Τίτλοι Τέλους για το «Λούκυ Λουκ» - Το Θρυλικό Μπαρ στη Θεσσαλονίκη Κλείνει Μετά από 40 Χρόνια

Τίτλοι Τέλους για το «Λούκυ Λουκ» - Το Θρυλικό Μπαρ στη Θεσσαλονίκη Κλείνει Μετά από 40 Χρόνια

Μιλήσαμε με τους ανθρώπους που έφτιαξαν τον μύθο του μπαρ της Προξένου Κορομηλά.
24.3.17

Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Αβραμίδης

Η οδός Προξένου Κορομηλά, το μεσημέρι της Πέμπτης ήταν ανάλαφρη σαν τα κορίτσια που φορούν μπλουζάκια με τιράντες τις πρώτες μέρες της άνοιξης. Στον αριθμό 58 όμως, θαρρείς ότι υπάρχει κάτω από την άσφαλτο ένας ισχυρός ηλεκτρικός μαγνήτης που βαραίνει τα πόδια σου μπροστά στην πινακίδα του μπαρ «Λούκυ Λουκ».

Το θρυλικό μαγαζί άνοιξε το 1978 για να μάθει στους χιλιάδες θαμώνες που κάθισαν στη μασίφ ξύλινη μπάρα του να ακούνε μουσική και να πίνουν αλκοόλ. Καθένας από όσους πέρασαν έχει να θυμάται μία προσωπική ιστορία, συνδεδεμένη με τα καλύτερά του χρόνια. Όμως τώρα, τέσσερις δεκαετίες μετά, οι άνθρωποι που ύφαναν τον μύθο του ιστορικού μπαρ στον Βορρά, έκριναν ότι έχει διαγράψει τον κύκλο του. Το μαντάτο μεταδόθηκε σαν αστραπή: Αυτό το Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017, το «Λούκυ Λουκ» θα ανοίξει για τελευταία φορά και καλεί τον κόσμο σε ένα πάρτι. Δύο 24ωρα πριν από τη μεγάλη αυλαία, συναντήσαμε στην Προξένου Κορομηλά τους ανθρώπους που βρίσκονταν όλα αυτά τα χρόνια πίσω από την πιο γλυκιά ροκ ιστορία, εκτοξεύοντας τη φήμη του μπαρ και της Θεσσαλονίκης σε ολόκληρο τον κόσμο: Τους ιδιοκτήτες του –για περίπου 30 χρόνια– Χρήστο Καϊσούδη και Νίκο Μοδιώτη, και τον Μαρίνο Μεταξιώτη, που το κράτησε μετά το 2014.

Νίκος Μοδιώτης: Το Λούκυ Λουκ το άνοιξε το 1978 ο Δημήτρης Στεφανίδης, που έγινε γνωστός ως «Λούκυς». Σκοτώθηκε πρόσφατα σε τροχαίο στη Σάμο, όπου ζούσε. Δεν ξέρουμε γιατί έδωσε αυτό το όνομα στο μπαρ. Ήταν αρχικά μία pub και η διακόσμηση θύμιζε σαλούν, είχε μέσα βαρέλια, ρόδες από κάρα κ.λπ. Πάνω από την είσοδο υπήρχε μια επιγραφή «Pub» με νέον, την οποία κρατήσαμε. Τα πρώτα χρόνια το μπαρ έπαιζε μουσική σε κασετόφωνο. Ροκ, μπλουζ, ρέγκε - και γυρνούσαν τις κασέτες με το στιλό.

Χρήστος Καϊσούδης: Ο Νίκος δούλεψε πρώτος εδώ όταν εγώ πήγα φαντάρος και όταν εκείνος πήγε στον στρατό, ήρθα εγώ στη θέση του. Αργότερα δουλέψαμε και οι δύο στo Λούκυ Λουκ, είχαμε τότε και μία μπάντα, τους DNA. Στο μαγαζί έρχονταν θαμώνες και παρέες, για παράδειγμα εδώ μέσα ιδρύθηκε το περιοδικό «Επί Τροχών». Το Λούκυ Λουκ ήταν το δεύτερο μπαρ που άνοιξε στη Θεσσαλονίκη, μετά το Fox που δεν υπάρχει πια, δίπλα στο σημερινό Berlin.

