FYI.

This story is over 5 years old.

Stuff

Οι «Καφετέριες Θανάτου» στο Λονδίνο Κερδίζουν Διεθνή Αναγνώριση

Κάνοντας θανατοκουβέντες με αγνώστους ενώ τρως γαρίδες.
Anna Codrea-Rado
Κείμενο Anna Codrea-Rado
12.6.14

Ένας σερβιτόρος εν ονόματι Antonio βάζει μπροστά μου ένα πιάτο με γαρίδες. Ήμουν έτοιμη να πω ότι στην πραγματικότητα είχα παραγγείλει κροκέτες, όταν η γυναίκα που καθόταν απέναντι μου-είχαμε συναντηθεί τρία λεπτά νωρίτερα-ρώτησε «Λοιπόν, εσύ τι φοβάσαι γύρω από το θάνατο;»

Απέμεινα με τις γαρίδες και του ζήτησα ένα ποτήρι κρασί. Βρισκόμουν μέσα σε μία καφετέρια θανάτου -καλά, τεχνικά ήμουν σε ένα γαλλικό εστιατόριο, το  Cafe Rouge -στο βόρειο Λονδίνο για «τσάι, κέικ και συζήτηση για το θάνατο και τη στιγμή που κάποιος πεθαίνει» σύμφωνα με το διαδικτυακό φυλλάδιο που είχα δει αναρτημένο.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ξεφύτρωσαν για πρώτη φορά στο Λονδίνο, το 2011 αλλά τον τελευταίο χρόνο οι καφετέριες θανάτου έχουν κερδίσει διεθνή δημοτικότητα, με τις εκδηλώσεις όπως η παραπάνω να αυξάνονται από 100 σε 900, σε 19 χώρες. Η ιδέα είναι αρκετά απλή: άνθρωποι συναντιούνται σε χώρους εστίασης για να μιλήσουν για το θάνατο ενώ γευματίζουν. Η ιδέα της συνάντησης εντελώς άγνωστων μεταξύ τους ανθρώπων για να μιλήσουν για βρωμερά πτώματα, τη μεταθανάτια ζωή και την ταρίχευση πάνω από ένα πιάτο μαλακόστρακων έμοιαζε εντελώς ξεκάρφωτη. Ωστόσο πήγα έτσι κι αλλιώς.

Παρόλο που όλες οι πληροφορίες για την εκδήλωση ανέφεραν ξεκάθαρα ότι δεν επρόκειτο για συμβουλευτική όσο αφορά στο πένθος, υπέθεσα ότι βρισκόμουν σε ένα χώρο για να περάσω μια μακάβρια νύχτα με ανθρώπους που θα μιλούσαν για τραγικές απώλειες πάνω από ένα πιάτο ελαφρώς ψημένων croque monsieurs. Όμως αποδείχθηκε ότι ήταν περισσότερο σαν μια διασταύρωση μεταξύ μιας λέσχης βιβλίου, μιας συνεδρίας life coaching και ενός φιλοσοφικού σαλονιού. Υπήρχαν μερικές μεσήλικες γυναίκες, οι οποίες ήθελαν να μιλήσουν για τις χρησιμότητες που έχει να πεθαίνει κανείς, μια σε κρίση μέσης ηλικίας που προσπαθούσε να καταλάβει τα πάντα και τίποτα, μια προσφάτως πενθούσα κυρία, μια συνταξιούχος νοσοκόμα, ένα περίεργο κορίτσι, μερικοί πνευματιστές και μερικοί άνθρωποι στους οποίους απλώς άρεσε να μιλούν για το θάνατο.

Δυο γυναίκες ήρθαν στο άδειο τραπέζι μου και κάθισαν. Στην αρχή ήταν πολύ άβολα. Δεδομένου ότι είμασταν όλοι αρχάριοι, ξεκινήσαμε μια ψιλοσυζήτηση, μια και τα προκαταρκτικά σε συζητήσεις που αφορούν την επικείμενη λήξη μας φαινόταν πολύ προχωρημένα. Μια από αυτές ήταν γύρω στα 30 και εργαζόταν σε μια κρατική θέση, ενώ παράλληλα έκανε μάθημα για την ψυχοθεραπεία. Η άλλη ήταν μια νεαρή φοιτήτρια τεχνών που ήταν ντυμένη με μαύρα από την κορυφή έως τα νύχια.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Αποφάσισα να βάλω το άβολο του πράγματος στην άκρη και να αγκαλιάσω την αμηχανία. Μια διπλωμένη κάρτα στο τραπέζι μας, ενημέρωνε για τους «κανόνες» της συνάντησης στη μία πλευρά-υπήρχαν μόνο δύο: σεβαστείτε τις απόψεις των άλλων και ότι ειπωθεί είναι εμπιστευτικό- και στην άλλη έδινε μια λίστα με τα προτεινόμενα θέματα συζήτησης (Τι είδους κηδεία θα θέλατε; Τι πιστεύετε ότι υπάρχει μετά θάνατο;).

Τελικά, η ‘διοργανώτρια’ ήρθε και κάθισε μαζί μας. Η δουλειά της ήταν να μας κάνει να μην αισθανόμαστε ενοχλητικοί επειδή ρωτάμε έναν εντελώς άγνωστο «Τι σημαίνει για εσάς ένας καλός θάνατος;». Αναρωτήθηκα το περιεχόμενο των συνηθισμένων συζητήσεων που έκανε σε ένα δείπνο, έξω από την εν λόγω εκδήλωση.

