ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Έγκλημα

Η Ζωή και ο Περίεργος Θάνατος του Θεόδωρου Βενάρδου, του πιο Cool Ληστή της Σύγχρονης Ελλάδας

O «ληστής με τις γλαδιόλες» ήταν αγωνιστής, εκκεντρικός ή απλά άτυχος; Μιλήσαμε με συγκρατούμενούς του για να μάθουμε.

Κείμενο Τάσος Θεοφίλου
13 Φεβρουάριος 2018, 6:00am

Ο Θεόδωρος Βενάρδος έξω από το δικαστήριο. 

Στις 16 Νοεμβρίου του 1973, μια μέρα πριν από την κορύφωση της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, ο Θεόδωρος Βενάρδος πραγματοποίησε την πρώτη ένοπλη ληστεία τράπεζας στην Ελλάδα, μεταμφιεσμένος σε καθολικό ιερέα. Θα καταφέρει να αποσπάσει το ποσό των 2.375.000 δραχμών, όμως θα πέσει στα χέρια της Αστυνομίας μόλις δυο μήνες μετά, στις 22 Γενάρη του 1974. Η σύλληψή του θα γίνει έξω από ένα οπλοπωλείο της οδού Αριστείδου, από το οποίο μόλις είχε αγοράσει ένα κυνηγετικό όπλο. Μαζί του θα συλληφθεί και η Μπελίντα, η τρανσέξουαλ ερωμένη του, που μετά από εννιά ημέρες «φιλοξενίας» στη Γενική Ασφάλεια αφήνεται τελικά ελεύθερη, καθώς «αποδείχθηκε ότι όχι μόνο δεν εγνώριζε απολύτως τίποτα για την εγκληματική δραστηριότητα του Βενάρδου, αλλά ούτε καν υποψιαζόταν το παραμικρό».

O Θεόδωρος Βενάρδος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1949. Σίγουρα όχι άγνωστος στους παραβατικούς κύκλους της εποχής, η Αστυνομία έφτασε στα ίχνη του κομψευόμενου νέου, καθώς το ενδιαφέρον της προσέλκυσε ο πολυτελής βίος που διήγαγε, τις μέρες αμέσως μετά τη ληστεία. Μέσα σε αυτό το σύντομο διάστημα, θα καταλύσει σε πολυτελή ξενοδοχεία στο Σεν Μόριτς, στη Ζυρίχη, το Παρίσι, το Λονδίνο, τη Ρώμη και το Μιλάνο. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, θα ξοδέψει υπέρογκα ποσά σε νυχτερινά κέντρα, καζίνο και ιππόδρομο.

Η πρώτη απόδραση

Θα οδηγηθεί στις φυλακές Κορυδαλλού. Δεν θα είναι η πρώτη φορά που θα φυλακιστεί, αφού κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας, περίπου έναν χρόνο νωρίτερα, είχε κατηγορηθεί για την ανατίναξη της πυριτιδαποθήκης του στρατοπέδου, όμως αποφυλακίστηκε από τις στρατιωτικές φυλακές για λόγους υγείας. Στον Κορυδαλλό, την πρώτη φορά, δεν θα καθίσει παρά μόνο για τρεις μήνες, μέχρι τον Απρίλιο του 1974. Θα βρει την ευκαιρία να αποδράσει την ώρα του προαυλισμού, όταν οι κρατούμενοι παίζουν ποδόσφαιρο. Η μπάλα θα φύγει έξω από τα τείχη και ο φρουρός, όπως συνηθίζονταν, θα κάνει την εξυπηρέτηση στους δέσμιούς του και θα απομακρυνθεί για οκτώ δευτερόλεπτα από τη σκοπιά του, προκειμένου να τους την επιστρέψει. Ο χρόνος αυτός αποδείχτηκε επαρκής, για να μειωθεί ο πληθυσμός των φυλακών Κορυδαλλού κατά έναν υπόδικο. Ήταν εξάλλου εποχές που για να αποδράσει κανείς αρκούσε η αποφασιστικότητα και μια σχετικά καλή φυσική κατάσταση. Ελικόπτερα, πυροβολισμοί, ομηρίες δεσμοφυλάκων και τοποθετήσεις εκρηκτικών ήρθαν αργότερα, όταν η βιομηχανία του σωφρονισμού επένδυσε στα ατελείωτα χιλιόμετρα συρματοπλέγματος, στις κάμερες, τα φωτοκύτταρα, τους πανύψηλους τοίχους και τα ημιαυτόματα όπλα.

