«Συνταξιούχος» για Μία Μέρα στην Ελλάδα
Φωτογραφίες: Ορέστης Σεφέρογλου
σύνταξη

«Συνταξιούχος» για Μία Μέρα στην Ελλάδα

Το διαγενεακό τρολάρισμα των καιρών μας συνοψίζεται σε μόλις μία λέξη: «σύνταξη».
12.5.16

Στην ανοιχτή τηλεόραση παίζει ένα ακόμα ρεπορτάζ για τις περικοπές των συντάξεων – παρακολουθώ μηχανικά, παραδομένος στην τηλεοπτική απάθεια και την υπνωτισμένη αποχαύνωση του κουρασμένου θεατή που 'χει δει το ίδιο έργο τόσες φορές σε επανάληψη, που πλέον άγγιξε το σημείο μηδέν και δονείται συναισθηματικά όσο και τα ζόμπι στο Walking Dead. Οι «περικοπές μισθών και συντάξεων» είναι για τα ειδησεογραφικά δελτία ό,τι και το Ρετιρέ για τα καλοκαιρινά προγράμματα. Μια κυβερνητική λούπα που παίζει σε επανάληψη, με προφανή στόχο να εξαϋλωθούν κάποια στιγμή εργαζόμενοι και συνταξιούχοι και να λυθεί μια και καλή το πρόβλημα. Βέβαια, παρά τις ομολογουμένως φιλότιμες προσπάθειες όλων των κυβερνητικών σχηματισμών που βόλταραν από το Μαξίμου την τελευταία πενταετία να εξολοθρεύσουν τόσο τους νέους όσο και την τρίτη ηλικία, εκείνοι αντιστέκονται σθεναρά στα ευγενή κυβερνητικά σχέδια και συνεχίζουν να ζουν, οι ανάλγητοι. Και να 'ταν μόνο αυτό…

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Το προσδόκιμο ζωής στη χώρα μας είναι 81,4 χρόνια, σύμφωνα με τα στοιχεία της τελευταίας έκθεσης του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), εκτίμηση που κατατάσσει την Ελλάδα στη 14η θέση μεταξύ των 34 μελών. Παρά τα δεινά, αποδεικνυόμαστε και κορακοζώητοι οι κερατάδες. Αυτό κι αν είναι πρόβλημα για τους τεχνοκράτες με τα λευκά κολάρα. Αν μάλιστα συνυπολογίσουμε το γεγονός πως η Ελλάδα κατατάσσεται στην πρώτη θέση μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ανθρώπους τρίτης ηλικίας, την ώρα που τα δημογραφικά στοιχεία της Eurostat αναφέρουν ότι έχουμε τον τρίτο χαμηλότερο δείκτη γεννήσεων με 9%, αντιλαμβάνεται κανείς ότι οι αγαπητοί εταίροι βλέπουν το μέλλον του συνταξιοδοτικού μας συστήματος ελάχιστα πιο αισιόδοξο από νουβέλα του Λάβκραφτ.

Για τις νεότερες γενιές, βέβαια, που ελέω του αναδιανεμητικού συστήματος συνεχίζουν να προσφέρουν αγόγγυστα τις εισφορές τους για να λαμβάνουν οι πατεράδες τους συντάξεις πείνας, το πολύπαθο συνταξιοδοτικό αποτελεί το πλέον σύντομο ανέκδοτο της εποχής. Οι περισσότεροι εργαζόμενοι κάτω των 40 πιστεύουν ότι υπάρχουν περισσότερες πιθανότητες να δουν μια μέρα τον Βλάντιμιρ Πούτιν να παρελαύνει σε Gay Parade στην Κόκκινη Πλατεία με strapon στο κούτελο παρά να στηθούν σε ουρά τράπεζας για να πάρουν τη σύνταξή τους στο μέλλον. Τώρα, θα πει κανείς, μα αφού οι συντάξεις ολοένα και μειώνονται από το 2010 και έπειτα, ενώ παράλληλα καταργήθηκαν η 13η και η 14η σύνταξη, πώς στο καλό αυξάνονται συνέχεια οι συνταξιοδοτικές δαπάνες, και μάλιστα σε ποσοστά που αγγίζουν το 32%; Η απάντηση είναι εξαιρετικά απλή. Αυξήθηκαν οι συνταξιούχοι. Και πλέον συμβαίνει το εξής «υπέροχο»: η ανεργία στους νέους ξεπέρασε τον περασμένο Ιούνιο το 50%, δηλαδή σχεδόν ένας στους δύο αδυνατεί να εργαστεί, άρα να δώσει εισφορές στα ταμεία, την ώρα που η ανεργία συνολικά στη χώρα έφτασε το 24,4% στην αρχή του έτους. Μιλάμε για 1,16 εκατομμύριο ανθρώπους, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία της Eurostat.

