλημμυρίζει το δωμάτιο.

Αν και εκ πρώτης όψεως ο Patron δεν σου γεμίζει το μάτι για άτομο που θέλει να τον αποκαλούν «αφεντικό», σίγουρα έχει κάτι. Το να τον βλέπεις να νταραβερίζεται με τους συνεργάτες του μέσα στα βουνά, σίγουρα σου ανοίγει τα μάτια. Την μια στιγμή ήταν το πιο χαρισματικό άτομο στον χώρο και την άλλη ήταν απόμακρος και σοβαρός, ίσως και ψυχρός. Αλλάζει πολύ γρήγορα. Όσο περισσότεροι μιλούσαμε, τόσο φαινόταν ότι βαθιά μέσα του, ήταν λίγο geek. Ένας σκληρός geek βέβαια.

Τον συναρπάζει η ασφάλεια επιχειρήσεων, οι υπολογιστές, η τεχνολογία και ο εξοπλισμός. Νωρίτερα μέσα στην ημέρα για παράδειγμα, καθώς περπατούσαμε δίπλα στις αποβάθρες στο Μαρόκο, ο Patron μού έδειξε όλα τα ταχύπλοα της ακτοφυλακής που ήτα αραγμένα στο νερό. Ήξερε τα ονόματά τους, τα νούμερα των μοντέλων τους, τι μηχανές χρησιμοποιούσαν, πόσο γρήγορα μπορούσαν να πάνε και τι είδους προσωπικό ασφαλείας είχαν. Ο Patron δεν ήταν ένας έμπορος ναρκωτικών που είχε βρεθεί στον κόσμο του deep web, αλλά ένας τύπος του deep web που είχε βρεθεί στον κόσμο των ναρκωτικών. Αυτό είναι μάλλον και το βασικό στοιχείο που τον κρατά ένα βήμα μπροστά από τις Αρχές.

O Patron βάζει το χέρι του μέσα σε ένα σακί που βρίσκεται στο πίσω δωμάτιο, βγάζει αρκετά κιλά πεπιεσμένου χασίς και τρεις σακούλες «shake» -κάνναβη που έχει μετατραπεί σε ψιλή σκόνη– και τα ρίχνει πάνω σε ένα τραπέζι. «Ορίστε», λέει, «αυτό είναι το επόμενο φορτίο. Αυτό θα φύγει με την ομάδα σύντομα». Η ομάδα του είναι η Cartel Norte Africa (CAN) ή αλλιώς το Καρτέλ της Βορείου Αφρικής. Η CNA είναι μια μικρή ομάδα Ισπανών και Βερβέρων (ιθαγενών της βορείου Αφρικής), αρχηγός της οποίας είναι ο Patron. Δραστηριοποιούνται στην Ισπανία και το Μαρόκο και με τη βοήθειά τους ο Patron καταφέρνει και στέλνει τα προϊόντα του από τη βόρεια Αφρική στην Ευρώπη, από όπου διανέμεται σε όλο τον κόσμο μέσω των παραγγελιών που λαμβάνει η ομάδα από το deep web.

«Αυτήν τη στιγμή, το κάθε φορτίο είναι περίπου 250 κιλά. Εξαρτάται από το πόσα θέλουν οι πελάτες, αλλά μέχρι στιγμής στέλνουμε δύο φορτία κάθε μήνα». Ο Patron εξηγεί πως αν και βγάζει καλά λεφτά από όλο αυτό, δεν είναι για κανένα λόγο πλούσιος. «Ζω καλά, αλλά πρέπει να πληρώνω όλα τα άτομα στην ομάδα. Πρέπει να πληρώνω για την προσωπική μου ομάδα ασφαλείας, τους αγρότες, τους λαθρέμπορους, όλους. Θέλω όλοι να πληρώνονται καλά. Αλλά για αυτό δουλεύω με τους τύπους εδώ: για να έχω το καλύτερο προϊόν στις καλύτερες τιμές. Οι φάρμες αυτές λειτουργούν εδώ και γενιές».

