FYI.

This story is over 5 years old.

Διασκέδαση

Η Ιστορία της πιο Διάσημης «Τσατσάς» του Ηνωμένου Βασιλείου

Ρίχνοντας κλεφτές ματιές στο θρυλικό πορνείο, «House of Cyn».
RB
Κείμενο Rob Baker
20.11.15
Η φωτογραφία είναι του David Searcy.

To θέμα δημοσιεύτηκε αρχικά στο VICE UK.

Το πιο περιβόητο πορνείο της Γαλλίας, ήταν κατά πάσα πιθανότητα το εκλεπτυσμένο Le Chabanais, κοντά στον Λούβρο, στο οποίο σύχναζαν διάσημες φυσιογνωμίες όπως ο Cary Grant, o Humphrey Bogart και η Mae West. Στην Γερμανία ήταν το Salon Kitty στο Charlottenburg, ένα πλούσιο προάστιο του Βερολίνου το οποίο στη δεκαετία του '30 χρησιμοποιούνταν από τα SS ώστε να κατασκοπεύσουν Γερμανούς αξιωματούχους. Στην Αμερική, οι άντρες συνέρρεαν στο Mahogany Hall της Νέας Ορλεάνης, εκεί όπου ο Jelly Roll Morton έπαιζε πιάνο, στρώνοντας το μουσικό «χαλί» για τους αισθησιακούς χορούς που εκτυλίσσονταν εκεί.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Το πιο διάσημο πορνείο της Βρετανίας, όμως, βρισκόταν στο Streatham, σε ένα παλιό αρχοντικό στην Ambleside Avenue, δίπλα σχεδόν στoν Streatham High Road, που κάποτε είχε ψηφιστεί ο χειρότερος δρόμος στη Μεγάλη Βρετανία.

Το «χαμαιτυπείο» του νότιου Λονδίνου, λειτουργούσε υπό τους κανόνες της Cynthia Payne, της πιο διάσημης «τσατσάς» της Βρετανίας, η οποία έγινε πρωτοσέλιδο το 1978, όταν οι Αρχές έκαναν έφοδο στο «καθώς πρέπει» σπιτικό της και βρήκαν μια «ουρά» από άνδρες, ανάμεσα στους οποίους υπήρχαν ιερείς, δικηγόροι και πολιτικοί και οι οποίοι περίμεναν υπομονετικά τη σειρά τους για να περάσουν λίγο χρόνο με τις 13 πόρνες που υπήρχαν εκεί. Μια πινακίδα στην κουζίνα έλεγε πως «My house is clean enough to be healthy… and dirty enough to be happy» (το σπίτι μου είναι αρκετά καθαρό για να είναι υγιές… και αρκετά βρώμικο ώστε να είναι χαρούμενο).

Η Cynthia Payne το 1982 (Screenshot: YouTube)

Το House of Cyn, όπως λεγόταν, δεν έγινε γνωστό για το λουσάτο περιβάλλον του, αλλά για την ομορφιά των γυναικών που έβρισκε κανείς εκεί. Ένα ακόμα στοιχείο της φήμης του στηρίχθηκε στον τρόπο που κανείς πλήρωνε για τις «υπηρεσίες» - με κουπόνι γεύματος.

