FYI.

This story is over 5 years old.

Διασκέδαση

Φόβος, Ένταση και Όπλα: Η Ζωή Μέσα σε ένα Μπαρ του Φέργκιουσον

Το Dellwood Lounge για μήνες έμοιαζε κλειστό, αλλά μέσα ο κόσμος έπινε τα ποτά του.
JG
Κείμενο Justin Glawe
07 Δεκέμβριος 2014, 11:21pm

Oι φωτογραφίες είναι του συντάκτη

Επί τρεις μήνες, το Dellwood Lounge είχε σφραγισμένα παράθυρα, μια θλιβερή υπενθύμιση του χάους που ακολούθησε το θάνατο του Μάικλ Μπράουν. Το μπαρ δεν ήταν κλειστό, τουλάχιστον στο σωστό είδος ατόμων. Τις περισσότερες νύχτες, ο χώρος ήταν γεμάτο με την παραδοσιακή πελατεία των καταγώγιων στις μεσοδυτικές πολιτείες: λευκούς άνδρες με καμπουριασμένους ώμους από τη σκληρή χειρωνακτική εργασία την μέρα και τις νύχτες που κάθονται στα σκαμπό των μπαρ, γυναίκες των οποίων το make up δεν κατάφερε να καλύψει τις βαθιές ρυτίδες που σχηματίζονται από μια ζωή μέσα σε σύννεφα καπνού από τσιγάρο.

Μέρα-νύχτα το νέον φωτίζει το χώρο. Τα καδρόνια στα παράθυρα παρέμειναν ακόμα κι όταν οι γείτονες άφησαν το φως του ήλιου να μπει στις επιχειρήσεις τους, χωρίς να ανησυχούν πλέον για τους πλιατσικολόγους που κυκλοφορούσαν στους δρόμους για λίγο καιρό μετά το θάνατο του Μπράουν, στις αρχές του περασμένου Αύγουστου. Από εκείνη την εβδομάδα χάους, όταν ολόκληρη η χώρα έμαθε για το Φέργκιουσον, το μικρό προάστιο του Σεντ Λούις, οι ιδιοκτήτες της άχρωμης ταβέρνας στο γειτονικό Ντέλγουντ προτιμούσαν τη σκοτεινή, υγρή και με καλυμμένα παράθυρα σπηλιά τους. Το κόντρα πλακέ προσέφερε προστασία, έστω κι αν έκανε το μπαρ να ξεχωρίζει συγκριτικά με τις βιτρίνες των άλλων καταστημάτων σε ένα μικρό εμπορικό κέντρο εκτός της οδού Chambers Road.

Σε κάθε περίπτωση, το Dellwood Lounge παρέμεινε αλώβητο σε όλη τη διάρκεια της αναταραχής. Ίσως οι άνθρωποι στο δρόμο να φοβήθηκαν εξίσου για το τι υπήρχε πίσω από το κόντρα πλακέ. Ο φόβος εισχώρησε μέσα από τις ξύλινες επιφάνειες με τρόπο που δεν θα μπορούσαν να το κάνει το φως του ήλιου.

Δεν υπάρχουν πολλά νέα που μπορεί να διαβάσει κανείς στο διαδίκτυο για το Dellwood Lounge. Επί μήνες, τα μέσα ενημέρωσης σε όλο τον κόσμο μετέδιδαν ιστορίες που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο ανέφεραν ότι οι άνθρωποι και οι επιχειρήσεις στο Φέργκιουσον προετοιμάζονταν για το χειρότερο. Κάπως, παρά τα τόσα ρεπορτάζ, το μπαρ ίσως εμφανίστηκε σε μια ή δυο φωτογραφίες. Ίσως κανείς δεν είχε χτυπήσει την πόρτα.