O Patron ανοίγει μια σακούλα shake και η μυρωδιά πλημμυρίζει το δωμάτιο. «Όταν τα φυτά μεγαλώσουν επαρκώς, τα κόβουμε, τα αποξηραίνουμε και ετοιμάζουμε το προϊόν. Στην συνέχεια τα μεταφέρουμε με διάφορα οχήματα».

Μέσα σε μια διαδρομή τριών ωρών από την ακτή στο κρησφύγετο, αλλάξαμε τρεις φορές αυτοκίνητο.

Όταν τα «τούβλα» του χασίς ετοιμαστούν μέσα στο κτίριο, ο Patron βοηθά να φορτωθούν σε φορτηγά. Στη συνέχεια, μεταφέρονται σε μια παράκτια περιοχή του Μαρόκο, όπου τοποθετούνται σε φουσκωτά. «Οι βάρκες έχουν πέντε μηχανές 300 ίππων», εξηγεί. «Είναι πολύ γρήγορες. Όταν είσαι πάνω τους, τα πάντα περνούν από μπροστά σου πολύ γρήγορα. Είναι κάπως τρομακτικό. Με αυτές πηγαίνουμε προς την Ισπανία και ξεφορτώνουμε τα πάντα στην ακτή όταν φτάνουμε».

Από εκεί τα ναρκωτικά μεταφέρονται σε κρησφύγετα. Αυτός ήταν και ο επόμενος προορισμός μας. Την επόμενη μέρα φύγαμε από το Μαρόκο, αφού περάσαμε μια βραδιά μέσα σε ένα μισοχτισμένο κτίριο, το οποίο ήταν το «μόνο μέρος εδώ γύρω», όπως με ενημέρωσε ο Patron.  

Κάθε φορά που φτάναμε σε μια νέα τοποθεσία, ο Patron άλλαζε μεθοδικά τις SIM κάρτες στα δύο του τηλέφωνα, προτού τα τοποθετήσει σε ειδικές σακούλες που απέκλειαν το σήμα. Έκρυβε και ένα από τα δύο διαβατήριά του –τουλάχιστον τα δύο που τον είδα να κουβαλάει– μέσα σε οποιοδήποτε όχημα ερχόταν να μας πάρει. Στην Ισπανία, μέσα σε μια διαδρομή τριών ωρών από την ακτή στο κρησφύγετο, αλλάξαμε τρεις φορές αυτοκίνητο - τη δεύτερη φορά μάλιστα στην άκρη του δρόμου, σε σημείο που δεν υπήρχε φωτισμός ή μπαριέρες. Ο Patron ήταν εξαιρετικά καχύποπτος και δικαίως. Αν τον έπιαναν μπορεί να πήγαινε μέσα για 15 χρόνια.

«Εντάξει», λέει ο Patron, ρουφώντας ένα τσιγάρο και ελέγχοντας τον καθρέφτη, «πλησιάζουμε στο κρησφύγετο τώρα». Διασχίζουμε με ταχύτητα έναν χωματόδρομο στη μέση του πουθενά, φτάνοντας τελικά σε μια μικρή αυλή που μοιράζονταν μερικά σπίτια. Δύο νεαροί άνδρες πλησιάζουν και αγκαλιάζουν τον Patron. Οι τρεις τους μιλούν ισπανικά για λίγο και στη συνέχεια, ο Patron κι εγώ, προχωρούμε προς το κρησφύγετο.

Το εσωτερικό του κρησφύγετου μοιάζει με cyberpunk σκηνικό, καθώς στον χώρο υπάρχουν laptop, μπερδεμένα καλώδια, μια flat screen τηλεόραση και ένα σωρό USB readers. Ανάμεσα σε όλα αυτά βρίσκονται επίσης ένας καναπές, ένα τραπέζι και κάποια απομεινάρια φαγητού, ενώ στον τοίχο κρέμεται μια κυνηγετική καραμπίνα. Ρωτάω τον Patron αν του αρέσει το κυνήγι.