Πού να τα φέρω βόλτα; Μόνο το νοίκι είναι 300 ευρώ. Περνάς με τα υπόλοιπα 230 ένα μήνα; Αν δεν μας βοηθούσε ο γιος μας δεν θα αντέχαμε

Οπότε έχουμε και λέμε: σε μια χώρα που γεννάει ολοένα και λιγότερα παιδιά, με εκτιμήσεις να αναφέρουν πως το 2030 το 33% του πληθυσμού θα είναι άνω των 60 ετών, που σήμερα ένας στους τέσσερις δεν βρίσκει εργασία ενώ οι νέοι έως 25 ετών για να δουλέψουν πρέπει να έχουν μπάρμπα στην Κορώνη, που ψάχνουμε στα λεξικά να δούμε τι σημαίνει η λέξη ανάπτυξη, που οι σημερινοί συνταξιούχοι ξεπηδούν σαν μανιτάρια, άλλοι φεύγοντας πρόωρα μπρος στον φόβο της αύξησης των ορίων ηλικίας ή της απώλειας του εφάπαξ και άλλοι εκμεταλλευόμενοι ευνοϊκές διατάξεις, τι νόημα έχει να ρίχνουν οι νέοι εργαζόμενοι τις τσουχτερές εισφορές τους σε ένα βαρέλι χωρίς πάτο, όταν μάλιστα εργάζονται για μισθούς της πλάκας; Αυτοί θα πληρώσουν τα «ταχυδακτυλουργικά» του Κατρούγκαλου για να «κλείσει» όπως-όπως η αξιολόγηση; Αυτοί που άπαντες χαρακτηρίζουν «χαμένη γενιά»; Επίσης, μιας και το πιθανότερο είναι να μην το ζήσουν ποτέ, πώς είναι άραγε η ζωή μετά τη σύνταξη;

Με αφορμή το τελευταίο ερώτημα, αποφάσισα την περασμένη εβδομάδα να «χαρτογραφήσω», με την υποθετική ιδιότητα του συνταξιούχου, τη σημερινή πραγματικότητα στην περιοχή όπου διαμένω στο Παγκράτι. Βήμα πρώτο: πρωινό ξύπνημα. Οι ηλικιωμένοι άνθρωποι είθισται να ξεκινούν χαράματα την ημέρα τους. Πάντα αναρωτιόμουν γιατί. Μικρότερος ρωτούσα τον παππού μου: «Μα καλά, αφού δεν δουλεύεις πια, γιατί δεν κοιμάσαι μέχρι τις 12.00;» και μου απαντούσε: «Δεν μπορώ βρε να κοιμηθώ τόσες ώρες». Πράγματι, δεν μπορούσε. Οι λόγοι γι' αυτό ποικίλλουν. Κάποιοι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι οφείλεται σε μια ορμόνη που επηρεάζει το βιολογικό ρολόι των ηλικιωμένων, ενώ σημαντικό ρόλο παίζουν και τα νοσήματα ψυχικής υγείας όπως η κατάθλιψη, η οποία είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη στους ανθρώπους της τρίτης ηλικίας. Όπως και να 'χει, στις 7.00 είμαι στο πόδι, σκουντουφλώντας από τοίχο σε τοίχο στον δρόμο για την κουζίνα. Φτιάχνω πρωινό και βάζω να παρακολουθήσω στην τηλεόραση το ιερό τοτέμ των απανταχού συνταξιούχων, τον Γιώργο Παπαδάκη. Τα ρεπορτάζ διαδέχονται το ένα το άλλο με δραματική ένταση: νέες περικοπές, διπλές εισφορές για μισθωτούς με μπλοκάκι, αύξηση του ΦΠΑ από το 23% στο 24% στα τυποποιημένα τρόφιμα, τα εισιτήρια συγκοινωνιών, τα καύσιμα, τα κόμιστρα ταξί, τα αναλώσιμα των αγροτών, αύξηση και στα τσιγάρα, στο internet, στη συνδρομητική τηλεόραση, δεν αποκλείεται και στις απανωτές ανάσες. Σκέφτομαι να πεταχτώ για ένα μπάνιο μπας και «δροσίσω» την τηλεοπτική «λάβρα», ομως υφέρπει η πιθανότητα να καταλήξω να κλαίω στο ντους σε εμβρυακή στάση, οπότε αλλάζω ρότα, ντύνομαι στα γρήγορα και αποφασίζω να πεταχτώ μέχρι τη διοικητική υπηρεσία του ΙΚΑ για να πλατσουρίσω στα βαθιά νερά της ατέλειωτης ελληνικής γραφειοκρατίας. Μάταια. Η ουρά ξεκινά μπροστά από τη μία και μοναδική υπάλληλο και φτάνει μέχρι τον πυρήνα της γης. Ο χρόνος αναμονής μετριέται με ημερολόγιο. Αλλαγή πλάνων. Ας βιώσουμε την ευχάριστη πλευρά της ζωής μετά τη σύνταξη. Ώρα για ένα πρωινό καφεδάκι.

