Διασκέδαση

Μιλήσαμε με Κάποιους από τους «Ήρωες» της Λεωφόρου Συγγρού

Περπατήσαμε στον δρόμο της Αθήνας που αλλάζει τη νύχτα και συναντήσαμε ανθρώπους που μας διηγήθηκαν τη ζωή τους.
29.11.16
Φωτογραφίες του συντάκτη

«Φαντάσου να έχεις γεννηθεί σε μία φτωχή οικογένεια, σε μία φτωχή πόλη της ελληνικής επαρχίας. Ο πατέρας σου να είναι ένας αγρότης που δεν έχει ταξιδέψει παρά μόνο για να πάει στρατό και η μητέρα σου να είναι μία άβουλη γυναίκα που τρώει ξύλο κάθε φορά που ο άνδρας της γυρίζει σπίτι μεθυσμένος ή έχει τα νεύρα του». Η Έλσα ανοίγει ένα μικρό ντουλάπι και βγάζει ένα μπουκάλι ρούμι. Γεμίζει αργά δύο ποτήρια - το ένα με πάγο, το άλλο χωρίς. «Το προτιμώ λευκό, ελπίζω να σου αρέσει. Αν σε περίμενα, θα είχα φροντίσει να έχω κάτι παραπάνω στο σπίτι», λέει και ακουμπά απαλά τα δύο ποτήρια στο μικρό τραπεζάκι που βρίσκεται στο κέντρο του μοναδικού δωματίου της γκαρσονιέρας.

Νεοϋορκέζικο μωσαϊκό σε ρυθμούς ράγκταϊμ

Η Έλσα είναι τρανς γυναίκα. Γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μία συντηρητική οικογένεια της Βέροιας. Δεν ήταν ούτε 20 ετών όταν οι γονείς της την έδιωξαν από το σπίτι, διότι δεν ήθελαν να αποδεχτούν τη νέα ζωή της. «Αισθανόμουν γυναίκα, ήμουν γυναίκα. Ένιωθα ασφυξία στο ανδρικό σώμα μου και ήμουν αποφασισμένη να αλλάξω τα πάντα για να γίνω ευτυχισμένη. Η απόφαση να βάλω την ψυχή μου στο πραγματικό μου σώμα ήταν ο μονόδρομος της προσωπικής μου εξιλέωσης». Της λέω ότι μιλάει με λέξεις που σπάνια χρησιμοποιεί κάποιος στο καθημερινό του λεξιλόγιο. «Διαβάζω αρκετά όταν δεν δουλεύω. Μου αρέσει πολύ η λογοτεχνία, φτιάχνει ιστορίες που ομορφαίνουν τη δική μας», λέει χαμογελώντας και ανοίγει το μικρό συρτάρι του κομοδίνου, απ' όπου βγάζει «βαριά» κλασικά της ρωσικής γραμματείας. «Τον τελευταίο καιρό, την έχω βρει με τον Τσέχωφ. Έχεις διαβάσει τον Θείο Βάνια;».

Η Έλσα είναι μία από τις πολλές γυναίκες που εργάζεται στη Συγγρού, τη λεωφόρο που αποφάσισα να περπατήσω μερικά Σαββατόβραδα. Θέλησα να την "καταλάβω", να δω την καθημερινότητα και τους ήρωές της, που θυμίζουν νεοϋορκέζικο μωσαϊκό ανθρωπογεωγραφίας κινούμενο σε ρυθμούς που θυμίζουν τα τζαζ λογοτεχνικά υποκείμενα του Ε.Λ. Ντοκτόροου.

Κάθε φορά ξεκινούσα από την κεφαλή της λεωφόρου, στη συμβολή με την Αθανασίου Διάκου, και ξεκίνησα να την κατεβαίνω. «Ψηλά» ο δρόμος είναι πιο soft. Εκεί βρίσκεις χαλαρά μπαράκια και κλαμπ με show, που κινούνται μεταξύ κιτς και ημίγυμνου. Ελληνάδικα με τεράστιες αφίσες όπου βλέπεις ονόματα και πρόσωπα μάλλον άγνωστα αν δεν είσαι σκληροπυρηνικός της πίστας, και κέντρα με πρόγραμμα βγαλμένο από βιντεοταινίες της δεκαετίας του '80, όπου «αναβιώνουν» ρόλοι ελληνικών ταινιών. Πολλά από αυτά βρίσκονται πάνω στη λεωφόρο θυμίζοντας κάτι από την ξέγνοιαστη και χαμένη για πάντα δεκαετία του 2000. Άλλα, είναι χωμένα στα στενάκια, πλάι σε μισογκρεμισμένα νεοκλασικά που μυρίζουν μούχλα από το φουσκωμένο λόγω της βροχής ξύλο.