Στα χαρτιά πήραμε το μαγαζί τον Φεβρουάριο του 1986, αλλά το προηγούμενο διάστημα το δουλεύαμε εμείς. Ο Νίκος ως DJ με τον Σωτήρη Ζήση από τους Blues Wire κι εγώ ως μπάρμαν. Από το 1985 είχαμε αντικαταστήσει τις κασέτες με πικάπ. Δανειστήκαμε χρήματα για να το αγοράσουμε. Κάναμε δύο δουλειές, εγώ ηχολήπτης με μεγάλα ονόματα και ο Νίκος στη διοργάνωση συναυλιών. Κάναμε μικρές αλλαγές και θύμιζε πλέον εγγλέζικη pub. Το 95% από όσα βλέπεις μέσα στο μαγαζί τα φτιάξαμε με τα χέρια μας γιατί το λατρεύαμε, το νιώθαμε δικό μας. Φτιάξαμε μόνοι τα πατώματα, την ξύλινη επένδυση στους τοίχους, το ξύλινο μπαρ που είναι το ίδιο μέχρι σήμερα.

Χρήστος Καϊσούδης (αριστερά) και Νίκος Μοδιώτης (δεξιά)

Νίκος Μοδιώτης: Ήμασταν και οι δύο πάντα σε μπάντες. Το 1986 κάναμε με τον Σωτήρη Ζήση τους Stained Veil παράλληλα με το μαγαζί. Αλλάξαμε τελείως τη μουσική στο Λούκυ Λουκ, παίζαμε πλέον garage, όλη τη σκηνή του Μάντσεστερ, αμερικάνικη και αυστραλέζικη σκηνή, new wave, πανκ και ροκ. Όλοι οι δίσκοι ήταν εισαγωγής, διαμορφώσαμε τη μουσική της πόλης. Στην ουσία δημιουργήσαμε κάτι που δεν υπήρχε στη Θεσσαλονίκη.

Είχαμε στο μυαλό μας να κάνουμε ένα μπαρ όπως το γουστάραμε εμείς. Και να φέρουμε κοντά μας τον κόσμο με τα ίδια γούστα. Δεν σκεφτόμασταν επιχειρηματικά.

Υπήρχαν οι φυλές ανάλογα με τη μουσική. Τα ροκαμπίλια, οι πάνκηδες, οι μεταλάδες, τα φρικιά.

Χρήστος Καϊσούδης: Τον Μάιο του 1986, λίγο πριν κλείσουμε για το πρώτο καλοκαίρι, έπαιζε ο Παύλος Σιδηρόπουλος στη Σελήνη, ένα από τα καλύτερα μπαρ στη Θεσσαλονίκη. Τα live τελείωναν τότε στις 23:00 και μετά ο Σιδηρόπουλος και όλοι από τη Σπυριδούλα έρχονταν εδώ, μαζί και τα παιδιά από τους Blues Wire. Κάθονταν όλοι στο πικάπ και έπαιζαν μουσική, τζάμαραν στο πικάπ, κάθε βράδυ γινόταν πάρτι. Αυτό ανέβασε πολύ τη φήμη του μπαρ. Τότε είχε πρωτοέρθει και ο Μπονάτσος.

Πέρασε το καλοκαίρι και ανοίξαμε στις 28 Αυγούστου. Είχε αφόρητη ζέστη, όμως την πρώτη μέρα δεν έπεφτε καρφίτσα. Σκεφτήκαμε ότι δεν είχαν ανοίξει ακόμα τα άλλα νυχτερινά μαγαζιά, όμως το αδιαχώρητο επικράτησε και τη δεύτερη και την τρίτη μέρα. Και τελικά κράτησε 30 χρόνια.

Νίκος Μοδιώτης: Στο Λούκυ, όποιος ερχόταν γινόταν φίλος. Αυτό ήταν το μυστικό, δεν ήταν ένα απρόσωπο μπαρ.