Οι πολιτικοί μας πρόδωσαν, τους σιχάθηκα όλους πια. Μας έκοψαν το χαμόγελο, παιδί μου. Κι όταν λείψει το χαμόγελο, σβήνει η ζωή

Κατευθύνομαι περπατώντας προς την πλατεία Μεσολογγίου και αράζω στο πρώτο καφενεδάκι που βρίσκω. Εκεί συναντώ τον κύριο Βασίλη. Συνταξιούχος ετών 66. Βγήκε στη σύνταξη το 2010, έχοντας συμπληρώσει 11.917 ένσημα. Για αρκετά χρόνια ήταν μηχανικός στο εργοστάσιο πλαστικών υλών της ΕΒΕΠΥ, όμως απ' όταν έκλεισε το εργοστάσιο, τη δεκαετία του '80, έπιασε το τιμόνι του ταξί. Η σύνταξή του σήμερα είναι, όπως μου λέει, 860 ευρώ. Πιάνουμε την κουβέντα για το ασφαλιστικό. «Εμένα επειδή θεωρούμαι χαμηλοσυνταξιούχος δεν με επηρεάζουν τα μέτρα, την ίδια σύνταξη θα παίρνω. Αλλά τι να το κάνεις, το κόστος ζωής έχει αυξηθεί τόσο που είναι αδύνατο να ζήσεις. Ξέρεις γιατί έρχομαι σε αυτό το καφενείο; Γιατί έχει 1,5 ευρώ τον ελληνικό. Παλαιότερα ζούσαμε καλά, με αξιοπρέπεια. Όταν ήμουν μηχανικός στο εργοστάσιο έφτασα να παίρνω μέχρι και 18.000 δρχ. μισθό, σε μια εποχή που οι μισθοί στο Δημόσιο ήταν 3.000 με 4.000 δρχ. Σήμερα μετράμε το κάθε ευρώ». Πίνουμε το καφεδάκι μας και συζητάμε για τους Έλληνες πολιτικούς. «Μας πρόδωσαν – εγώ είμαι ακομμάτιστος, τους σιχάθηκα όλους πια. Μας έκοψαν το χαμόγελο, παιδί μου. Κι όταν λείψει το χαμόγελο, σβήνει η ζωή».

Αποχαιρετώ τον κύριο Βασίλη και περπατώ προς το ησυχαστήριο των συνταξιούχων του κέντρου: τον Εθνικό Κήπο. Είναι πρωί και δεν έχει πολύ κόσμο. Μια όαση αστικής γαλήνης την οποία είχα καιρό να επισκεφτώ. Τριγυρίζω στα σοκάκια της χωμάτινης αθηναϊκής Εδέμ με αργόσυρτα βήματα, ώσπου φτάνω στη λίμνη. Παρατηρώ τους κυματισμούς του νερού να χτυπούν απαλά τις γκρίζες πέτρες και προς στιγμήν ξεχνώ ότι βρίσκομαι στο κέντρο της πόλης. Γύρω μου στα παγκάκια κάθονται διάσπαρτοι ηλικιωμένοι, που κι εκείνοι με τη σειρά τους απολαμβάνουν την ηρεμία του κατάφυτου τοπίου. Γύρω στις 11.00 αποφασίζω να επιστρέψω προς το Παγκράτι. Κάνω έναν μεγάλο κύκλο και καταλήγω στην πλατεία Πλυτά, στη Γούβα. Στέκομαι στο περίπτερο και κοιτάζω τα εξώφυλλα των εφημερίδων. Αγοράζω μία και κάθομαι σε ένα παγκάκι δίπλα στον 81χρονο Γιώργο Φάλαγκα, ο οποίος επίσης διαβάζει την εφημερίδα του.