Όμως πίσω από τα καλυμμένα με ξύλο παράθυρα, το μπαρ συνέχιζε να λειτουργεί - ίσως χωρίς να κάνει μεγάλες εισπράξεις, αλλά πάντως υπήρχε. Ακόμα κι όταν βασίλευε το χάος τον Αύγουστο, με τους αστυνομικούς και τους διαδηλωτές να βρίσκονται αντιμέτωποι έξω στο δρόμο το μεγαλύτερο μέρος της εβδομάδας, το Dellwood Lounge συνέχισε να σερβίρει μπύρα. Για τους διψασμένους ρεπόρτερ δεν υπήρχε τίποτα καλύτερο: ένα μπαρ (στο οποίο μπορούσες να καπνίσεις μέσα!) που σέρβιρε αλκοόλ έως τις 2 πμ, σε κοντινή απόσταση από την κατεστραμμένη λεωφόρο που παρακολουθούσε όλος ο πλανήτης. Ωστόσο εκτός από μερικούς ντόπιους δημοσιογράφους, ποτέ δεν είδα μέσα πολλούς ανθρώπους του Τύπου.

Για τον φωτογράφο Bill Kotsatos κι εμένα, ο χώρο έγινε καταφύγιο από τα δακρυγόνα και την τρέλα που περιέβαλλε το Φέργκιουσον. Ο καπνός από το τσιγάρο ποτέ δεν είχε καλύτερη γεύση. Τον Αύγουστο, γνωρίσαμε τον ιδιοκτήτη, τον Jim, αρκετά καλά ώστε να μας συμπαθήσει ή τουλάχιστον να μας ανεχθεί. Μας αναγνώρισε όταν επιστρέψαμε πριν από δυο εβδομάδες, κάνοντας τα ίδια μεθυσμένα, ελαφρώς άβολα πειράγματα που περιμέναμε.

Μπορούσαμε να νιώσουμε μια βαθιά περιφρόνηση για τους διαδηλωτές στην άκρη των συλλογισμών του Jim. Δεν είπε ποτέ κάτι ευθέως, αλλά ο Jim και οι άλλοι στο μπαρ ήταν πάντα πρόθυμοι να πουν ότι «αυτοί εκεί έξω είχαν πάθει αμόκ και εμείς απλά προσπαθούμε να ζήσουμε τις ζωές μας, να πληρώσουμε τους φόρους μας». Οι συζητήσεις ήταν πάντα λίγο άβολες αλλά η μπύρα ήταν πάντα κρύα. Το αίσθημα «εμείς και αυτοί» ήταν διάχυτο στο Dellwood Lounge. Και ενώ δεν έγινε χαμός εκεί, υπήρχε η αίσθηση πως μπορεί να γίνει ανά πάσα στιγμή. «Εάν θέλεις να ακούσεις ηλικιωμένους να μιλάνε για αράπηδες, τότε αυτό είναι το μπαρ που ψάχνεις» γράφει στην κριτική του το lone Yelp review για το Dellwood Lounge.

Τον Αύγουστο, ανησύχησα όταν προσκάλεσα ένα φίλο μου, έναν μαύρο φωτοειδησεογράφο από την περιοχή, να έρθει μαζί μας όταν εξασθένησε η δράση εκείνο το βράδυ. Μπήκε μέσα με ένα κουτί από φελιζόλ με κοτόπουλο από το απέναντι μαγαζί και πήγε να παραγγείλει μπύρα.

«Παιδιά έχετε Heineken;» ρώτησε κοιτώντας πίσω από το μπαρ προς τις κάνουλες που έγραφαν Bud, Miller και τίποτα άλλο.

«Όχι» είπε ο μπάρμαν, χωρίς να προσφέρει άλλες επιλογές.

Μπορούσα να νιώσω την περίεργη ένταση. Ο φίλος μου είτε δεν το παρατήρησε ή το πιο πιθανό δεν τον ένοιαζε.