«Κάποιοι πελάτες θέλουν απλά να τους πεις μία καλή κουβέντα»

Σε ένα από αυτά τα στενά, κοντά στο Φιξ, η Έλσα έχει νοικιάσει ένα μικρό διαμέρισμα στο υπόγειο μίας πολυκατοικίας. Τα βράδια παίρνει το αυτοκίνητό της -ένα παλιό πεντακοσαράκι FIAT που, όπως λέει, «κάνει τη δουλειά του και με το παραπάνω»- και κατεβαίνει πιο κάτω, εκεί όπου βρίσκονται τα περισσότερα στριπτιτζάδικα και συγκεντρώνεται η περισσότερη πελατεία. «Από τις πρώτες κουβέντες που ανταλλάζεις με τους πελάτες καταλαβαίνεις τι θέλουν. Κάποιοι θέλουν να κάνουν έρωτα, άλλοι την βρίσκουν απλώς με το να σταματάνε και να σου μιλάνε, άλλοι έρχονται λιγότερο για σεξ και περισσότερο για παρέα», λέει καθώς πίνει την τελευταία γουλιά από το ρούμι της. «Θέλουν απλά να τους αγκαλιάσεις και να τους πεις μία καλή κουβέντα. Θες άλλο ένα πριν φύγουμε;» με ρωτάει καθώς γεμίζει ξανά το ποτήρι της.

Διαβάστε: Μια Ημέρα και μια Νύχτα με το πιο Διάσημο Ζευγάρι Πορνοστάρ της Ελλάδας

Αφού πιει το δεύτερο ρούμι, η Έλσα μού λέει ότι «είναι ώρα για δουλειά». Άλλωστε η βροχή και η συζήτησή μας την είχε ήδη καθυστερήσει αρκετά. Καθώς κατηφορίζουμε στη λεωφόρο, τα φώτα από τα στριπτιτζάδικα εναλλάσονται με εκείνα από καντίνες, στάσεις λεωφορείων και φανάρια. Ο αγοραίος έρωτας και η πρώτη δυνατή βροχή στην Αθήνα κάνουν τη Συγγρού να μοιάζει με δίστιχο βγαλμένο από το αγαπημένο τραγούδι του ναρκοτραφικά Πάμπλο Εσκομπάρ -«είμαι εγώ η φωτιά που καίει τη σάρκα σου, το νερό που σκοτώνει τη δίψα σου»- σε μία πόλη που είναι το ίδιο βρώμικη με το Μεντεγίν.

Η ώρα είναι πια περασμένη κι ο δρόμος έχει χάσει τις αναστολές του. «Αυτός ο καιρός είναι το μόνο πράγμα που δεν αντέχω σε αυτή την πόλη», λέει η Ρίτα, μία 32χρονη γυναίκα από την Καζαμπλάνκα που δουλεύει σε ένα από τα μπαρ της Συγγρού. «Ήρθα με τους γονείς μου στην Ελλάδα όταν ήμουν έξι χρόνων. Στην αρχή μέναμε στον Πειραιά. Μας άρεσε επειδή είχαμε κοντά τη θάλασσα, όπως και στην πατρίδα μου. Πηγαίναμε με τον αδερφό μου και παίζαμε στο λιμάνι». Όπως λέει η ίδια, η τύχη τής έδωσε πολλές ευκαιρίες για να ακολουθήσει ένα δρόμο διαφορετικό από αυτόν που πήρε. «Υπάρχουν πολλά κορίτσια που θα ήθελαν να σταματήσουν τη ζωή που κάνουμε, όμως εγώ την επέλεξα ανάμεσα σε πολλές άλλες. Θα μπορούσα να σπουδάσω, να κάνω παιδιά, να γυρίσω στο Μαρόκο. Αν όμως ακολουθούσα τον δρόμο της οικογένειάς μου και της μουσουλμανικής πίστης, δεν θα ήμουν ο εαυτός μου. Οι αποφάσεις μου ήταν σκληρές και πίκραναν τους γονείς μου. Το ξέρω πολύ καλά αυτό. Σπάνια μιλάμε στο τηλέφωνο με τη μητέρα μου. Ο πατέρας μου έχει πετάξει "μαύρη πέτρα". Όμως δεν τους κρατώ κακία και τους αγαπώ. Ελπίζω να το θυμούνται», λέει η Ρίτα καθώς η εξωτική μορφή της με τα ξανθά μαλλιά και τα γαλανά μάτια σουφρώνει και γίνεται μελαγχολική. «Όταν στεναχωριέμαι, πηγαίνω με μία φίλη μου Ισπανίδα που μένει στη γειτονιά μου και χορεύουμε τανγκό. Μήπως ξέρεις να χορεύεις;», με ρωτάει χαμογελώντας.