Ο κύριος Γιώργος είναι συνταξιούχος οικοδόμος, μετρώντας 37 συναπτά έτη πάνω στις σκαλωσιές. Η σύνταξή του δεν ξεπερνά τα 530 ευρώ, όπως μου αποκαλύπτει. «Πού να τα φέρω βόλτα; Μόνο το νοίκι είναι 300 ευρώ. Περνάς με τα υπόλοιπα 230 ένα μήνα;» με ρωτά γουρλώνοντας τα μάτια. «Ευτυχώς παίρνει και η γυναίκα μου μια μικρή σύνταξη του ΟΓΑ, γύρω στα 300 ευρώ, και ζούμε. Τι ζούμε δηλαδή, αν δεν μας βοηθούσε ο γιος μας δεν θα αντέχαμε, λεβέντη μου». Τον ρωτώ γιατί με 37 χρόνια εργασίας και μάλιστα με βαρέα ένσημα έβγαλε τόσο μικρή σύνταξη. «Διότι τότε κάναμε 20 μεροκάματα στην οικοδομή και οι εργολάβοι μας κολλούσαν τέσσερα με πέντε, άσ' τα, δεν θέλω να τα θυμάμαι». «Η μέρα σου πώς περνά, κύριε Γιώργο;» επανέρχομαι. «Εδώ στην πλατεία κάθομαι, πιάνω κουβέντα με κανέναν άλλον συνταξιούχο και μετά σπίτι με τη γυναίκα μου βλέπουμε τηλεόραση. Αυτιά, Παπαδάκη, όλους».

Έχει φτάσει μεσημεράκι και το στομάχι διαμαρτύρεται εξόχως θορυβωδώς. Ώρα για Νόστιμη Γωνιά. Ένα μαγαζάκι πίσω από το μαραζωμένο πια κτίριο της Ελευθεροτυπίας, με καλό μαγειρευτό φαγητό. Εκεί πετυχαίνω τον Θεόδωρο και τον Αδαμάντιο να τρώνε τα γιουβαρλάκια του κυρ-Παύλου. «Τεό θα με λες», μου λέει ο πρώτος καλώντας με στο τραπέζι τους. Ο Τεό είναι συνταξιούχος και «international playboy», όπως αποκαλύπτει ο συνδαιτυμόνας και κουμπάρος του, Αδαμάντιος. Ο Τεό ρίχνει κρασί στο ποτήρι και αρχίζει να μου ξετυλίγει το κουβάρι μιας κινηματογραφικής ζωής που ξεκίνησε με ένα κερδισμένο Λαϊκό Λαχείο το μακρινό 1986 και διανθίστηκε με άγριες νύχτες στον ηλεκτρισμένο κόσμο των Βαλκανίων, με ιστορίες μπαρουτοκαπνισμένων αλόγων του ιπποδρόμου και ασφαλώς με τη φρενίτιδα της εποχής του χρηματιστηρίου.

Ο Τεό μιλά με τη ζωντάνια ξαναμμένου έφηβου, αν και έχει πατήσει τα 70. «Υπήρξα λογιστής, μετά είχα μαγαζιά στη νύχτα, μετά έγινα ταξιτζής και στο τέλος χρηματιστής», μου λέει τσουγκρίζοντας το ποτήρι. «Πέρασαν πολλά λεφτά από τα χέρια μου, αλλά τα σκόρπισα όλα. Σήμερα ζω με μια σύνταξη 700 ευρώ. Δεν ζω συνέχεια Αθήνα, όμως. Συχνά ανεβαίνω Βουλγαρία, σε μια φίλη στο Ρούσε, βόρεια, στις όχθες του Δούναβη. Εκεί με τη σύνταξη μου είμαι βασιλιάς. Καφές, φαγητό δεν κοστίζουν τίποτα». Τον ρωτώ για το λαχείο. «Είχαμε πάει στη Νέα Μάκρη με δυο φίλους να φάμε και πήραμε από κοινού ένα λαχείο. Τρεις μέρες μετά, κερδίσαμε 120 εκατομμύρια δραχμές. Από 40 ο καθένας. Μεγάλο ποσό για την εποχή». Τον ρωτώ πώς του φαίνεται σήμερα η ζωή του. «Ε, υπάρχουν χρέη, αλλά εντάξει θα ζήσουμε. Και τα μέτρα που πήραν τώρα δεν με επηρεάζουν, είμαι χαμηλοσυνταξιούχος, δεν μου κόβουν κάτι. Η δική μου σύνταξη είναι από τρία ταμεία: ΙΚΑ, ΤΕΒΕ και ΤΣΑ. Το σύνολο 700 ευρώ. Τι να μου κόψουν;» «Πότε φεύγεις για Βουλγαρία πάλι;» τον ρωτάω καθώς αποχαιρετιζόμαστε. «Σε λίγους μήνες έφυγα για πάνω!» απαντά ενθουσιασμένος.

