Ψυχική Υγεία

«Ένιωθα σαν Θηρίο σε Κλουβί» - Ψυχικά Ασθενής Περιγράφει τα Ελληνικά Ψυχιατρεία

Η κα Μαρία ζει τα τελευταία 43 χρόνια με διπολική διαταραχή.
17 Φεβρουάριος 2020, 10:42pm
Screen Shot 2020-02-17 at 8
Eικονογράφηση: CATHRYN VIRGINIA για το VICE US

Το σπίτι ήταν στην κορυφή ενός μικρού λόφου, μερικά χιλιόμετρα έξω από την Αθήνα. Η μέρα ήταν ζεστή και φωτεινή, και από τα παράθυρα του καθιστικού μπορούσες να δεις μικρά οικιστικά συγκροτήματα να απλώνονται διάσπαρτα περιμετρικά του λόφου.

«Όταν αγοράσαμε αυτό το σπίτι πριν από 23 χρόνια, δεν υπήρχε κανείς άλλος στη γειτονιά», θυμάται η κα Μαρία* ενώ βολεύεται στην πολυθρόνα της. Η φωνή της είναι βαριά και τα νύχια της κόκκινα και μυτερά. Ανάμεσα στα δάχτυλά της, βρίσκεται διαρκώς ένα τσιγάρο.

Η κα Μαρία ζει τα τελευταία 43 χρόνια με διπολική διαταραχή, έχει νοσηλευτεί τρεις φορές σε ψυχιατρικές κλινικές, μία δημόσια και δύο ιδιωτικές. Σε όλες πήγε με τη συναίνεσή της και σε όλες βρέθηκε δεμένη με «λουριά», όπως τα αποκαλεί. Μου ζήτησε να κρατήσω το όνομά της κρυφό.

Γεννήθηκε σε ένα μικρό χωριό του Νομού Μεσσηνίας, τη δεκαετία του '50. Ήταν το πέμπτο και τελευταίο παιδί της οικογένειας. Ο πατέρας της πέθανε όταν εκείνη ήταν μόλις δύο ετών και η μητέρα της ξεκίνησε να δουλεύει σε ξένα χωράφια για να φροντίσει τα παιδιά της. «Ήμουν πάρα πολύ φτωχό παιδί, μεγάλωσα τελείως στην τύχη και αυτός ήταν και ο λόγος που εκδηλώθηκε η αρρώστια μου», υποστηρίζει.

Η κα Μαρία μεγάλωσε στο σπίτι των θείων της, μαζί με τα συνομήλικα ξαδέρφια της. «Αν δεν υπήρχαν αυτοί, θα είχα βιώσει πολύ μεγαλύτερη εγκατάλειψη», λέει.

Στα 12 μετακόμισε σε σπίτι συγγενών της στην Καλαμάτα και σε ηλικία 14 ετών τη ζήτησαν σε γάμο.

Έμεινε με τον τότε 25χρονο άνδρα της σε έναν βίαιο γάμο για τέσσερις μήνες. Για να γλιτώσει μετακόμισε στην Αθήνα, όπου ζούσαν κι εργάζονταν ήδη τα μεγαλύτερα αδέρφια της.

Νόσησε για πρώτη φορά τον Αύγουστο του 1976, σε ηλικία 19 ετών. Εκείνη την περίοδο εργαζόταν εξαντλητικά σε μεγάλη πλεκτοβιομηχανία στον Περισσό.

Μεταφέρθηκε σε δημόσιο νοσοκομείο της Αθήνας με «γερή κρίση μανίας», όπως τη χαρακτηρίζει η ίδια. Έμεινε εκεί δύο βράδια, με τον μεγαλύτερο αδερφό της να περιμένει έξω από το δωμάτιο.

Η κα Μαρία υποστηρίζει ότι, αν και ήταν πολύ άρρωστη, θυμάται με λεπτομέρεια τις δύο νύχτες που έμεινε καθηλωμένη στο κρεβάτι της.

«Ένιωθα σαν θηρίο στο κλουβί. Εγώ, όμως, δεν μπήκα στο νοσοκομείο έτσι. Θηρίο στο κλουβί με έκαναν με τα λουριά. Να σε τραβάνε δύο-τρεις νοσοκόμοι για να σε καθηλώσουν στο κρεβάτι. Απ' ό,τι κι αν είσαι ξεσηκωμένος, θα ξεσηκωθείς δέκα φορές παραπάνω όταν σε τραβούν με βία. Και μετά σε καθηλώνουν χωρίς να σκέφτονται "Τι κάνουμε εδώ; Δένουμε έναν άνθρωπο". Σκυλί να δέσεις, θα κλάψει, θα διαμαρτυρηθεί», λέει.

Τότε της είχαν διαγνώσει «μανιοκατάθλιψη», νόσος που πλέον ορίζεται ως «διπολική διαταραχή». Η ίδια υποστηρίζει ότι από τις τρεις φορές που χρειάστηκε να νοσηλευτεί, εκείνη ήταν η χειρότερη. «Αυτή ήταν η φορά που αρρώστησα πιο άσχημα απ' όλες».

Επέστρεψε σπίτι της και για ένα διάστημα έπαιρνε βαριά αγωγή για να αντιμετωπίσει τα συμπτώματα της ασθένειας. Σύμφωνα με την αφήγηση της ίδιας, χρειάστηκε περίπου έξι μήνες για να συνέλθει πλήρως.

