FYI.

This story is over 5 years old.

H Γέννηση της Techno Σκηνής, τα Ναρκωτικά και οι Καταλήψεις στο Βερολίνο του '80

Ο βετεράνος της βερολινέζικης μουσικής σκηνής, ο Mark Reeder, μιλάει για τα 80s και το ξεκίνημα των μουσικών -και όχι μόνο- σκηνών στην πόλη.
DD
Κείμενο Daniel Dylan Wray
22.7.15

To θέμα δημοσιεύτηκε αρχικά στο VICE UK.

Το «B-Movie: Lust & Sound in West Berlin 1979-89», το οποίο θα κάνει το κινηματογραφικό του ντεμπούτο μέσα στη χρονιά στο φεστιβάλ Sensoria, είναι ένα ντοκιμαντέρ που καταπιάνεται με την ιστορία του Mark Reeder, ενός τύπου από το Manchester, ο οποίος μετακόμισε στο Βερολίνο το 1978. Δρώντας ως ο άνθρωπος της Factory Records στην πόλη, έφερε για πρώτη φορά εκεί συγκροτήματα όπως οι Joy Division, οι A Certain Ratio και οι Crispy Ambulance. Ήταν επίσης ο άνθρωπος που βοήθησε στην ανάπτυξη της underground techno σκηνής της πόλης - μια σκηνή που χαρακτηρίζει την πόλη μέχρι τις μέρες μας, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '80.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Όταν το Channel 4 με την εκπομπή του The Tube, «έστησε» ένα αφιέρωμα για το Βερολίνο το 1983, ο Reeder ήταν ο άνθρωπος που επιλέχτηκε να οδηγήσει το τηλεοπτικό συνεργείο του καναλιού σε όλα τα bar, τα club και τις περίεργες γωνίες της πόλης, γνωρίζοντας τους ανθρώπους του καναλιού σε άγνωστους καλλιτέχνες και συγκροτήματα. Ο Reeder, βέβαια, έπαιζε και ο ίδιος σε μπάντες, όπως οι Die Unbekannten και οι Frantic Elevators, με τους τελευταίους να είναι μία μπάντα από το Manchester, μέλος των οποίων ήταν και ο Mick Hucknall των Simply Red.

To Β-Movie εμπεριέχει την δουλειά 70+ σκηνοθετών, πολλοί εκ των οποίων έκλεβαν πανάκριβα φιλμ για να μπορέσουν να απαθανατίσουν τη ζωή στην πόλη. Η ταινία ζωγραφίζει μία εικόνα γεμάτη ναρκωτικά, σεξ, πολιτικές εντάσεις, καταλήψεις και τη ζωή πίσω από το τείχος του Βερολίνου. Βλέπουμε τον Nick Cave να παραπατάει στους δρόμους της πόλης παίζοντας με ένα περίστροφο. Βλέπουμε, επίσης, έναν πολύ νεαρό -και τρομακτικά άγριο- Blixa Bargeld να κάνει μια performance σε ένα μικροσκοπικό κατάστημα ρούχων και τους New Order να κάνουν πλάκα στα παρασκήνια. Είναι μια ταινία που σε απορροφάει, ένα έργο που καταφέρνει να αποτυπώσει τους «λερωμένους», από τα ναρκωτικά και το αλκοόλ, clubbers να ξεχύνονται στους δρόμους, τους καταληψίες να συγκρούονται με δυνάμεις ασφαλείας και την απίστευτη πειραματική μουσική της εποχής. Σε βάζει στην καρδιά της δράσης. Είναι μια ταινία που δεν ζωντανεύει μόνο μια ιστορία, αλλά και μια διαιρεμένη πόλη.