Αν και το μπαρ όπου δουλεύει η Ρίτα είναι γεμάτο χρώματα, η πιο σκοτεινή πλευρά της δουλειάς της είναι «το γεγονός ότι μας εκμεταλλεύονται στο θέμα των χρημάτων. Ένας πελάτης, για να περάσει 20 λεπτά μαζί μας πληρώνει 60 ευρώ και για μία ώρα δίνει 140. Χώρια τα ποτά που μας κερνάει. Από αυτά εμείς παίρνουμε ψίχουλα. Το πρόβλημα με την Ελλάδα είναι ότι ο νόμος είναι πολύ "εχθρικός" προς εμάς και κανείς δεν μπορεί να μας προστατέψει. Αν κάποιος θέλει να μας βλάψει, θα το κάνει».

«Ο κόσμος δεν έχει όρεξη για σεξ»

Η αγορά του έρωτα στη Συγγρού είναι σχετικά ασφαλής και δεν θυμίζει την decadance και την ανέχεια που επικρατεί σε άλλες περιοχές, όπως στα στενά γύρω από την Ομόνοια που έχουν κατακλυστεί από την πορνεία του πεντάευρου για την εξασφάλιση της επόμενης δόσης. «Αυτό κρατάει το μεροκάματο σε ικανοποιητικά επίπεδα και μας βοηθάει να δουλέψουμε ήρεμα. Για εμάς που εργαζόμαστε τη νύχτα είναι σημαντικό να είμαστε σε μέρη όπου δεν κινδυνεύουμε να μαχαιρωθούμε. Το ότι βγάζουμε λεφτά από τον έρωτα και το δρόμο δεν σημαίνει ότι θέλουμε φασαρίες», λέει η Έλσα. Η ζωή τη νύχτα, όμως, δεν είναι πάντα εύκολη. Η ίδια έχει πέσει θύμα ξυλοδαρμού και ρατσιστικών επιθέσεων εξαιτίας της ταυτότητας φύλου της. «Την τελευταία φορά που είδα τον πατέρα μου, μου είπε "φύγε από εδώ παλιόπουστρα". Όταν ο γονιός σου έρχεται και σου λέει κατά πρόσωπο να πας να γαμηθείς, δεν σου προκαλεί εντύπωση ότι κάποιοι ξένοι θα σου κάνουν κακό επειδή είσαι διαφορετικός από αυτούς. Αυτή η συνειδητοποίηση με βοήθησε να αντέξω όσες φορές κατέληξα στο νοσοκομείο επειδή έκανα αυτό που μού 'λεγε η καρδιά μου».

Εκείνη την ημέρα η Έλσα πάρκαρε το αυτοκίνητό της λίγο πιο κάτω από το στριπτιτζάδικο Ανατολή. «Είναι καλό σημείο, εκεί προσφέρουν μόνο χορό και έτσι πολλοί βγαίνουν ξαναμμένοι, έτοιμοι», λέει γελώντας. Για κάθε συνεύρεση παίρνει 50 ευρώ, «όμως σήμερα θα πέσουμε πιο χαμηλά, ξέρεις, εξαιτίας της βροχής οι πελάτες θα είναι λιγότεροι και θα πρέπει να τους δελεάσεις, αν δεν θες να μείνεις άφραγκος». Τώρα μάλιστα που η κρίση έχει επηρεάσει και τον αγοραίο έρωτα: «Έχουμε προσαρμοστεί κι εμείς στη νέα πραγματικότητα. Όταν ήμουν νεότερη και οι εποχές ήταν καλύτερες έβγαζα και 200 ευρώ τη φορά. Ο κόσμος άλλαξε, φτώχυνε και μιζέριασε, δεν έχει όρεξη για σεξ».