Το 1974, θα ληστέψει την Εθνική Τράπεζα στο Παγκράτι, κρατώντας ένα μπουκέτο με δέκα κόκκινες γλαδιόλες.

Έναν μήνα αργότερα, στις 17 Μαΐου του 1974 και ενώ η Αστυνομία δεν έχει εντοπίσει τα ίχνη του, θα ληστέψει την Εθνική Τράπεζα στο Παγκράτι, κρατώντας ένα μπουκέτο με δέκα κόκκινες γλαδιόλες, μέσα στο οποίο είχε κρυμμένη μια κοντόκανη καραμπίνα. Θα σηκώσει 550.000 δραχμές και θα κερδίσει τον χαρακτηρισμό που θα τον συνοδεύει μέχρι σήμερα: «Ο Ληστής με τις Γλαδιόλες».

Η γοητευτική πλευρά της περιπέτειας, για άλλη μια φορά, δεν θα κρατήσει παρά μονάχα για δυο μήνες, αφού θα συλληφθεί εκ νέου -μετά από την αποτυχημένη απόπειρα του να διαφύγει στην Αμερική- στις 13 Ιουλίου του ίδιου έτους.

Η δίκη του θα ξεκινήσει τον Ιούλιο του 1975, στην οποία θα καταδικαστεί σε 21 χρόνια κάθειρξης. Ο ίδιος στην απολογία του θα επικαλεστεί πολιτικά κίνητρα για τις πράξεις του και θα ισχυριστεί ότι μέρος της λείας του την προσέφερε για την αγορά όπλων, μπαρούτης, χειροβομβίδων, ασυρμάτων και ραδιοπομπών, στο πλαίσιο του αντιδικτατορικού αγώνα. Οι ισχυρισμοί του φυσικά δεν έγιναν δεκτοί από το δικαστήριο. Αντιθέτως, του αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό του μειωμένου καταλογισμού, όπως πρότεινε ο νευροψυχίατρος που τον παρακολουθούσε: Το πόρισμά του στηρίχθηκε στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος μεγάλωσε σε μη ενδεδειγμένο οικογενειακό περιβάλλον, καθώς γνώρισε δυο μητέρες και τρεις πατεράδες. Επίσης, στο γεγονός ότι ήταν αποτυχημένος στον αισθηματικό τομέα, αφού είχε χωρίσει με τη σύζυγό του.

Μαζί του θα συλληφθεί και η Μπελίντα, η τρανσέξουαλ ερωμένη του, που μετά από εννιά ημέρες «φιλοξενίας» στη Γενική Ασφάλεια αφήνεται τελικά ελεύθερη, καθώς

Ο Θεόδωρος Βενάρδος θα περάσει τα επόμενα δέκα χρόνια της ζωής του στο ατελείωτο hangover της φυλακής: Απομονώσεις, μεταγωγές σε όλα τα σωφρονιστικά καταστήματα της χώρας, 70 σχεδόν απόπειρες αυτοκτονίας και πέντε αιτήσεις για αποφυλάκιση λόγω ανηκέστου βλάβης, που όλες απορρίπτονται. Αρκετές απόπειρες απόδρασης, μία εκ των οποίων καταλήγει στον τραυματισμό του: τα ξημερώματα της 25 Νοεμβρίου του 1982, ενώ νοσηλεύεται στο Τζάνειο, αφαιρεί ένα σίδερο από το τραπέζι του θαλάμου, σπάει την πόρτα και επιτίθεται στους αστυνομικούς φρουρούς, προκειμένου να αποδράσει. Η πρώτη σφαίρα του χωροφύλακα που επιχειρεί να αποτρέψει την απόδραση τον βρίσκει στον γλουτό και η δεύτερη στην κοιλιά. Μια ακόμη αποτυχημένη προσπάθεια.

