Ο Ερρίκος Λίτσης Έχει Κουραστεί Λίγο να Μιλά Μόνο για το «Σπιρτόκουτο»

«Νομίζω ότι όλοι οι ηθοποιοί έχουμε μέσα μας κομμάτια των ρόλων που ενσαρκώνουμε. Λίγο-πολύ, εμείς είμαστε, κάποιες πτυχές του εαυτού μας».

Κείμενο Παύλος Τουμπέκης; φωτογραφίες Πάνος Κέφαλος
|
23 Αύγουστος 2018, 9:01am

Αθήνα. Λίγο μετά τον Δεκαπενταύγουστο. Σχεδόν όλη η πόλη έχει εξαφανιστεί. Τα βράδια, οι άδειοι δρόμοι της θυμίζουν σκηνικό από την ταινία The Purge. Οι περισσότεροι κάτοικοί της έχουν πάει σε κάποιο νησί για τις καλοκαιρινές διακοπές, άλλοι στα χωριά τους. Εγώ και μερικοί ακόμη είμαστε οι «τελευταίοι των Μοϊκανών». Ανάμεσά τους και ο Ερρίκος Λίτσης. Του αρέσει άλλωστε η ηρεμία και, πολλές φορές, η μοναξιά.

Ο Λίτσης είναι από τους λίγους ηθοποιούς στην Ελλάδα -«και παγκοσμίως», όπως τολμά να πει ο ίδιος-, που έκαναν ντεμπούτο με τεράστια επιτυχία σε πιο προχωρημένη ηλικία από αυτήν των «ταλέντων» - στα 40φεύγα του. «Όλα ήρθαν την κατάλληλη στιγμή», θα πει ο ίδιος, που είχε δοκιμάσει να έρθει σε επαφή με τον κόσμο του κινηματογράφου και τη δεκαετία του '80, με τις βιντεοταινίες, «αλλά για καλή μου τύχη δεν ευόδωσε εκείνη η προσπάθεια». Ευρύτερα γνωστός για τον πρωταγωνιστικό ρόλο του, ως Δημήτρης, στην ταινία Σπιρτόκουτο (2002), του Γιάννη Οικονομίδη, ο Ερρίκος Λίτσης έχει συμμετάσχει μεταξύ άλλων στις ταινίες Η Ψυχή στο Στόμα (2006), Τσίου (2005), Πλατεία Αμερικής (2016), 1968 (2018), αλλά και στην τηλεόραση, σε σειρές όπως οι 10η Εντολή (2005) και Το Δέκα (2007-08), ενώ στο θέατρο, μεταξύ άλλων, έχει ερμηνεύσει έργα των Ιάκωβου Καμπανέλλη και Conor McPherson. Επίσης, έχει βραβευτεί για τις τρεις μικρού μήκους ταινίες Ο Μάριος & το Κοράκι, Κόφ’το και Hidden Life, σε φεστιβάλ κινηματογράφου.

«Βλέπεις τα σημερινά παιδιά να ανατρέφονται όπως εγώ, ο πατέρας μου και όλες οι προηγούμενες γενιές [...] παρακολουθώντας τη Βουγιουκλάκη να τρώει χαστούκι από τον Παπαμιχαήλ»

Έχουμε ραντεβού στην αυλή ενός καφέ στα Άνω Πετράλωνα, στα δικά του τα μέρη, στην Πλατεία Μερκούρη. Είναι απογευματάκι, γύρω στις 5. Το καφέ έχει μόλις ανοίξει και ο σερβιτόρος τοποθετεί τα τραπέζια και τις καρέκλες στις θέσεις τους. Είναι μια «νεκρή» περίοδος για την πρωτεύουσα, αλλά έχει τη σημασία της όταν πρόκειται να συναντήσω τον Ερρίκο Λίτση - μέσα από τις δημοφιλείς ταινίες του, Σπιρτόκουτο και Τσίου, είναι συνδεδεμένος με τον Αύγουστο στη μεγαλούπολη.

Μια από τις πρώτες του κουβέντες, ενώ έχουμε πιει μόλις δυο γουλιές καφέ, είναι για το Τσίου. «Αυτές τις μέρες, κάποιο θερινό σινεμά έπαιζε ξανά το Τσίου», λέει. «Είναι απίστευτο πόσο διαχρονική είναι αυτή η ταινία. Παραμένει επίκαιρη τόσα χρόνια μετά», σημειώνει.