«Ναι, μου αρέσει να κυνηγάω», λέει, προτού κάνει μια μικρή παύση. «Να σου πω όμως και κάτι: αν πυροβολήσεις κάποιον με αυτό, θα πονέσει πολύ».

Η πραγματικότητα όπως είναι, μέσα από το  Newsletter του VICE Greece

Ο Patron εξαφανίζεται σε ένα άλλο δωμάτιο και όταν επιστρέφει κρατάει ένα laptop και έναν ακόμη σάκο, τον οποίο και αδειάζει πάνω στο τραπέζι: περιέχει ένα κιλό χασίς «Amnez» και ένα μεγάλο «τούβλο» όπιο.

Στη συνέχεια βάζει ένα USB stick στο laptop και περιμένει να bootάρει. «Χρησιμοποιώ το Tails» λέει και μου δείχνει το USB stick. Το Tails είναι ένα λειτουργικό σύστημα το οποίο χρησιμοποιείται για να διατηρεί κάποιος την ανωνυμία του online. Μπλοκάρει όλες τις συνδέσεις που δεν είναι ανώνυμες και αναγκάζει όλες τις εξερχόμενες συνδέσεις να περάσουν μέσα από τον Tor, έναν web browser που είναι σχεδιασμένος για να διατηρείται η ανωνυμία του χρήστη. Ουσιαστικά, οποιοσδήποτε άνθρωπος πουλά ναρκωτικά στο Ίντερνετ χωρίς το Tails είναι πολύ πιο πιθανό να συλληφθεί.

Αφού μπαίνει στις αγορές ναρκωτικών του deep web, o Patron τσεκάρει τις παραγγελίες. Υπήρχαν αρκετές. Η δουλειά πήγαινε καλά. «Εδώ είμαστε», λέει. «Αυτή η γυναίκα θέλει χασίς. Θα σου δείξω πώς το κάνουμε». Κλίκαρε μερικές φορές και μετά άναψε ένα τσιγάρο. Το να παρακολουθώ τον Patron να εργάζεται μέσα στο κρησφύγετο, κανονίζοντας τις παραγγελίες του με το laptop, ήταν σαν να βλέπω έναν καλό μηχανικό να φτιάχνει ένα αυτοκίνητο. Ήταν εντελώς στο στοιχείο του και ήξερε ενστικτωδώς πώς να δουλέψει. 

Ξαφνικά ακούγεται ένας μηχανικός ήχος - είναι ένας printer που ξεκινούσε να λειτουργεί στην γωνία. Στιγμές αργότερα, τυπώνει μια ψεύτικη απόδειξη για μια συνδρομή γυμναστηρίου. Χωρίς να πει λέξη, ο Patron βγάζει ένα ζευγάρι χειρουργικά γάντια, παίρνει ένα μαχαίρι από την τσέπη του τζάκετ του και πηγαίνει προς το γραφείο που βρίσκεται στη γωνία του δωματίου. Μαζί του παίρνει την απόδειξη και ένα «τούβλο» χασίς. Στα πόδια του έχει μια φορητή θερμάστρα την οποία και ανάβει, περιμένει να ζεσταθεί και στην συνέχεια βάζει πάνω της την άκρη του μαχαιριού. Το «τούβλο» τοποθετείται πάνω σε μια τάβλα και εκείνος ανάβει άλλο ένα τσιγάρο, έχοντας αφήσει το προηγούμενο σε ένα τασάκι. «Κοίτα», μου λέει κάνοντας μια παύση για να πάρει μια τζούρα. «Ναι, εντάξει. Κάνω κάτι που η κυβέρνηση ορίζει ως παράνομο, αλλά από ηθικής πλευράς το θεωρώ απόλυτα λογικό».

