FYI.

This story is over 5 years old.

House of Crap

Τι μου Θύμισε η Διαμαρτυρία Γέλιου κατά του Πάνου Παναγιωτόπουλου

Τη γιορτή νεολαίας τον Απρίλιο του 1969 στο Καλλιμάρμαρο.
24.2.14

Τον Απρίλιο του 1969 πραγματοποιήθηκε στο Καλλιμάρμαρο, μια από τις περιβόητες “Γιορτές Νεολαίας” της Χούντας των Συνταγματαρχών. Το σχέδιο ήταν απλό: Μαζεύουμε υποχρεωτικά χιλιάδες μαθητές από όλα τα σχολεία της Πρωτεύουσας. Τους μαντρώνουμε στις εξέδρες για κοντινά πλάνα ενός κατάμεστου σταδίου. Τους πιο όμορφους, πιστούς, φωτογενείς και ρωμαλέους απ’ αυτούς τους ντύνουμε Αρχαίους Έλληνες, και τους αμολάμε στο γήπεδο να κάνουν γυμναστικές επιδείξεις, παρά (ή ίσως για) το γκροτέσκο του θεάματος. Φωνάζουμε αρκετούς ιερείς, πολιτικούς και όποιους “πνευματικούς ανθρώπους” καταφέρουμε να σύρουμε μέχρι εκεί και γιορτάζουμε την Επανάσταση μας, σαν άνθρωποι.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Εκείνη την ημέρα του 1969 το σχέδιο κυλούσε ιδανικά, μέχρι που εμφανίστηκε η αποθέωση, με την μορφή της Ιερής Ειρωνείας. Οι μαθητές είτε γιατί ήταν συνεννοημένοι σε μια από τις πρώτες μαζικές αντιδράσεις κατά της Χούντας, είτε από μιμητισμό, είτε από αδυναμία να συγκρατηθούν μπροστά στο γραφικό θέαμα, ξεσπούν σε μια τόσο έντονη αποθέωση, που καταντά ύποπτη. Στην ουσία είναι γιουχάισμα μεταμφιεσμένο σε χειροκρότημα. Το βλέπεις στο όχι και τόσο λαμπερό βλέμμα του δικτάτορα, στο πως σκοτεινιάζει εγκλωβισμένος στην μέγγενη της ειρωνείας. Ο σκοπός έχει επιτευχθεί: Είναι έξαλλος, αλλά ανήμπορος.

Πριν από λίγες μέρες, ο Υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού Πάνος Παναγιωτόπουλος μιλούσε ως εισηγητής στο συνέδριο “Χρηματοδοτώντας τη δημιουργικότητα”, στο Μέγαρο Μουσικής. Με τον στόμφο που τον έκανε πρώτα γνωστό και μετά υπουργό, αρχίζει να μιλάει με τη γλώσσα της εποχής: Δημιουργικότητα, ανταγωνιστικότητα, χαμηλό κόστος εργασίας, Κίνα, ημερομίσθια, πολιτισμός ως εθνικός πλούτος. Κάποια στιγμή, σχεδόν αναμενόμενα του ξεφεύγει το υπολογισμένο «να αναζητήσουν εναλλακτικές διαδικασίες παραγωγής, που να έχουν τον χαρακτήρα της ανταγωνιστικότητας». Και κάπου εκεί, εμφανίζεται η σάτιρα, η ειρωνεία, η αντίδραση.

Παρένθεση: Οι ομοιότητες τελειώνουν εδώ. Να ξεκαθαρίσουμε για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις πως η χούντα εκτός από το ότι τελείωσε το 1974 και όχι το 1973, δεν έχει σχέση με την εκλεγμένη κυβέρνηση της σημερινής Ελλάδας. Πως ο Πάνος Παναγιωτόπουλος, γνωστός μάλλον για ειρωνικούς λόγους ως “κόκκινος Πάνος”, δεν έχει καμία σχέση με τον Γεώργιο Παπαδόπουλο. Ο ένας εκπροσωπεί μια δημοκρατία, ο άλλος μια τελειωμένη δικτατορία. Κλείνει η παρένθεση.