«Βρίσκετε κοινά στοιχεία με την εποχή του Τσίου και του Σπιρτόκουτου;», τον ρωτώ. «Δεν έχουν αλλάξει και πολλά, δυστυχώς. Για παράδειγμα, αυτή η φωνακλάδικη φιγούρα από το Σπιρτόκουτο, υπάρχει ακόμα στα σπίτια - η ενδοοικογενειακή βία, που λέμε. Είναι πάρα πολλά χρόνια έτσι η δομή της οικογένειας», λέει κάπως απαισιόδοξα μεν, ρεαλιστικά δε.

Πρόσφατα, ο Ερρίκος Λίτσης εμφανίστηκε σε ένα σποτ καμπάνιας κατά της έμφυλης βίας, του Κέντρου Γυναικείων Ερευνών και Μελετών Διοτίμα. «Η ζωή δεν είναι σαν το σινεμά. Στην πραγματικότητα, εννιά στις δέκα γυναίκες δεν μπορούν να κάνουν skip στην έμφυλη βία», σημειώνει ο ηθοποιός στο σχετικό βίντεο. Ήταν μια καλή αφορμή για να σηκώσω το τηλέφωνο και να επικοινωνήσω μαζί του. Κάπως έτσι συναντηθήκαμε.

Νομίζω ότι όλοι οι ηθοποιοί έχουμε μέσα μας κομμάτια των ρόλων που ενσαρκώνουμε. Λίγο-πολύ, εμείς είμαστε, κάποιες πτυχές του εαυτού μας.

«Η προσπάθεια αυτή γίνεται για να ευαισθητοποιηθεί ο κόσμος, να το δει ο "αρσενικός", να πει "Ώπα ρε, είναι γελοίο να φέρεσαι έτσι", να καταλάβει ότι αυτή η συμπεριφορά είναι η ξεφτίλα της ανδρικής αξιοπρέπειας», τονίζει ο ίδιος. «Με ένα σποτ, βέβαια, αυτά τα πράγματα δεν αλλάζουν», συνεχίζει. «Βλέπεις τα σημερινά παιδιά να ανατρέφονται όπως εγώ, ο πατέρας μου και όλες οι προηγούμενες γενιές. Για παράδειγμα, όταν έχουμε μεγαλώσει -και συνεχίζουμε- παρακολουθώντας τη Βουγιουκλάκη να τρώει χαστούκι από τον Παπαμιχαήλ ή με το "χούφτωσ' τη, χούφτωσ' τη" που λέει ο Παπαγιαννόπουλος και γελάμε -έστω κι έτσι-, περνάει στην κουλτούρα μας. Τα παιδάκια, ακόμα και σήμερα, μεγαλώνουν με το σκεπτικό ότι ο άνδρας είναι ο κυρίαρχος, ότι ρίχνει και κάνα σκαμπίλι, ότι η γυναίκα τρώει και καμιά σφαλιάρα. Έτσι, ένα σποτ ή μια καμπάνια δεν αρκεί. Χρειάζεται αλλαγή των κοινωνικών δομών. Είναι σαν την καμπάνια για το τσιγάρο. Έτσι κόβεται το τσιγάρο; Επειδή μου έγραψες ότι "το κάπνισμα σκοτώνει" στο πακέτο; Όχι. Και το τσιγάρο, αντίστοιχα, είναι μια ολόκληρη κουλτούρα», λέει. «Τόσο το Σπιρτόκουτο, αλλά και η Ψυχή στο Στόμα, ξεμπροστιάζουν αυτήν τη βαρβατίλα, τον δήθεν αρσενικό. Στην ουσία, το σαρκάζουμε. Και με το σποτ της Διοτίμα, αυτό το πράγμα θέλουμε να δείξουμε. Να λειτουργήσει σαν καθρέφτης για τον "αρσενικό"», συμπληρώνει.

Άραγε, στον εαυτό του αναγνωρίζει στοιχεία του Δημήτρη από το Σπιρτόκουτο; Για παράδειγμα, βρίζει; «Με το βρισίδι, ειδικά, δεν το 'χω. Με το "φωνακλάς", ίσως. Γενικά, πάντως, νομίζω ότι όλοι οι ηθοποιοί έχουμε μέσα μας κομμάτια των ρόλων που ενσαρκώνουμε. Λίγο-πολύ, εμείς είμαστε, κάποιες πτυχές του εαυτού μας. Διότι, δεν μιμούμαστε, γινόμαστε ένας χαρακτήρας. Γίνομαι ο φωνακλάς στο Σπιρτόκουτο, γίνομαι ο ανθρωπάκος στην Ψυχή στο Στόμα», λέει.