Ενας περίεργος θάνατος

Στις 10 Ιουλίου 1984, βρίσκεται κρεμασμένος στο κελί του. Η οικογένειά του καταγγέλλει «εξώθηση σε αυτοκτονία» και ζητάει νεκροψία. Η ιατροδικαστική έκθεση, όμως, καταλήγει: «Ως συνάγεται εκ των ευρημάτων της ενεργηθείσης νεκροψίας και νεκροτομίας, ο θάνατος του εξετασθέντος ατόμου επήλθε συνεπεία απαγχονισμού».

Έκανε 70 σχεδόν απόπειρες αυτοκτονίας και πέντε αιτήσεις για αποφυλάκιση λόγω ανηκέστου βλάβης, που όλες απορρίπτονται

Ο θάνατος του Βενάρδου, στο ίδιο μοτίβο με τη ζωή του, συνοδεύεται από μια σειρά ερωτηματικών. Η προσωπικότητά του έχει σίγουρα μια γοητεία κρυμμένη πίσω από τις αντιφάσεις, όπως αυτές παρουσιάζονται στον Τύπο της εποχής. Καθόλου ξεκάθαρο δεν είναι σε όποιον καταδύεται στα αρχεία και τα ρεπορτάζ της εποχής για το αν έχουμε τελικά να κάνουμε με έναν αγωνιστή, με έναν εκκεντρικό παραβατικό ή με κάποιον που το όνειρο μιας μεγάλης ζωής μετατράπηκε σε έναν εφιάλτη από τον οποίον ποτέ δεν κατάφερε να ξεφύγει. Καθόλου ξεκάθαρο δεν είναι αν τελικά αυτοκτόνησε, αν εξωθήθηκε στην αυτοκτονία ή αν δολοφονήθηκε.

Εκτός από τον Τύπο και τα δημόσια έγγραφα της εποχής όμως, καμιά φορά υπάρχουν και οι μαρτυρίες των ανθρώπων. Μαρτυρίες που άλλοτε επαληθεύουν, άλλοτε διαψεύδουν και άλλοτε συμπληρώνουν την ιστορία, όπως αυτή αποτυπώνεται επισήμως.

Οι άνθρωποι που τον γνώρισαν

Τρεις πρώην ισοβίτες που γνώρισαν στη φυλακή αυτήν τη θρυλική, όσο και αμφιλεγόμενη προσωπικότητα της ελληνικής παρανομίας, μιλώντας στο VICE, μοιράζονται μαζί μας τις εντυπώσεις τους από τον βίο και την πολιτεία του, αλλά και τις μάλλον θολές συνθήκες θανάτου του.

Ένας αυτοκαταστροφικός κοκέτης

Ο Χρήστος Ρούσσος κάνει λόγο για έναν «κοκέτη». «Ακόμη και στις μεταγωγές του», σημειώνει, «πήγαινε σαν να πηγαίνει σε δεξίωση. Όμως από ένα σημείο και μετά, ξεκίνησε να κάνει πολύ άσχημα πράγματα στον εαυτό του. Στις φυλακές Κέρκυρας έκανε ντους στο προαύλιο, όταν έβρεχε. Άλλες φορές, ξυρίζονταν και αντί για νερό χρησιμοποιούσε το κάτουρό του. Τα έκανε αυτά, για να τον πάνε στο ψυχιατρείο του Κορυδαλλού - από εκεί ήλπιζε σε μια αποφυλάκιση λόγω ανήκεστου βλάβης. Είχε πολύ καλές σχέσεις με τους κρατούμενους και επειδή είχε οικονομική ευχέρεια, τους βοηθούσε οικονομικά. Δεν ήταν παιδί της επανάστασης, αλλά με αφορμή τον προσωπικό του αγώνα ακουγόταν και τα αιτήματα όλων των κρατουμένων. Ήταν μια ιδιαίτερη προσωπικότητα. Δεν ήθελε να αυτοκτονήσει, αλλά καθυστέρησαν οι φύλακες και δεν τον προλάβανε. Γι’ αυτό πέθανε».