Παρά την ένταση στο μπαρ, ο Bill και εγώ επιστρέψαμε στη ρουτίνα μας όταν ξαναβρεθήκαμε στην περιοχή περιμένοντας την απόφαση του σώματος των ενόρκων. Το Dellwood ήταν κοντά, ήταν ανοιχτό και ήταν φθηνό. Και διαθέταμε ότι χρειαζόταν για να μπούμε μέσα: είμαστε λευκοί, ποτέ δεν προκαλέσαμε πρόβλημα και πάντα πληρώναμε ότι πίναμε. Ήταν μια βολική και σχετικά ακίνδυνη επιλογή.

Τουλάχιστον μέχρι αργά το βράδυ της περασμένης Δευτέρας.

Όταν παρκάραμε λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, ο Jim στεκόταν απ΄ έξω φορώντας παντελόνι παραλλαγής, άρβυλα μάχης. Στο δεξί του πόδι είχε ένα μαύρο πιστόλι. Έστρεψε το φως το φακού του προς την πλευρά μας -απλά μας έκανε πλάκα- έπειτα χαμογέλασε.

«Είσαι ανοιχτά;» αστειεύτηκα.

«Και βέβαια είμαστε. Μπείτε μέσα παιδιά».

Πίσω από το μπαρ βρισκόταν η γυναίκα του Jim και τέσσερις άνδρες μπροστά του. Το CNN έπαιζε σε μια γιγαντοοθόνη. Δυο άνδρες γύρω στα 50-60 τους είχαν μεθύσει αλλά ήταν έτοιμοι. Την περίμεναν αυτή τη νύχτα.

Ο Bill και εγώ μόλις είχαμε σχεδόν πιει την μπύρα μας και ένα σφηνάκι, όταν ακούσαμε γρήγορη ανταλλαγή πυρών. Ο Jim υποχώρησε στο εσωτερικό της πόρτας, κοιτάζοντας έξω μέσα από μια στρογγυλή τρύπα. Πλησιάσαμε προς την πόρτα εγώ κι ένας θαμώνας. Οι τέσσερις μας βγήκαμε έξω και δεν είδαμε τίποτα άλλο παρά νεαρούς άνδρες με μπαντάνες και μάσκες. Καθόλου αστυνομικούς. Καθόλου εθνοφρουρούς. Μόνο εμείς και αυτοί. Όλα γύρω μας, το Φέργκιουσον καιγόταν.

Ο θαμώνας κρατούσε κάτι στο χέρι του. Το παρατήρησα καθώς απομακρυνόμουν από την πόρτα και προς μια πιθανή ομάδα πλιατσικολόγων.

«Μην το κάνεις αυτό» είπε ο Jim.

Το έκανε.

Έτρεξαν μπροστά από τον Bill και εμένα, αφήνοντάς μας να αναρωτιόμαστε γιατί μέχρι που ακούσαμε την έκρηξη, και αμέσως μετά τα ουρλιαχτά. Ο άνδρας είχε πετάξει κάτι –ίσως ένα μεγάλο πυροτέχνημα-προς το πλήθος. Ο Bill και εγώ σπεύσαμε στο μπαρ και μπήκαμε μέσα. Μετά ακούσαμε κι άλλους πυροβολισμούς.

«Χριστέ μου, είναι μια τρέλα εκεί έξω» είπε ο μπάρμαν.

Πάνω από τον ώμο μου άκουσα ένα οικείο κλικ. Γύρισα και είδα έναν άνδρα που φορούσε καπέλο βετεράνου του Βιετνάμ να γεμίζει ένα όπλο εφόδου. Ακούγονταν κι άλλοι πυροβολισμοί. Η απόσταση του μέσα με το έξω φαινόταν να μικραίνει. Είχε έρθει η στιγμή να αποφασίσουμε. Καθώς ακούγονταν όλο και περισσότεροι πυροβολισμοί και το κλικ στο όπλο του βετεράνου, αποφασίσαμε ότι ήταν καλύτερα να είμαστε έξω ενώ έσπαγαν τα καλυμμένα με κόντρα πλακέ παράθυρα.

Περάσαμε τρέχοντας μέσα από τη βροχή σφαιρών, αφήνοντας πίσω μας το Dellwood Lounge.

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.