Τον ενοχλεί μήπως που έχει ταυτιστεί με το Σπιρτόκουτο; «Όχι. Το απολαμβάνω που είμαι ακόμα αναγνωρίσιμος από τον κόσμο, λόγω του Σπιρτόκουτου. Χαίρομαι. Ο κόσμος που με συναντά και μου μιλά -τόσο η γενιά του Σπιρτόκουτου όσο και η σημερινή νεολαία, που το ανακαλύπτει στο Διαδίκτυο- αναγνωρίζουν στο πρόσωπο του Δημήτρη τον πατέρα τους, κατά μεγάλο ποσοστό. Και παρόλο που η ταινία είναι σκληρή κατά βάση, με έχουν αγαπήσει επειδή σάρκασα τον πατέρα τους, επειδή ξεμπρόστιασα αυτήν τη συμπεριφορά - κι εγώ και ο Οικονομίδης, κατ' επέκταση. "Σωστά τα έδειξες, με τους κωλογονείς μας", μου λένε», αναφέρει. «Με εκνευρίζουν, ίσως, κάποιοι σκηνοθέτες και άνθρωποι του χώρου, οι οποίοι με ταυτίζουν με αυτόν τον ρόλο. Διότι, δεν έχουν αντίληψη πόσα διαφορετικά πράγματα έχω κάνει. Αυτό δείχνει άγνοια της δουλειάς μου, αλλά ως εκεί, μην το κάνουμε θέμα», συμπληρώνει. Τον ενοχλεί, επίσης λίγο, όταν οι ερωτήσεις για το Σπιρτόκουτο μονοπωλούν το ενδιαφέρον στις συνεντεύξεις του.


ANDI: Ένα Ταξίδι Πίσω στην Αλβανία με τον Ηθοποιό Νίκο Γκέλια

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook.


Τον ρωτώ με ποια πράγματα γελάει και με ποια θυμώνει. «Όταν είμαι σε καλή κατάσταση, όλα ευχάριστα μου φαίνονται. Από εκεί και πέρα, με εκνευρίζει ως έναν βαθμό ο κόσμος που παραπονιέται για τα δύσκολα, αλλά δεν κάνει τίποτα σε προσωπικό επίπεδο για να βελτιώσει τη ζωή του. Να ακούω τον άλλον να λέει για την ακρίβεια ή για την πολιτική κατάσταση και να καταλήγει το βράδυ να βλέπει το ίδιο σίριαλ στην τηλεόραση, ξανά και ξανά. Αφού θες να αλλάξεις τη ζωή σου, κλείσε την τηλεόραση ή μην πετάξεις το χαρτί της τυρόπιτας στον δρόμο. Για μένα, όλα αυτά έχουν ένα μαγικό νήμα που τα συνδέει», τονίζει. «Τέλος πάντων. Τι να κάνουμε; Όσο μπορούμε θα τα λέμε», συνεχίζει. «Κάπου είχα διαβάσει ότι όλοι είμαστε δυστυχισμένοι, αλλά οι λιγότερο δυστυχισμένοι έχουμε καθήκον να βοηθάμε τους πιο δυστυχισμένους», συμπληρώνει. Άρα, σκέφτεται αισιόδοξα;

«Όσο υπήρχε το ΚΚΕ Εσωτερικού, είχα έναν πολιτικό χώρο από τον οποίον εκφραζόμουν. Από εκεί κι έπειτα, δεν έχω βρει κάτι. Έχω ακόμα διαύλους επικοινωνίας με την ευρύτερη Αριστερά».

«Άμα καβατζάρεις τα 60, πόσο αισιόδοξα μπορείς να σκέφτεσαι;», λέει γελώντας. «Έχω αρχίσει να βλέπω το "ταβάνι"» - αυτοσαρκάζεται πολύ συχνά στην κουβέντα. «Πέρα απ' την πλάκα, έχω καθήκον να είμαι αισιόδοξος, αλλά πόσο εύκολο είναι;», αναρωτιέται. «Για να γίνω αισιόδοξος πρέπει να δω τον κόσμο να ενεργεί πολιτικά. Τώρα, δεν ενεργούμε πολιτικά, απλώς γκρινιάζουμε. Το κλείσιμο της τηλεόρασης, που ανέφερα πιο πριν, είναι μια πολιτική πράξη. Να κάνουμε κάτι. Να βγούμε έξω και να τραγουδάμε μέχρι να σταματήσουν να μας βάζουν φόρους. Να κλείσουμε τα φώτα μέχρι να μας μειώσουν το ρεύμα. Δεν ξέρω, κάτι - πέρα από τις πατροπαράδοτες μορφές πάλης, όπως οι απεργίες ή οι πορείες».