Ο Reeder ήταν μόλις 18 ετών όταν έβγαλε το διαβατήριό του και άρχισε να ταξιδεύει. Αφού τον μάζεψε ένας φοιτητής ενώ έκανε ωτοστόπ, τράβηξαν για το Βερολίνο. «Φτάσαμε μέσα στη νύχτα και τα πάντα ήταν γκρίζα και βροχερά», λέει. «Ήταν λες και ήσουν στο διάστημα, δεν μπορούσες να δεις τίποτα. Ήσουν μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, αν εξαιρέσεις τα φώτα των αυτοκινήτων. Δεν υπήρχαν σκιές ή σιλουέτες, τα πάντα ήταν επίπεδα και μαύρα».

Ο φοιτητής, που τον είχε μαζέψει, προσέφερε στον Reeder δωρεάν στέγη σε ένα κτίριο το οποίο σε λίγο χρονικό διάστημα θα κατεδαφιζόταν. Κάποια στιγμή ανήκε σε κάποιον πλούσιο, αλλά να που τώρα έμενε σε αυτό ένα πιτσιρίκι από το Manchester. Το κτίριο είχε ρεύμα, αλλά τα μόνα έπιπλα που είχε ήταν αυτά που έβρισκε ο Reeder πεταμένα στον δρόμο. Μετά από πέντε μήνες περίπου, ο Reeder ενημερώθηκε πως το κτίριο θα κατεδαφιζόταν άμεσα. Έφυγε, ψάχνοντας έναν νέο χώρο για να μείνει.

Oι Die Unbekannten.

«Μετά από μια εβδομάδα, είδαμε στην τηλεόραση κόσμο να πετάει μολότοφ από το παλιό μου μπαλκόνι στου αστυνομικούς, που ήταν από κάτω. Μόλις φύγαμε από εκεί, μπήκαν στο κτίριο καταληψίες οι οποίοι το έσωσαν από την κατεδάφιση. Υπάρχει εκεί ακόμα». Σύμφωνα με τον Reeder, αν δεν υπήρχε η σκηνή των καταληψιών, το Βερολίνο θα ήταν σήμερα μια απαίσια πόλη. Ουσιαστικά την έσωσαν.

Οι καταλήψεις της εποχής δεν ήταν απλώς μέρη για να μείνει κανείς, αλλά πολιτιστικά και πολιτικά κέντρα. Ο Reeder θυμάται πως «δεν ήταν σπίτια μόνο για πάρτι, τουλάχιστον όχι αρχικά. Ήταν, ουσιαστικά, επαναστατικοί πυρήνες και η ατμόσφαιρα εκεί θύμιζε περισσότερο πεδίο μάχης, παρά πάρτι. Μιλάμε για σοβαρές καταστάσεις». Θυμάται πως στις αρχές του '80, όταν η αστυνομία έκανε μια έφοδο για να αδειάσει μια κατάληψη, το κτίριο ουσιαστικά γέμιζε πάλι με καταληψίες μόλις αποχωρούσαν οι αρχές. Αυτή πρακτική ώθησε τις αρχές να ακολουθήσουν ακόμα πιο δραστικά μέτρα. «Τελικά, τα πράγματα έφτασαν σε ένα σημείο που οι αρχές έκαναν έφοδο στο σπίτι, άδειαζαν τα πάντα και από πίσω τους ακολουθούσαν τα συνεργεία κατεδάφισης, τα οποία έπιαναν αμέσως δουλειά».

Διαβάστε: Τι Πιστεύουν Πραγματικά οι Νέοι στη Γερμανία για την Ελλάδα

Λίγο καιρό αργότερα, ο Reeder άκουσε για τη Sounds Discotheque. «Μου ακούστηκε κάπως περίεργη, αλλά αποφάσισα να πάω. Είδα κάτι τύπους απ' έξω να λένε «χασίσι, LSD, speed, χασίσι» και μου ακουγόταν ενδιαφέρον αυτό. Μπήκα μέσα και ήταν γεμάτο από παιδιά που είχαν υπάρξει κάποια στιγμή χίπηδες, αλλά που τώρα το «παίζανε» μισο-New Wave - ξέρεις, με ξυρισμένο το μισό τους κεφάλι». Μου λέει για μια βραδιά που έπαιζε κάποιο κομμάτι των Tangerine Dream. «Σκέφτηκα: ποιος διάολο παίζει Tangerine Dream μέσα σε ένα club; Μπήκα μέσα και ήταν όλοι καθισμένοι στο πάτωμα, μαστουρωμένοι».