Ο Patron αρχίζει να αναπτύσσει το επιχείρημά του καθώς περιμένει για να ζεσταθεί το μαχαίρι. Μου είπε ότι το όνειρό του είναι να μπορέσει κάποια στιγμή να ανοίξει ένα είδος κλινικής όπου θα μπορούν να χρησιμοποιούνται και να εφαρμόζονται νόμιμα θεραπείες με τη χρήση του CBD (του μη ψυχοτρόπου συστατικού της κάνναβης).

Διαβάστε: Αυτοί οι Έλληνες Ασθενείς Παλεύουν για να Νομιμοποιήσουν τη Χρήση της Φαρμακευτικής Κάνναβης

Το μαχαίρι όμως έχει πλέον ζεσταθεί. Ο Patron σβήνει το μισοτελειωμένο τσιγάρο του και πιάνει δουλειά, κόβοντας περίπου ένα γραμμάριο χασίς από το «τούβλο». Το τυλίγει με σελοφάν, κολλάει πάνω του την απόδειξη, διπλώνει όλο το πακέτο και το βάζει μέσα σε έναν φάκελο. Τα ναρκωτικά είναι πλέον κρυμμένα. «Ορίστε», λέει γελώντας. «Σου έρχεται αυτό με το ταχυδρομείο, το ανοίγεις και είναι απλά μια απόδειξη γυμναστηρίου».

Ο Patron είναι σίγουρα δημιούργημα του πολέμου κατά των ναρκωτικών, αλλά είναι εξίσου και δημιούργημα του διαδικτύου. Καθισμένος σε ένα κρησφύγετο, περιτριγυρισμένος από laptop, τσιγάρα και ναρκωτικά, αισθάνεται σίγουρα πιο άνετα εκεί σε σχέση με όταν είναι στα βουνά, κάνοντας σαφώς πιο επικίνδυνα πράγματα. Για εκείνον, τα χρήματα και ο τρόπος ζωής δεν αξίζουν τίποτα αν δεν έχει γύρω του την κοινότητα και την αδερφικότητα του deep web. Όπως λέει και ο ίδιος: «Εκτιμώ αυτό που πίστευε ο DPR. Δημιούργησε μια νέα κουλτούρα».

Προτού αποχαιρετήσω τον Patron, τον ρωτάω για το στοιχείο που του αρέσει περισσότερο σε αυτές τις deep web αγορές ναρκωτικών.

«Σε γενικές γραμμές, στο deep web όλοι προσπαθούν να τα πηγαίνουν καλά με όλους», μου εξηγεί. «Λύνουν τις διαφορές τους μέσω των admins στις αγορές και όλα είναι πολύ πολιτισμένα και πολύ ωραία. Μετά υπάρχει και η διαδικασία των μεταφορών, τα πράγματα δηλαδή που συμβαίνουν εκτός διαδικτύου. Σκέψου το λίγο: αυτό συμβαίνει από την εποχή του πραγματικού Silk Road (σ.σ. του Δρόμου του Μεταξιού, της αρχαίας εμπορικής διαδρομής που περνούσε μέσα από την Ασία) και είναι ειρωνικό μιας και όλα αυτά ξεκίνησαν με τη βία – με τους πολέμους του οπίου και τα λοιπά. Τώρα, χωρίς την ύπαρξη του deep web και του Silk Road, όλα θα επιστρέψουν και θα τελειώσουν με βία».

Περισσότερα από το VICE

Φωτογραφίσαμε τα Σπίτια Νέων Εργένηδων στην Αθήνα

Θεοφάνεια 2017: Τρεις 50άρηδες Τσακώνονται με τα Μαγιό Φωνάζοντας «Άσε Κάτω τον Σταυρό»

Όλα όσα θα Δεις και θα Ακούσεις ως Φωτογράφος σε Κλαμπ

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter Facebook και Instagram