Πίσω στην υποκριτική, τον ρωτώ αν είναι επιλεκτικός με τους ρόλους του. «Ως έναν βαθμό, πάντα είμαι. Αν δεν μου αρέσει ένας ρόλος, αν είναι κόντρα στην αισθητική μου, δεν τον κάνω. Αλλά, πάντα διαπραγματεύομαι αλλαγές και βελτιώσεις. Εξαρτάται, βέβαια, πώς είναι και τα οικονομικά», λέει χαμογελώντας με νόημα. «Ακόμη και σε μέτριες ή μικρές δουλειές όπου έχω συμμετάσχει, όμως, είμαι πάντα ευχαριστημένος με τους ρόλους μου. Από την ώρα που θα πω το "ναι", το απολαμβάνω. Επίσης, θέλω να θέλουν εμένα για έναν ρόλο. Αυτό μπορώ να το καταλάβω κάποιες φορές, αν πάω να διαπραγματευτώ τα οικονομικά. Εκεί καταλαβαίνω αν με θέλουν πραγματικά ή, απλώς, να καλύψουν μια τρύπα», σημειώνει.

Αυτές τις ημέρες, ο Ερρίκος Λίτσης βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη για το Taratsa International Film Festival, όπου είναι ένας από τα πρόσωπα της κριτικής επιτροπής στην κατηγορία Wide Lens. Από τη νέα σεζόν, αναμένεται να εμφανιστεί ξανά στο Θέατρο Επί Κολωνώ, στην παράσταση Η Λάμψη μιας Ασήμαντης Νύχτας, που συνεχίζεται για δεύτερη χρονιά. Επίσης, στα τέλη του '18-αρχές '19, αναμένεται στις κινηματογραφικές αίθουσες η νέα ταινία του Σταύρου Τσιώλη, Γυναίκες που Περάσατε από Εδώ, όπου ο Ερρίκος Λίτσης συμπρωταγωνιστεί με τον Κωνσταντίνο Τζούμα. Τέλος, περιμένουμε και την ταινία Λούγκερ, του Κώστα Χαραλάμπους, που πιθανότατα θα προβληθεί την ερχόμενη άνοιξη - «σινεμά είναι άλλωστε, δεν μπορείς να είσαι σίγουρος», λέει σχετικά με τις αναμενόμενες ημερομηνίες προβολής.

Αλήθεια, υπάρχουν ρόλοι στους οποίους στοχεύει; «Η λίστα είναι ατελείωτη, ειλικρινά», λέει. «Ειδικά στο θέατρο, το ρεπερτόριο είναι ατελείωτο - αλλά και στον κινηματογράφο. Σίγουρα, θα με ενδιέφεραν κλασικοί χαρακτήρες αρχαίων δραματουργών ή Shakespeare. Αυτά θέλουν πολλή δουλειά, δεν γίνονται εύκολα, αλλά θα μου άρεσε να κάνω Ριχάρδο, Οιδίποδα, Κρέοντα - θα ήταν και για μένα μια αναβάθμιση. Αλλά και πράγματα από το διεθνές ρεπερτόριο, όπως Chekhov. Είναι πολλά αυτά που θα ήθελα να κάνω. Δεν τελειώνει η αναζήτηση», απαντά.

«Με ενδιαφέρει ο ρόλος να έχει να κάνει με ανθρώπους που κουβαλάνε "βαρύ" βιογραφικό, ιστορία, ακόμη κι αν είναι μικρός ρόλος».

Σε μια παλιότερη συνέντευξή του, σχετικά με τους ρόλους τους οποίους υποδύεται, είχε πει ότι τον «ελκύουν τα σκοτάδια των ανθρώπων». Μου εξηγεί πως, «Όταν λέω "σκοτάδια", αναφέρομαι σε χαρακτήρες που πάσχουν. Με ενδιαφέρει ο ρόλος να κουβαλά "βαρύ" βιογραφικό, ιστορία, ακόμη κι αν είναι μικρός ρόλος. Για παράδειγμα, στην ταινία 1968, του Τάσου Μπουλμέτη, έχω έναν πολύ μικρό ρόλο: κάνω τον χαφιέ της Χούντας σε μια σκηνή. Αυτός ο χαρακτήρας, ο βαθιά πληγωμένος, ο μοναχικός, που κουβαλάει το "σκοτάδι" του και μες στην ηλιθιότητά του πιστεύει στη χούντα, με "έφτιαξε". Με ενδιαφέρει το "σκοτάδι" αυτού του χουντικού. Για μένα, ειδικά, που ήμουν αντιχουντικός, ήταν σημαντικό να δω πώς μπορεί να σκεφτόταν ένας ανθρωπάκος που χαφιέδιζε», λέει με σαφήνεια.