«Έπινε μια χούφτα χάπια, για να κοιμηθεί το βράδυ και μια χούφτα το πρωί, για να ξυπνήσει. Εκεί, του ψιλοέβαλα χέρι. Του λέω, “από τη φυλακή δεν θα βγεις ποτέ με αυτήν την τακτική” - και τελικά δεν βγήκε» - Δημήτρης Μελέτης, συγκρατούμενος του Βενάρδου

Ο Δημήτρης Μελέτης, ο οποίος πέρασε περίπου δυο δεκαετίες της ζωής του στις ελληνικές φυλακές επίσης για ληστεία τράπεζας, θυμάται στοιχεία της προσωπικότητάς του, αλλά και τις φήμες που ακολούθησαν τον θάνατό του σχετικά με τις αιτίες του. «Τον γνώρισα στον Κορυδαλλό το 1981. Καλό παιδί, φιλότιμο, αλλά τρελαμένος, πλακωμένος στα χάπια, είχε μασήσει από τηλεόραση και εφημερίδες, γούσταρε το παιχνίδι της δημοσιότητας και δεν άντεχε τη φυλακή. Τα είπαμε εκεί, του είπα πέντε πράγματα. Τον συναντάω ξανά στην Κέρκυρα, ακόμη χειρότερα. Έπινε μια χούφτα χάπια, για να κοιμηθεί το βράδυ και μια χούφτα το πρωί, για να ξυπνήσει. Εκεί, του ψιλοέβαλα χέρι. Του λέω, “από τη φυλακή δεν θα βγεις ποτέ με αυτήν την τακτική” - και τελικά δεν βγήκε. Τώρα, εκεί τι έγινε με έναν άλλον κρατούμενο -Μοντεπλάνο τον λέγανε-, με αυτόν τι παρτίδες είχε; Ένας ρουφιάνος ήταν. Μάλλον μια ψεύτικη αυτοκτονία πήγαν να κάνουν και τον άφησε κρεμασμένο. Ακουστήκαν διάφορα και αυτός ο συγκεκριμένος κρατούμενος θα μπορούσε να ξηγηθεί έτσι από διαστροφή. Ήταν διεστραμμένος. Αλλά και αυτόν στο τέλος τον κάψανε, σε ένα λάστιχο αυτοκινήτου: Στην Αθήνα, κάπου, τον βρήκαν μισοκαμένο σε ένα λάστιχο αυτοκινήτου. Ήταν ένας τραμπούκος, άνθρωπος της υπηρεσίας, δίμετρος. Κατά περιόδους μένανε μαζί στο κελί, του έκανε τον υπηρέτη, ψόφαγε και εκείνος για δημοσιότητα.Ήταν τρελαμένος ο Βενάρδος. Έκανε ψεύτικες απόπειρες, πιστεύοντας ότι θα τον λυπηθούν και θα τον βγάλουν. Προς το τέλος, δεν ήταν ισορροπημένο το μυαλό του. Δεν είχε καλή επαφή με την πραγματικότητα, νόμιζε πως γύριζε ταινία.

Επαναστάτης ή απελπισμένος;

Όχι, δεν ήταν αυτό που λέμε επαναστάτης. Συμπαθητικό παιδί, όμως, καλών προθέσεων. Με τα χάπια, όμως, είχε ξεφύγει. Δεν ήταν άνθρωπος της υπηρεσίας. Δεν έπαιρνε μέρος σε κινητοποιήσεις μας τόσο, αλλά έκανε τον δικό του αγώνα».

Ο Βλάσης Ψοφάκης -πρώην ισοβίτης και αυτός- αφηγείται:«Τον πέτυχα πρώτη φορά στον Κορυδαλλό. Δεν του μίλησα. Τι να του έλεγα του ανθρώπου αυτού; Μόνο που τον έβλεπες, σου προκαλούσε δέος. Είχαμε μια γνωριμία εξ αποστάσεως στον Κορυδαλλό, στη Γ΄ Πτέρυγα».