Το δεύτερο μισό της δεκαετίας του '80 στην Κορομηλά γινόταν κόλαση, από τον κόσμο δεν μπορούσες να διασχίσεις τον δρόμο, περνούσες με το αυτοκίνητο και φοβόσουν να κορνάρεις. Τα μαγαζιά εκείνη την εποχή ήταν το Paramount, το Νερό που Καίει, το Τσάρλι, το Penny Lane, η ντίσκο Φιγκαρό, το Berlin, το Μπανάλ. Υπήρχαν οι φυλές ανάλογα με τη μουσική. Τα ροκαμπίλια, οι πάνκηδες, οι μεταλάδες, τα φρικιά. Υπήρχαν τρία-τέσσερα είδη μουσικής, όχι όπως σήμερα. Εκείνη την εποχή ήταν όλοι έξω, η Θεσσαλονίκη ήταν ζωντανή. Δεν υπήρχαν συνοικιακά μαγαζιά και όλοι κατέβαιναν στο κέντρο.

Χρήστος Καϊσούδης: Η Θεσσαλονίκη ήταν πάντα ένα βήμα μπροστά από την Αθήνα, εδώ γινόταν πολλά πράγματα. Υποστηρίζαμε πολύ και τα ελληνικά γκρουπ. Έρχονταν Αθηναίοι για να ηχογραφήσουν στο στούντιο του Παπάζογλου, το Αγροτικόν, στην Τούμπα και μετά περνούσαν όλοι από το μπαρ. Το 1990 ήμουν ο πρωτεργάτης του Μύλου στη Θεσσαλονίκη και ό,τι γκρουπ είχε περάσει ερχόταν από το μαγαζί. Επίσης, ο Νίκος εδώ και 30 χρόνια έχει γραφείο που διοργανώνει συναυλίες. Έστηναν τότε συναυλίες στο παλιό σινεμά Ελλήσποντος στην Αγγελάκη, που είναι σήμερα οι Μούσες.
Και ποιοι δεν πέρασαν από το Λούκυ: Wipers, Gunclub, Dubrovniks, Cramps, Creeps, Madrugada, Gardigans, Shed Seven, Ispiral Carpets, New Christ, Puressence, Green on Red, James Taylor, EMF, Godfathers, Nomads, Naked Pray, Dr Feelgood. Και από Έλληνες, Παύλος Σιδηρόπουλος, Σπυριδούλα, Βλάσης Μπονάτσος, Πυξ-Λαξ, Κατσιμιχαίοι, Αλκίνοος Ιωαννίδης, Τζίμης Πανούσης, Ξύλινα Σπαθιά, Τρύπες, Μίκρο, Μπλε, Μωρά στη Φωτιά, Mushrooms, Παπακωνσταντίνου, Παπάζογλου, Ρασούλης, Blues Wire, ακόμη και η Πάολα όταν ήταν ροκού, πολλοί ηθοποιοί. Κι επίσης σε DJ set ο Aziz κιθαρίστας των Stone Roses, οι Andy Rourke και Mike Joyce των Smiths, ο Clint Boon των Ispiral Carpets κ.ά.

Νίκος Μοδιώτης: Το 1989, οι Fuzztones έσκασαν μύτη στο μπαρ. Τρελάθηκαν, μας είπαν ότι τόσα χρόνια δεν είχαν ακούσει τέτοια μουσική. Ανέβηκαν στα σταντ, χόρευαν τα δικά τους σε στιλ sixties. Έπεσε σύρμα στην πόλη, αν και δεν υπήρχαν τότε κινητά, κι έγινε εδώ ένα τρελό πάρτι. Μια άλλη φορά ο τύπος από τους Cramps είχε σκάσει με γόβες, γούνα και τετράγωνα γυαλιά. Έχουν γίνει κουφά σκηνικά στο Λούκυ Λουκ.