Δεν μου κάνει εντύπωση που ήταν αντιχουντικός. Ενδεικτικά, ο τρόπος ζωής και οι κινήσεις του -βλέπε το σποτ για τη Διοτίμα- μαρτυρούν ότι είναι άνθρωπος με σαφή πολιτικό προσανατολισμό. «Ασχολούμαι με την πολιτική. Από τα νιάτα μου, ως φοιτητής της Ανωτάτης Βιομηχανικής (σημερινό Οικονομικό Πανεπιστήμιο Πειραιά). Μια φορά, το 2004 νομίζω, είχα μπει και σ' ένα ψηφοδέλτιο βουλευτικών εκλογών, τιμής ένεκεν, της Αντικαπιταλιστικής Συμμαχίας. Όσο υπήρχε το ΚΚΕ Εσωτερικού, είχα έναν πολιτικό χώρο από τον οποίον εκφραζόμουν. Από εκεί κι έπειτα, δεν έχω βρει κάτι. Έχω ακόμα διαύλους επικοινωνίας με την ευρύτερη Αριστερά. Μιλάω με κόσμο από Αριστερές παρατάξεις, συγκρούομαι πολλές φορές, αλλά μέχρι εκεί. Δεν με ενδιαφέρει να πολιτευθώ ξανά», λέει.

Ενώ το καφέ έχει βάλει μια απαλή μουσική να παίζει, ετοιμαζόμαστε να ανέβουμε στον Λόφο Φιλοπάππου για τη συνέχιση της κουβέντας - και τη φωτογράφιση της συνέντευξης. Το μέρος αυτό άλλωστε, πολύ κοντά στο σπίτι του, είναι από τα αγαπημένα του. Τον ηρεμεί. Παλιότερα κοιμόταν κιόλας τα καλοκαίρια εκεί, κάποια βράδια. Παρεμπιπτόντως, έχει κάνει το ίδιο -να κοιμηθεί τη νύχτα- στην κεντρική πλατεία των Πετραλώνων. «Είμαι αντικομφορμιστής», λέει. Ροκάς, θα έλεγα εγώ - ίσως λόγω της μουσικής που ξέρω ότι του αρέσει. «Παλιότερα ήμουν μόνο ροκάς. Σκληρός. Τώρα ακούω ροκ, αλλά με την ευρύτερη έννοια. Δεν μπορώ να ακούσω Black Sabbath πλέον. Νομίζω έχει να κάνει και με την ηλικία. Μου αρέσει, επίσης, πολύ η μπλουζ», λέει, την οποία επιλέγει σε δύσκολες καταστάσεις για να χαλαρώσει.

Όπως ανηφορίζουμε στον «κήπο του Φιλοπάππου», όπως αποκαλεί τον λόφο, μιας και συχνά μαζεύει χόρτα εκεί, βρίσκει μπροστά του πεταμένο το κουτί από έναν χυμό. «Αυτά που σου 'λεγα πριν. Για τη νοοτροπία μας. Για ποιο λόγο κάποιος να το πετάξει αυτό εδώ;», φωνάζει κάπως, θυμίζοντάς μου τον Δημήτρη από το Σπιρτόκουτο. Μετά ηρεμεί και μου λέει πως κάνει ανακύκλωση. Όλα αυτά, ενώ βλέπουμε την Αθήνα και τον Πειραιά «πιάτο». «Α, να και το Ελ Πάσο!», λέει. «Το γήπεδο της Καλλιθέας, έχω πάει», τον προλαβαίνω και πιάνουμε μια σύντομη στιχομυθία γύρω από τα ποδοσφαιρικά - δεν περιγράφω άλλο.

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

Περισσότερα από το VICE

Οι Αρχαίοι μας Πρόγονοι θα μας «Έσκιζαν» σε Διαγωνισμό Fitness

«Πολλές Γυναίκες το Κάνουν» - Ιστορίες Παράνομης Αναπαραγωγής με Φόβο τον Θάνατο

Ποιος Kακός του Σινεμά Αντιστοιχεί στο Ζώδιό σου;

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.