Άλλα μέρη, όπως το SO36 -ένα παλιό σουπερμάρκετ στο οποίο γίνονταν πρωτοποριακά σόου, ένα εκ των οποίων βρήκε τους Einstürzende Neubauten να ανοίγουν μια τρύπα στον τοίχο με ένα τρυπάνι- αποκάλυπταν ένα άλλο Βερολίνο. «Βρήκα ένα δισκάδικο που μόλις είχε ανοίξει, το Zensor, το οποίο ήταν το μόνο που έφερνε πιο εναλλακτικά πράγματα από την Αγγλία και εκεί συνάντησα τον Gudrun Gut, που αργότερα έκανε τους Malaria». Ο Reeder, αργότερα, δούλεψε με τους Malaria και, γυρίζοντας σε όλα αυτά τα μέρη, γνώρισε τους Βερολινέζους που οι περισσότεροι κάτοικοι της πόλης ποτέ δεν συναντούν.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ο Reeder έφερε τους Joy Division στην πόλη, πιστεύοντας πως θα ταίριαζαν απόλυτα στο Βερολίνο, αλλά η σύνδεση της μπάντας με την εικονογραφία των Hitler Youth, όπως αυτή εμφανίστηκε στο EP τους Ideal Living, δεν τους βοήθησε. «Στήσαμε μια συναυλία στο Campino και ήταν ένας εφιάλτης. Ήρθαν στο Βερολίνο και δεν τους γούσταρε κανείς. Εμφανίστηκαν γύρω στα 50 άτομα, ο ήχος ήταν απαίσιος, ο Ian φώναζε να του ανεβάσουν τα μόνιτορ, δεν άκουγε τίποτα και κάποιος φώναξε στον Bernard, στα γερμανικά (όλοι νόμιζαν πως ο Bernard ήταν Γερμανός, επειδή αναγραφόταν ως Bernard Albrecht στον πρώτο δίσκο), αν μπορεί να ανεβάσει τα φωνητικά, οπότε και αυτός γύρισε και είπε «μίλα γαμημένα αγγλικά ρε κωλογερμανέ». Από εκείνη τη στιγμή, η φάση σάπισε».

Διαβάστε ακόμη: Εν Μέσω Κρίσης οι Γερμανοί Ανησυχούν για τις Διακοπές τους στην Ελλάδα

Ο ρόλος των ναρκωτικών στο Βερολίνο, ήταν το ίδιο σημαντικός με αυτόν που έπαιζαν οι τέχνες και η μουσική εκεί. Όπως θυμάται ο Reeder, «υπήρχαν εύκολα, παντού. Ο περισσότερος κόσμος έπαιρνε speed τότε. Εγώ ήμουν στο χασίς και στο LSD, αν έβρισκα φρέσκο. Υπήρχαν όμως πολλά ναρκωτικά. Οι Γερμανοί γενικά ξέρουν πώς να τα παίρνουν με μέτρο. Δεν είναι σαν τους Άγγλους που τα παίρνουν με τον κουβά. Είναι αρκετά πιο υπεύθυνοι. Ο κόσμος "διαλυόταν" -δεν λέω- αλλά δεν ήταν πολύ "επιθετική" η ατμόσφαιρα. Το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν πως ο κόσμος έπαιρνε πρέζα για να ηρεμήσει από το speed, πιστεύοντας πως αυτό θα καλμάρει λίγο τον πόνο, αλλά τελικά οδηγούσε σε χειρότερα πράγματα».