«Στην τελευταία απόπειρα που έκανε στη Β΄ Πτέρυγα στον Κορυδαλλό, εμπιστεύτηκε ένα καθίκι, που αντί να του προσφέρει πρώτες βοήθειες, του κλότσησε το σκαμπό και τελείωσε ο Θόδωρος» - Βλάσης Ψοφάκης, συγκρατούμενος του Βενάρδου

«Στην Κέρκυρα, τον πετυχαίνω πάλι. Εκεί δεθήκαμε. Καταρχάς, εγώ γνώρισα έναν άνθρωπο αγωνιστή, που αγωνιζόταν για να βελτιώσει την κατάσταση και τις συνθήκες. Ήταν αγωνιστής ο Θόδωρος. Αγωνιζόταν αδιαφορώντας για την ύπαρξή του, για να βελτιώσει την κατάσταση. Ήθελε η φωνή μέσα από αυτόν να βγαίνει και προς τα έξω. Στην απομόνωση τον γνώρισα. Βάλανε εμένα και τον Θόδωρα εκεί μέσα και ήρθαμε κοντά, όσο παρέμενε εκεί, επειδή ήταν πάνω-κάτω ψυχιατρεία και τέτοια. Έκανε απόπειρες εκ του ασφαλούς. Στην τελευταία απόπειρα που έκανε στη Β΄ Πτέρυγα στον Κορυδαλλό, εμπιστεύτηκε ένα καθίκι, που αντί να του προσφέρει πρώτες βοήθειες, του κλότσησε το σκαμπό και τελείωσε ο Θόδωρος. Όμως στο τέλος, εκεί που τον είχαν φτάσει, όπως το είχαν κάνει, τον είχαν αρρωστήσει, δεν ήταν ο Θόδωρος που μπήκε…

«Τα έβαζε με όσους έπρεπε να τα βάλει. Βοηθούσε»

Κοίταξε να σου πω κάτι. Δεν στο λέω 100%, επειδή δεν ήμουν εκεί. Μπορώ, όμως, να σου το πω 90%, επειδή ήξερα τον Θόδωρα πάρα πολύ καλά. Δεν κρεμάστηκε ο Θόδωρος. Τον κρέμασαν. Προσωπική μου άποψη. Ό,τι έκανε, το έκανε εκ του ασφαλούς. Χαρτιά μάζευε να πάει στο Δαφνί και να φύγει από εκεί ελεύθερος. Για μένα, τον κρεμάσανε. Δεν κρεμάστηκε. Για να μην βγουν καινούρια φιντάνια. Επειδή ο Θόδωρος το είχε αυτό. Ήξερε γραμματάκια και βοηθούσε να βγει η φωνή των κρατουμένων προς τα έξω. Δεν τον ένοιαζε ποιος ήταν ο κρατούμενος, αρκεί να έβγαιναν πράγματα προς τα έξω. Αν ήταν ποιοτικός ο κρατούμενος, ένας λόγος παραπάνω. Τα έβαζε με όσους έπρεπε να τα βάλει. Βοηθούσε…».

Αυτός ήταν ο βίος και η πολιτεία του πρώτου ληστή τραπεζών στην Ελλάδα. Πιο συγκεκριμένα, αυτές ήταν μερικές όψεις της ζωής και του θανάτου του πρώτου μεταπολιτευτικού αστέρα της ελληνικής παρανομίας. Ενός ανθρώπου που σχεδόν δοξάστηκε -έστω και ως αντιήρωας- από τον Τύπο της εποχής, που αναφερόμενος στον θάνατό του θα σημειώσει ότι «προκαλεί πανελλήνια συγκίνηση».

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

Περισσότερα από το VICE

Πόσο Ερωτευμένος Είσαι; Το Επίσημο Ερωτικό Τεστ του VICE

Αυτοί οι Άνθρωποι μας Εξηγούν πώς Πλούτισαν Χωρίς να Δουλεύουν

Μια Φωτογραφία-Χίλιες Λέξεις για την Υπόθεση Novartis

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.