«Κόλλησα HIV από ένα σπασμένο προφυλακτικό»

Αποχαιρετώ την Έλσα και ανηφορίζω τη Συγγρού. Βλέποντας τα διαφορετικά αυτοκίνητα που χώνονται στον παράδρομο της λεωφόρου -από Ferrari έως Saxo-καταλαβαίνεις ότι πελάτες κάθε οικονομικής κατάστασης ψάχνουν για περιστασιακό σύντροφο. Ένας από αυτούς είναι ο Χριστόφορος, ένας 28χρονος τεχνικός υπολογιστών. Είναι μπαϊσέξουαλ και εδώ και μερικούς μήνες φορέας του HIV. «Κόλλησα εξαιτίας ενός προφυλακτικού που έσπασε όταν έκανα παθητικό πρωκτικό σεξ. Σταματήσαμε αμέσως, το αντικαταστήσαμε. Το συμβάν μου, όμως, προκαλούσε τρόμο και αποφάσισα να κάνω το τεστ για τον HIV. Βγήκε αρνητικό. Ηρέμησα. Όταν η γιατρός μου έδωσε τα αποτελέσματα, είπε: "Ελάτε σε ένα μήνα να το ξανακάνετε, για προληπτικούς λόγους". Το δεύτερο βγήκε θετικό». Το γεγονός ότι κόλλησε με αυτόν τον τρόπο τον «στοιχειώνει» ακόμα. «Πρόσεχα πάντα, είχα πετάξει έξω από το σπίτι μου συντρόφους που δεν ήθελαν να πάρουμε προφυλάξεις. Συχνά αναρωτιέμαι γιατί έπρεπε να συμβεί αυτό σε μένα. Όμως έτσι είναι η ζωή, σαν την πιο άπιστη σύντροφος που μπορεί να σου τύχει».

Ο Χριστόφορος έχει αποδεχτεί ό,τι έγινε. Δεν μοιράζεται με κανέναν τη νέα πραγματικότητα που καθορίζει τη ζωή του, παρά μόνο με τους συντρόφους του. Αυτό, όμως, περιπλέκει την κατάσταση. «Πλέον είναι πιο δύσκολο να είμαι σταθερά με έναν άνθρωπο, αφού πολλοί κάνουν πίσω στο φόβο μην κολλήσουν. Έτσι συχνά μένω μόνος μου και επιστρέφω στη Συγγρού, στον τόπο του προσωπικού εγκλήματός μου», λέει. Ο Χριστόφορος συναντά συχνά τον άνθρωπο που τον κόλλησε την ασθένεια. «Όταν τον φίλησα και τον αποχαιρέτησα την ημέρα του "ατυχήματος", μου είπε "πήγαινε να κάνεις εξετάσεις, δεν κινδυνεύεις, για να ηρεμήσεις στο λέω". Είχαμε ξαναβρεθεί και πίστευα πως μου το είπε απλώς για να με καθησυχάσει. Όταν πήρα το θετικό τεστ, τα έβαλα μαζί του, όμως δεν ήταν δικό του φταίξιμο. Δεν θα του πω ποτέ ότι εξαιτίας της συνεύρεσής μας γύρισε τούμπα η ζωή μου. Είναι τόσο τρυφερός όταν κάνουμε έρωτα. Δεν αξίζει να στεναχωρηθεί για μένα».

Η πραγματικότητα όπως είναι, μέσα από το Newsletter του VICE Greece

Χαιρετηθήκαμε με τον Χριστόφορο σε κάποια υπόγεια διάβαση. Καθώς έφευγα, μία νεαρή ξανθή κοπέλα βγήκε από ένα studio. Τα μάτια της ήταν άβαφτα και γεμάτα «σακούλες». Το ξημέρωμα πλησίαζε και η δουλειά είχε τελειώσει. Πέρασε στο απέναντι πεζοδρόμιο κλείνοντας το φερμουάρ της ζακέτας και αφήνοντας πίσω της τη Συγγρού με γρήγορο βήμα και πατώντας στα απόνερα της βροχής. «Συχνά το πρωί αισθάνεσαι κενός, ειδικά αν είσαι νέος στη δουλειά», είπε κάποια στιγμή η Έλσα. «Πολλοί τότε το ρίχνουν στις ουσίες για να αντέξουν. Εγώ το έριξα στη λογοτεχνία. Κάπως έτσι έμαθα πέντε λέξεις. Δεν χάλασα λεφτά σε ναρκωτικά. Έχτισα ένα εξοχικό κάπου στην Πελοπόννησο. Εκεί θα πάω όταν βαρεθώ τη Συγγρού».

Περισσότερα από το VICE

Παρακολουθήσαμε το πιο «Καυτό» Πάρτι που Έγινε σε Πορνοσινεμά της Αθήνας

Τα Δέκα πιο Σκληρά Πράγματα που Είδα σε ένα Τουρνουά Θανάτου

Πού Πήγαν οι Κάγκουρες; Η Αυθεντική Υποκουλτούρα που Πλέον (Μάλλον) Έχει Πεθάνει

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.