Στη μεγάλη χιονόπτωση του '88 μπαίνω στο μαγαζί, ήταν χαλαρά, είχε περίπου 40 άτομα. Και παίρνω από έξω μια αγκαλιά χιόνι και αρχίζω τον χιονοπόλεμο. Έγιναν όλα λίμπα.

Χρήστος Καϊσούδης: Αρχές '90 παιζόταν στο σινεμά η ταινία Barfly του Μπουκόφσκι με τον Μίκι Ρουρκ. Ένας τύπος είχε γυρίσει από το σινεμά και ήταν πολύ επηρεασμένος, ψοφούσε για φασαρία, να τον δείρουμε. Πηγαίνει στην τουαλέτα και ξετυλίγει όλο το χαρτί υγείας και φτιάχνει τον ιστό της αράχνης. Και μου λέει, «δείρε με». Του λέω, «όχι ρε, δε θα σε δείρω, θα χαλάσω τη μαλακία που έφτιαξες και θα σε ξενερώσω». Γενικά, τις φασαρίες τις προλαβαίναμε με τα λόγια. Θυμάμαι έναν άλλο τύπο που ερχόταν και παρίστανε τον Ντε Νίρο.

Αργότερα, με τον νόμο Παπαθεμελή για το ωράριο, ερχόταν η αστυνομία και μας έκλεινε. Ένα βράδυ το μαγαζί είχε αδειάσει κι έβαζα σκυμμένος πίσω από το μπαρ τις μπίρες στο ψυγείο. Από τη διαφορά θερμοκρασίας σκάει μια μπίρα και ταυτόχρονα ακούω κάποιον να μου φωνάζει «φίλε, φίλε». Νόμιζα ότι ήταν πελάτης και σηκώνομαι με το μπουκάλι στο χέρι και του φωνάζω «τι θες ρε μαλάκα» και βλέπω έναν αστυνομικό που είχε σαστίσει.

Στη μεγάλη χιονόπτωση του '88 μπαίνω στο μαγαζί, ήταν χαλαρά, είχε περίπου 40 άτομα. Και παίρνω από έξω μια αγκαλιά χιόνι και αρχίζω τον χιονοπόλεμο. Έγιναν όλα λίμπα. Στο κλείσιμο κάθε χρονιά παίζαμε μπουγέλο, ερχόταν το νερό μέχρι το γόνατο.

Νίκος Μοδιώτης: Έχω γνωρίσει χιλιάδες κόσμο εδώ μέσα. Στα πιο άκυρα μέρη βρήκα ανθρώπους που είχαν έρθει στο μαγαζί. Είναι εκατοντάδες και τα παιδιά που δούλεψαν στο Λούκυ, με μοναδικό όρο ότι έπρεπε να το αγαπούν. Πελάτες και εργαζόμενοι παντρεύτηκαν εδώ μέσα, βγάλαμε γιατρούς και επιστήμονες που έφυγαν στο εξωτερικό. Μια πελάτισσα τη θυμάμαι έγκυο και μετά από χρόνια η κόρη της δούλεψε σερβιτόρα. Μια άλλη κοπέλα φοβόταν να πει στον πατέρα της ότι δουλεύει νύχτα και όταν εκείνος έμαθε ότι δουλεύει στο Λούκυ Λουκ, της είπε «μπράβο κόρη μου». Σ' αυτήν την μπάρα έχουν ακουμπήσει τα χέρια τους χιλιάδες άνθρωποι. Έχουν γελάσει, κλάψει, έχουν πιει κι έχουν διασκεδάσει.

Χρήστος Καϊσούδης: Θυμάμαι κάθε Σεπτέμβρη ξεχώριζαν οι πρωτοετείς φοιτητές που έρχονταν για πρώτη φορά στο μαγαζί. Είχαν ακούσει γι' αυτό και έμπαιναν με δέος και λέγαμε «ήρθαν το πρωτάκια».