Ένα άλλο μέρος όπου συναντάς συχνά συνταξιούχους στο Παγκράτι είναι το Παναθηναϊκό Στάδιο. Στο «πέταλο» έρχονται αρκετοί ηλικιωμένοι είτε για να περπατήσουν στον λόφο είτε για να τρέξουν. Το απόγευμα αποφασίζω να περάσω μια βόλτα – ευκαιρία μετά τον δίωρο μεσημεριανό υπνάκο και τα γιουβαρλάκια για κουβεντούλα και χαλαρό τζόκινγκ. Συναντώ τον Δημήτρη, συνταξιούχο αστυνομικό, ο οποίος δέχεται να τρέξουμε μαζί. Κάθε απόγευμα, όπως μου λέει, έρχεται στο στάδιο και τρέχει εφτά χιλιόμετρα. «Είναι μικρόβιο ο αθλητισμός, δεν μπορείς να σταματήσεις. Έρχομαι καθημερινά εδώ. Στα νιάτα μου υπήρξα σπρίντερ και συνεχίζω να αγαπώ πολύ τον στίβο».

Το πρόβλημα με τα γηρατειά είναι ότι υπάρχουν όλο και λιγότεροι άνθρωποι στους οποίους μπορείς να στηριχτείς και να μιλήσεις. Ο κόσμος που ήξερες κάποτε, χάνεται για πάντα

Ο κύριος Δημήτρης είναι 64 ετών σήμερα – η σύνταξή του πριν από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης έφτανε τα 1.600 ευρώ. Σήμερα έχει χάσει συνολικά 470 ευρώ από τις διαδοχικές περικοπές. «Αυτό που με ενοχλεί περισσότερο είναι ότι κόβουν λεφτά χωρίς αντίκρισμα,. Τόσες θυσίες και φως δεν βλέπουμε. Πολλοί άνθρωποι είχαμε κάνει έναν προγραμματισμό στη ζωή μας με βάση τα χρήματα της σύνταξής μας. Πληρώναμε δάνεια, λογαριασμούς, ένα κάρο έξοδα. Μας κατάντησαν τρελούς. Ευτυχώς στο στάδιο καθαρίζει το μυαλό μου, αλλιώς δεν θα άντεχα. Είναι βαλβίδα αποσυμπίεσης η γυμναστική». Στα πέντε χιλιόμετρα παραδίδω πνεύμα και αφήνω τον κύριο Δημήτρη να συνεχίσει μόνος την υπόλοιπη διαδρομή.

Παραβλέποντας το γεγονός ότι δεν άντεξα να ακολουθήσω έναν 64χρονο συνταξιούχο, αισθάνομαι καλά έπειτα από αυτό το χαλαρό τζόκινγκ. Στον δρόμο της επιστροφής προς το σπίτι σκέφτομαι μια κουβέντα που μου είπε ο 81χρονος κυρ-Γιώργος στην πλατεία Πλυτά. «Λεβέντη μου, το πρόβλημα με τα γηρατειά είναι ότι υπάρχουν όλο και λιγότεροι άνθρωποι στους οποίους μπορείς να στηριχτείς και να μιλήσεις. Ο κόσμος που ήξερες κάποτε, χάνεται για πάντα. Εύχομαι να μην το βιώσεις αυτό»…

Περισσότερα από το VICE

Ρωτήσαμε Δέκα Εικοσάρηδες Έλληνες σε Ποιους Χρωστάνε Χρήματα και Γιατί

Οι Άνδρες Αποκαλύπτουν τι Θεωρούν Σέξι

Δοκίμασα να Ζήσω σαν τον «Βασιλιά» Dan Bilzerian και Κατάλαβα Ποιο Είναι το Πρόβλημά του

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.