H Κίνηση Μαβίλη, αντιδρά γελώντας, φωνάζοντας και χειροκροτώντας ειρωνικά και ο υπουργός απαντά με επίδειξη αυταρχικότητας. Με οργή, στόμφο και καταγγελίες για μικροκομματικούς συνδικαλισμούς. Έχει ενδιαφέρον ο τρόπος με τον οποίο εκφέρεται η λέξη “συνδικαλισμός”, κάπως ποινικοποιημένα, σαν η λέξη να έχει περάσει επίσημα στην άλλη όχθη των κακών εννοιών. Βέβαια, γι’ αυτό δεν ευθύνεται μόνο ο Υπουργός, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Η ειρωνεία είναι ένα πολύ λεπτό και ευαίσθητο όργανο εγχείρησης. Αν χρησιμοποιηθεί σωστά, μπορεί να πετύχει τον στόχο της. Αν γίνει λάθος μπορεί να σε κάνει μέχρι και υπουργό. Εχουν γραφτεί πολλά για την αντίδραση του Παναγιωτόπουλου. Δεν έχει τόσο σημασία όμως αυτή, όσο η γενικότερη εικόνα. Εδώ και καιρό, την στιγμή που η λογική δοκιμάζεται, όποτε εμφανίζεται η αντίδραση, είτε ειρωνική, είτε κανονική, οι υπουργοί αντιδρούν με υστερικές κραυγές αντιδημοκρατικής ρητορικής και μικροπολιτικής διαπλοκής.

Όταν ο Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης δέχθηκε επιστολή από τον Επίτροπο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για το Φαρμακονήσι  αντέδρασε πετώντας υπονοούμενα για τον ΣΥΡΙΖΑ. Κάθε φορά που ο Αδωνις Γεωργιάδης δέχεται παρατηρήσεις για τις τακτικές του στην Υγεία, τσιρίζει κάτι κατά του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ διαβάζοντας το twitter feed του μπορείς να τον δεις να βρίζεται και να απειλεί μηνύσεις έναν χρήστη με το nickname “Κοπρίτη”. Μια απόδειξη πως η απόλυτη μεταρρύθμιση στον χώρο της Υγείας σε μια από τις πιο κρίσιμες στιγμές της ελληνικής ιστορίας είναι μια δουλειά που σου αφήνει χρόνο να πλακωθείς και στο ίντερνετ με τον Κοπρίτη. Αλλά έτσι είναι οι σωστοί υπουργοί, καπάτσοι. Οι υπουργοί όμως θα έπρεπε να είναι οι πρώτοι που θα συνηθίσουν την ειρωνεία. Τα πάντα μοιάζουν να είναι ειρωνικά στις μέρες μας. Από τις διαφημίσεις και τις εκπομπές, από την κυρίαρχη κουλτούρα μέχρι την πολιτική επικοινωνία, η ζωή χωρίς ειρωνεία, είναι κάτι ανέφικτο. Και αναπόφευκτο. 'Οταν προσεύχεσαι μπροστά στην κάμερα, όταν λες το Πάτερ Ημών με τηλεοπτική κατάνυξη για τους ψηφοφόρους σου, όταν φωνάζεις μια τηλεοπτική φιγούρα για να την ξεφτιλίσεις στην σοβαροφανή εκπομπή σου, όταν είσαι μέλος αυτής της κυβέρνησης καλό είναι να μάθεις να δέχεσαι την ειρωνεία. Είναι από τα λίγα πράγματα που είναι δωρεάν και μπορούν, μαζί με τον σαρκασμό, να κάνουν ανεκτή τη ζωή στην Αθήνα του 2014. Αν στην επόμενη επίθεση ειρωνείας, που νομοτελειακά θα έρθει, ο Κόκκινος Πάνος και όλα τα μέλη κυβέρνησης (αλλά και της όχι και τόσο ανοιχτής σε χιούμορ αντιπολίτευσης) δεν αντιδράσει πιο ήρεμα, κινδυνεύει να μοιάσει σε εκείνον τον δικαστή σε ένα από τα πιο διάσημα ρωσικά πολιτικά ανέκδοτα, την διαρκή σαρκαστική αντίδραση των Ρώσων στην παράλογης καταπίεση του Στάλιν: “Ενας σοβιετικός δικαστής βγαίνει έξω από το δικαστήριο γελώντας δυνατά. Ενας συνάδελφος του τον ρωτά γιατί γελάει έτσι. “Μόλις άκουσα το καλύτερο ανέκδοτο που έχω ακούσει ποτέ”. “Πές το μου”, λέει ο άλλος. “Δεν μπορώ. Μόλις καταδίκασα έναν άνθρωπο σε 10 χρόνια φυλακή επειδή μου το είπε”.