Πρέπει να πούμε και ότι στις αρχές του '90, για περίπου πέντε χρόνια, το κράτησε η γυναίκα μου, Δέσποινα Χαραλαμπίδου, μαζί με τη γυναίκα του Νίκου, Τασούλα Τσιουτσιουμάκα, και μάλιστα ήταν από τις καλύτερες χρονιές. Η Δέσποινα είχε μεσολαβήσει στον Στεφανίδη για να μας δώσει το μαγαζί.

«Ο Χέμινγουεϊ και ο Μπουκόφσκι σίγουρα θα έρχονταν στο _Λούκυ_».

Μαρίνος Μεταξιώτης: Εγώ ήρθα πρώτη φορά ως πελάτης 16 χρονών, αρχές δεκαετίας του '90. Θυμάμαι σαν σήμερα ένα πανκιό που καθόταν όλη τη νύχτα σκυμμένος στο μπαρ με μαλλί κοκόρι και μπουφάν με καρφιά. Αργότερα δούλεψα ως μπάρμαν σε διάφορα μαγαζιά. Μετά το κλείσιμο όμως, ερχόμασταν όλοι στο Λούκυ Λουκ και την επόμενη μέρα δεν συζητούσαμε όσα είχαν γίνει στη δουλειά, αλλά εδώ μέσα.

Ο Μαρίνος Μεταξιώτης, στη μέση.

Πήρα το μαγαζί το 2014 με τον συνεταίρο μου, Πέτρο Κότη, του οποίου ο πατέρας ήταν επίσης παλιός θαμώνας. Τα παιδιά μου το έδωσαν επειδή γνωριζόμασταν πολλά χρόνια και με θεωρούσαν δικό τους. Μου είχε πει τότε κάποιος ότι πήρα την «Ακρόπολη των μπαρ».

Νίκος Μοδιώτης: Θα ήθελα να θυμάται ο κόσμος το Λούκυ Λουκ με αγάπη, όσα συγκινητικά γράφουν αυτές τις μέρες που έγινε γνωστό ότι θα κλείσει. Σε αυτό το μαγαζί χιλιάδες άνθρωποι έχουν περάσει τα καλύτερα τους χρόνια. Ήταν η καλύτερη ανταμοιβή μας. Ο καθένας έχει να διηγηθεί μια δική του μοναδική στιγμή, που θυμίζει τα καλύτερά του χρόνια.

Χρήστος Καϊσούδης: Ο Χέμινγουεϊ και ο Μπουκόφσκι σίγουρα θα έρχονταν στο Λούκυ. Εδώ δεν υπήρχε μίζερη νύχτα. Ούτε μέρα, γιατί φεύγαμε κάθε πρωί με γυαλιά ηλίου.

Μαρίνος Μεταξιώτης: Το μαγαζί κλείνει γιατί έκανε τον κύκλο του. Όπως ένας ποδοσφαιριστής που επιλέγει να φύγει στο απόγειο της καριέρας του, ώστε να τον θυμούνται όλοι στα καλύτερά του. Κάποια στιγμή σκέφτηκα να το μεταφέρω αλλού. Αλλά δεν γίνεται, γιατί δεν θα είναι ποτέ το ίδιο. Το Λούκυ Λουκ θα πεθάνει εδώ. Είναι η Προξένου Κορομηλά.

Νίκος Μοδιώτης: Με πήραν να μου πουν ότι κλείνει. Ήμουν σε συναυλία εκείνο το βράδυ και το χτύπημα ήταν δυνατό.

Χρήστος Καϊσούδης: Η ζωή προχωράει. Όλα γίνονται για καλό. Πάμε παρακάτω.

Δείτε παρακάτω 23 ρετρό φωτογραφίες από το Λούκυ Λουκ, που «σπάνε» κόκαλα.

Περισσότερα από το VICE

Τι Σημαίνει να Έχεις Σπουδάσει στο Πάντειο

«Ο Πατέρας μου Ήταν Τρυφερός στο Σπίτι και Στυγνός Εγκληματίας έξω» - Συναντήσαμε τον Γιο του Pablo Escobar στην Αθήνα

Τι Σημαίνει να Είσαι Agender και Νon Βinary Άτομο στην Ελλάδα του 2017;

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter , Facebook και Instagram.