Ο Reeder λέει και την άποψή του σχετικά με τα κανάλια του εμπορίου ναρκωτικών της εποχής: «Η ηρωίνη και το χασίς ερχονταν από το Αφγανιστάν. Όμως, τα περισσότερα ήταν απο το Ανατολικό Βερολίνο. Το LSD και το speed φτιάχνονταν εκεί. Το έφτιαχναν εκείνοι για να υπονομεύσουν το Δυτικό Βερολίνο, για να μπορούν να πουν στα παιδιά τους :"να κοίτα όλους αυτούς τους τελειωμένους πρεζάκηδες. Εμάς τα παιδιά μας δεν κάνουν ναρκωτικά στο Δυτικό Βερολίνο". Μόνο που εκείνοι τα έφτιαχναν όλα».

Ο Mark Reeder πάνω στο stage

Κάποιοι από τους ήχους που έβγαιναν από τα club, στα οποία σύχναζε ο Reeder, έβρισκαν τον τρόπο να μπαίνουν στο mainstream, λόγω της επιρροής που ασκούσαν στους επισκέπτες της πόλης. «Μετά τον θάνατο του Ian Curtis, κατάφερα να πείσω τον Bernard να επιστρέψει και τον πήγα στο Metropol, που ήταν μια gay disco, ώστε να τον "διαφωτίσω". Οι New Order είχαν αρχίσει να παίζουν μουσική, αλλά ακούγονται ακριβώς όπως οι Joy Division. Του είπα πως ο κόσμος απλά θα τους συνέκρινε διαρκώς, οπότε τον πήγα σε αυτό το club όπου ο Dj έπαιζε αυτήν την περίεργη ηλεκτρονική ντίσκο, που ουσιαστικά ήταν αυτή η περίεργη LSD-ιασμένη ντίσκο που ερχόταν από τις Ηνωμένες Πολιτείες, τύπου Larry Levan. Τον πήγα εκεί με σκοπό να τον εμπνεύσω, κάτι που πέτυχε μιας και μετά πήγαν και έφτιαξαν το Blue Monday».

Παρά τον αρχειακό πλούτο που επιδεικνύει το B-Movie, το Metropol είναι ένα μέρος όπου δεν εμφανίζεται στην ταινία. «Δεν υπήρχαν πλάνα από εκεί. Δεν μπορούσες να μπεις εκεί μέσα και να απαθανατίσεις τι γινόταν. Μιλάμε για ακολασία, μιλάμε για κυνήγι ηδονής. Δεν μπορώ καν να σου περιγράψω τι είχα δει εκεί», λέει ο Mark γελώντας.

Όλα τα παραπάνω αποτελούν ένα ελάχιστο δείγμα όλων αυτών των πραγμάτων που έκανε ο Mark εκείνη τη δεκαετία, ενώ μέσα στην επόμενη δεκαετία ίδρυσε το επιδραστικό dance label MFS, βοηθώντας μεταξύ πολλών άλλων και την καριέρα του Paul Van Dyke.

Ο Reeder ολοκληρώνει λέγοντάς μου πως «αισθάνομαι πολύ τυχερός που βίωσα όλα αυτά τα μουσικά είδη μέσα σε αυτήν την πόλη, διότι όλα είχαν την σημασία τους. Έχω πολλές αναμνήσεις από όλα αυτά, τόσες πολλές που δεν προλαβαίνω να τις αναφέρω εδώ. Έχω αναμειχτεί με την avant garde σκηνή του Βερολίνου, τη σκηνή που σήμερα πλέον λέγεται darkwave, τη hi-NRG disco σκηνή, την acid house σκηνή, την techno και την trance σκηνή, ενώ ακόμα πηγαίνω σε club και συναυλίες και συνεχίζω να φτιάχνω μουσική ο ίδιος. Η πόλη έχει τα σκαμπανεβάσματά της, αλλά υπάρχει πάντα κάτι καινούργιο και διαφορετικό που τελικά βγαίνει στην επιφάνεια. Αυτό είναι που κάνει καλά το Βερολίνο».

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.