Ένας τύπος που φορούσε μια κίτρινα γραβάτα ήρθε στο τραπέζι μας, τη στιγμή που ξεκινήσαμε. Εργαζόταν στον τομέα της πληροφορικής και του άρεσε να πηγαίνει σε καφετέριες θανάτου επειδή ο φίλος του, του είπε όταν ήταν «διασκεδαστικά». Δεν χρειάστηκε πολύς χρόνος για να μπούμε στο κλίμα. Η συζήτηση κινήθηκε μεταξύ του εάν πιστεύαμε στη μεταθανάτια ζωή, σε «παροχή υπαρξιακών συμβουλών» και τις ηθικές επιπτώσεις του υποβοηθούμενο θανάτου. Δεν αφορούσε τόσο τον ίδιο το θάνατο. Η συνομιλία μας συνέχισε να περιστρέφεται γύρω από το νόημα της ζωής και το σκοπό μας, εάν είχαμε, στη διάρκεια της. Κάποια στιγμή, άρχισα να πανικοβάλλομαι γιατί αναρωτήθηκατε εάν το τραπέζι μας δεν τα πήγαινε καλά καθώς η Josefine, η αρχηγός της ομάδας, χτύπησε ένα από εκείνα τα κουδουνάκια που χρησιμοποιούν στις μαθήματα γιόγκα την ώρα του διαλείμματος. Είχε κιόλας τελειώσει;

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Όταν ανέβηκα ξανά πάνω, τα φώτα είχαν χαμηλώσει, οι ανεμιστήρες οροφής λειτουργούσαν και όλοι είχαν σχηματίσει έναν ελαφρώς ασταθή κύκλο στο δωμάτιο. Έπρεπε να πούμε στην ομάδα γιατί είχαμε μιλήσει. Αισθάνθηκα καλύτερα όταν άκουσα ότι και τα περισσότερα από τα άλλα τραπέζια μίλησαν για παρόμοια πράγματα με εμάς.

Ήταν μια ηλικιωμένη κυρία καθισμένη κοντά μου, η οποία έκανε παρέμβαση για το θέμα της προσωπικής ολοκλήρωσης. Μας είπε ότι ξεχνάμε πως οι άνθρωποι είναι κοινωνικά όντα και πως η πολυετές αναζήτηση μας για να «βρούμε τον εαυτό μας» με λίγο ή καθόλου σεβασμό για εκείνους που είναι γύρω μας, δεν έχει νόημα. Θεέ, ήταν σοφή. Θα ξαναπήγαινα εκεί μόνο και μόνο για να απομυζήσω τη σοφία της, για να είμαι ειλικρινής.

Μετά από μια ώρα, η Josefine συνόψισε τα πάντα με μερικές πιο σοφές λέξεις. «Το κόκκινο νήμα που ξετυλίχθηκε απόψε ήταν η ειλικρίνεια. Να είστε ειλικρινείς με τον εαυτό σας και τους άλλους προκειμένου να ζήσετε μια ζωή γεμάτη νόημα» είπε με την παχιά, γαλλική προφορά της. Ακούστηκε σαν φράση από ταινία του Jean-Pierre Jeunet film.

Κι αυτό ήταν όλο. Πήγα σπίτι νιώθοντας εκπληκτικά αισιόδοξη, εάν σκεφτεί κανείς ότι πέρασα αρκετό χρόνο μιλώντας για το θάνατο και τον υπαρξισμό.

Το επόμενο πρωί, πήγα να δω τον Jon Underwood, τον άνθρωπο που επινόησε τις καφετέριες θανάτου. Του είπα ότι σε μια από τις καφετέριες του μιλήσαμε για πολλά περισσότερα πράγματα από το θάνατο και δεν είχε πρόβλημα. «Εάν μπορούν να αντιμετωπίσουμε το θάνατο, μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα με κάθε είδους αλλαγή» είπε, από τον κήπο του στο Hackney. «Ο θάνατος εξηγεί μερικά από τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε στην κοινωνία». Ίδρυσε την καφετέρια θανάτου για αυτόν ακριβώς το λόγο: ώστε οι άνθρωποι να μπορούν να είναι πιο ανοιχτοί στο να μοιράζονται τον προβληματισμό τους για το θάνατο και όχι μετά από προσωπική εμπειρία. «Δεν πέθανε η μαμά μου ή η γάτα μου ή κάτι τέτοιο».

Μετά από μια δεκαετία εργασίας σε άλλο τομέα, ο Underwood έκανε κάτι  γύρω από το γεγονός της θνησιμότητας που τον γοητεύει. Το πρώτη καφέ θανάτου στήθηκε μέσα στο σαλόνι του σπιτιού του και η μητέρα του, εκπαιδευμένη ψυχοθεραπεύτρια ήταν επικεφαλής του εγχειρήματος. Ο Underwood έπαιζε τον σερβιτόρο.

Αυτή η πρώτη εκδήλωση είχε γραπτό μέρος, καθώς ζητούσαν από τον κόσμο να γράψει οποιοδήποτε αρνητικό συναίσθημα είχαν για το θάνατο, ενώ κορυφώθηκε με την τελετουργική καύση αυτών των κειμένων στο τζάκι του, κάτι που η μαμά του βρήκε αρκετά ανόητο. Μετά από μερικές τέτοιες εκδηλώσεις στο σπίτι, έβγαλε την ιδέα του στον έξω κόσμο.

Ο Underwood ελπίζει ότι στο μέλλον θα έχει ένα μόνιμο χώρο αφιερωμένο στη θανατοκουβέντα πασπαλισμένη με καφεΐνη. Ίσως στην είσοδο να βρίσκεται ένα άδειο φέρετρο; Ποιος ξέρει.

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter Facebook και Instagram.