Το 1946, την ίδια περίπου περίοδο που το θρησκευτικό σχολείο της τότε έφηβης Cynthia την απέβαλε ως «κακή επιρροή», η βρετανική κυβέρνηση ξεκινούσε το σύστημα με τα κουπόνια γεύματος. Αρχικά παρουσιάστηκε ως φορολογική ελάφρυνση, με την ελπίδα πως έτσι θα έπειθε τους Βρετανούς να τρώνε πιο υγιεινά. Το 1948, η εν λόγω φορολογική ελάφρυνση αυξήθηκε στα 3 σελίνια (15 πένες της βρετανικής λίρας ή 0,20 ευρώ), αλλά δυστυχώς για τους Βρετανούς, έμεινε σε αυτό το επίπεδο μέχρι και το 2013, οπότε και ακυρώθηκε.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Τα τρία σελίνια, βέβαια, δεν ήταν μικρό πράγμα το 1949, όταν ο εβδομαδιαίος μισθός της μέσης εργαζόμενης ήταν οριακά πάνω από τις 6 λίρες (8,5 ευρώ) -με τους άνδρες να βγάζουν σχεδόν τα διπλά- ενώ η Cynthia σίγουρα έβγαζε πολύ λιγότερα κι από αυτά όταν άρχισε να δουλεύει στα 17 της χρόνια σε ένα συνεργείο λεωφορείων στο Bognor Regis. Εκεί ξεκίνησε μια ερωτική σχέση με έναν παντρεμένο (μια περίοδο της ζωής της που απεικονίστηκε αργότερα στον κινηματογράφο με την ταινία Wish You Were Here, το 1987), ο οποίος την ακολούθησε πρώτα μέχρι το Brighton και στη συνέχεια στο Λονδίνο και με τον οποίο έκανε δύο παιδιά: τον γιό της τον Dominic και ένα ακόμα παιδί που δόθηκε για υιοθεσία.

Το σύστημα με τα κουπόνια αρχικά λειτουργούσε ad hoc, με κάθε εταιρία να τυπώνει τα δικά της κουπόνια και κανονίζοντας από μόνη της με τις καφετέριες και τα εστιατόρια που τα δέχονταν. Το 1954, ο επιχειρηματίας John Hack συνειδητοποίησε πως ένα ενιαίο format κουπονιού το οποίο θα ίσχυε σε όλη τη χώρα θα ήταν πολύ πιο λειτουργικό. Έτσι ξεκίνησε το Luncheon Voucher Company, το 1955. Οι επιχειρήσεις εστίασης που συμμετείχαν στο πρόγραμμα έφεραν το σήμα LV στο παράθυρό τους (όπως άλλωστε και η Cynthia 20 χρόνια μετά). Μέχρι και πριν από μερικές δεκαετίες, μπορούσες να δεις τέτοια σήματα σε κάθε γωνία της Μεγάλης Βρετανίας.

Στο μεταξύ, η Cynthia είχε πια φθάσει μέχρι το Margate, όπου ζούσε με έναν διαχειριστή ενός Amusement Arcade, διατηρώντας μια σχέση που άντεξε για μια πενταετία. Μετά από μια τρίτη παράνομη έκτρωση (δεν του άρεσαν τα προφυλακτικά), εκείνη τον άφησε και ξεκίνησε την καριέρα που θα την έκανε διάσημη. Πέρασε δύο χρόνια ως ιερόδουλη, μέχρι που κατάλαβε ότι θα έβγαζε περισσότερα χρήματα αν διαχειριζόταν ένα δικό της πορνείο. Έβαλε αρκετά λεφτά στην άκρη ώστε να αγοράσει ένα μικρό σπίτι στην Eden Court Road του Streatham (εκεί όπου ο γιος της έχασε την παρθενιά στα 16 του χρόνια, σε μια κίνηση «δώρο» της μητέρας του για τα γενέθλιά του) και μερικά χρόνια αργότερα, το 1974, αγόρασε το περίφημο «Cranmore», το σπίτι στην Ambleside Avenue.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Οι πελάτες μας ήταν υψηλής ποιότητας», θυμόταν η Cynthia χρόνια μετά. «Δεν είχαμε πιτσιρίκια και κάφρους. Είχαμε μόνο καλοντυμένους κυρίους, που ήξεραν πώς να φερθούν σε μια κυρία».

Αν και απαγόρευε την είσοδο σε άνδρες κάτω των 40 ετών, ήταν περήφανη που παρείχε υπηρεσίες σε κάθε είδους άνδρα, σχολιάζοντας χαρακτηριστικά: «Ο καθένας μπορεί να νιώσει μοναξιά. Είχαμε και κάποιους που έρχονταν με αναπηρικά καρότσια, αν και δεν ήταν και πάρα πολλοί γιατί αλλιώς μπλόκαραν τους διαδρόμους».

Το 1980, δύο χρόνια μετά την έφοδο της αστυνομίας στο σπίτι της Ambleside Avenue, η υπόθεση έφτασε στο δικαστήριο και η Payne καταδικάστηκε ως διαχειρίστρια του «μεγαλύτερου χαμαιτυπείου» της ιστορίας. Αν και καταδικάστηκε σε 18 μήνες φυλάκιση, ήταν και πάλι ελεύθερη μετά το πέρας ενός τετραμήνου. Έξι χρόνια αργότερα, το 1987, κυκλοφόρησε το Personal Services, η πρώτη ταινία με θέμα τη ζωή της, με πρωταγωνίστρια την Julie Walters και σκηνοθετημένη από τον Terry Jones, μέλος των περίφημων Monty Python. Μετά την ολοκλήρωση την γυρισμάτων, η Payne οργάνωσε μια μεγάλη γιορτή στο σπίτι της Ambleside Avenue και η αστυνομία έκανε έφοδο για δεύτερη φορά. Ακολούθησε μια δίκη 13 ημερών κατά την οποία ακούστηκαν τόσα γέλια, που ο δικαστής αναγκάστηκε να πει στους ενόρκους πως η υπόθεση ήταν εγκληματική και όχι κάποιου είδους παράσταση. Όταν τελικά οι ένορκοι ανακηρύξαν την Payne αθώα, όλο το δικαστήριο ξέσπασε σε χειροκροτήματα.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Η Payne έφυγε από το δικαστήριο κρατώντας μια κούκλα ενός χαμογελαστού αστυνομικού, την οποία είχε ως μασκότ της σε όλη τη διάρκεια της δίκης. «Πρόκειται για μια νίκη της κοινής λογικής», σχολίασε μετά τη δίκη η Payne. «Αλλά πρέπει να παραδεχτώ ότι θα αργήσω να στήσω ξανά πάρτι». Αργότερα, η Cynthia έστειλε στον δικαστή Brian Pryor μια κόπια της βιογραφίας της με τίτλο An English Madam, με την αφιέρωση «Εύχομαι αυτό το βιβλίο να ανοίξει κάπως τους περιορισμένους ορίζοντές σου».

Το κουπόνι γεύματος μετατράπηκε σε κάτι παντελώς άχρηστο όταν η φορολογική ελάφρυνση που το συνόδευε καταργήθηκε από την κυβέρνηση συνεργασίας το 2013. Περιέργως, κουπόνια υπάρχουν ακόμα - αν και κανείς δεν γνωρίζει κάποια επιχείρηση που να τα δέχεται.

Ούτε βέβαια και η Cynthia Payne, που δυστυχώς απεβίωσε σε ηλικία 82 ετών στις 15 Νοέμβρη, ζώντας ακόμα στο σπίτι της, στην Ambleside Avenue. H πιο διαβόητη «τσατσά» της Βρετανίας ήταν μέχρι το τέλος περήφανη για το πώς συμπεριφερόταν στις υπαλλήλους της και, στο τέλος κάθε βάρδιας, τους έδινε πάντα κάτι που δεν έβρισκαν τα κορίτσια στο Le Chabanais, στο Salon Kitty και το Mahogany Hall: ένα ωραίο ποτήρι τσάι και ένα αυγό ποσέ πάνω σε μια φέτα φρυγανισμένου ψωμιού.

Ο Rob διατηρεί το blog Another Nickel in the Machine. Το πρώτο του βιβλίο, με τίτλο Beautiful Idiots and Brilliant Lunatics, κυκλοφορεί τώρα.

Περισσότερα από το VICE

Αξέχαστες Στιγμές Ελληνικoύ Cult που θα Βρεις στο Ίντερνετ

Αυτοί οι Οδηγοί Πηγαίνουν Μόνο με τις Μπάντες

Πως Είναι να Ξυπνάς στο Χειρουργικό Τραπέζι Κατά τη Διάρκεια μιας Επέμβασης;

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.