Τρία χρόνια αργότερα, το 1979, άνοιξε την δική της επιχείρηση με την βοήθεια της αδερφής της. «Δούλευα ώρες ατέλειωτες, γιατί είχα βάλει στοίχημα με τον εαυτό μου ότι θα κάνω κάτι, θα γίνω κάποια. Άρχισα να διαβάζω, να ψάχνομαι. Δεν ήθελα να είμαι ένα στουρνάρι, ήθελα να έχω γνώμη για τα πράγματα, να γίνω άνθρωπος με μία υπόληψη, αν μπορώ να το πω έτσι», λέει.

Η ανάγκη αυτή, όπως εξηγεί, προήλθε εν μέρει από το γεγονός ότι στην γειτονιά είχε πλέον μαθευτεί ότι νοσούσε και ο κόσμος την αντιμετώπιζε υποτιμητικά. «Περπατούσα στον δρόμο και τους άκουγα να λένε "κρίμα τόσο ωραίο κορίτσι να τρελαθεί". Με πλήγωνε πολύ που με αντιμετώπιζαν έτσι».

«Αρρώστια είναι. Το να αρρωστήσει το νεφρό μου είναι άλλο πράγμα από το να αρρωστήσει ένα κομμάτι του μυαλού μου; Δεν μπορείτε να λιθοβολείτε τους ψυχασθενείς, να τους λέτε τρελούς. Υπάρχουν άνθρωποι από πίσω, δεν είμαστε ζώα», συνεχίζει.

Η κα Μαρία νοσηλεύτηκε ξανά το 1983 λόγω υποτροπής της ασθένειά της. Αυτή τη φορά μεταφέρθηκε σε ιδιωτική κλινική, πάλι με τη συγκατάθεση της ίδιας.

«Με το που μπαίνω στην κλινική και κλείνει πίσω μου η πόρτα, με βουτάνε από τα μπράτσα να με βάλουν με τη βία στο δωμάτιο. Και όταν με βουτάνε από 'δω και από 'κει οι νοσοκόμοι τους, εγώ τι θα κάνω; Δεν θα γίνω πιο άγρια; Θα γίνω. Δεν με πιάνει κανείς με γλυκό, τρυφερό τρόπο να με πάει στο κρεβάτι, να με βάλει στο δωμάτιο», λέει.

Θυμάται να μεταφέρεται στο υπόγειο της κλινικής, όπου της έδεσαν το ένα χέρι και το ένα πόδι. Όπως και την προηγούμενη φορά, το προσωπικό την έδενε τα βράδια και την έλυνε το πρωί. Σε αυτή την περίπτωση, όμως, η οικογένειά της πλήρωνε ένα σημαντικό ποσό για κάθε βράδυ που νοσηλευτόταν εκεί.

Βγήκε από την κλινική μετά από μία εβδομάδα. Επέστρεψε αμέσως στην επιχείρησή της και συνέχισε να κάνει χειρωνακτικές δουλειές, παρότι τα χέρια της έτρεμαν από τα φάρμακα. «Γύρισα με πείσμα και επιμονή ότι εγώ θα ζήσω. Ότι δεν θα με πάρει η αρρώστια από κάτω».

Ωστόσο, όπως εξηγεί, μετά το τελευταίο επεισόδιο η κα Μαρία ανέπτυξε φόβο όχι απέναντι στη νόσο καθ' αυτή, αλλά απέναντι στη νοσηλεία και στην καθήλωση. «Σε οποιαδήποτε δυσκολία, εγώ έτρεμα ότι θα αρρωστήσω και θα με δέσουν. Όποτε δεν έβρισκα τον γιατρό τρελαινόμουν. Περνούσα έναν εφιάλτη. Τον έπαιρνα για να με καθησυχάσει ότι δεν πρόκειται να αρρωστήσω, ότι δεν πρόκειται να με δέσουν. Εγώ δεν έχω πρόβλημα με την αρρώστια, θα μπορούσα να την πάρω όπως είναι. Με τα λουριά τους έχω πρόβλημα. Μου έμειναν πληγές από τα λουριά τους».

Στην τρίτη και τελευταία μεγάλη υποτροπή, το 1993, η κα Μαρία είχε ήδη παντρευτεί και γεννήσει τον γιο της.

«Αυτή τη φορά τα λουριά ήταν τραγικά. Ήμουν αδιάθετη και φώναζα όλη τη νύχτα "ελάτε να με λύσετε" για να πάω τουαλέτα. Δεν ήρθε κανείς. Το επόμενο πρωί ήρθαν οι νοσοκόμες να με λύσουν. Βρήκαν το κρεβάτι και τα σεντόνια λερωμένα από ούρα και αίμα», θυμάται. Είχε νοσηλευτεί και αυτή τη φορά σε ιδιωτική κλινική.

Πριν από επτά χρόνια, η κα Μαρία είχε καταθέσει μήνυση στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής κατά των δύο ιδιωτικών κλινικών στις οποίες είχε νοσηλευτεί και καθηλωθεί.

Υπενθυμίζεται ότι το μέτρο της μηχανικής καθήλωσης, βάσει του N. 2716/1999, επιτρέπεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνο υπό την προϋπόθεση ότι ο ασθενής νοσηλεύεται ακούσια, δηλαδή χωρίς την συναίνεσή του. Αυτό κατ’ επέκταση σημαίνει ότι μόνο τα δημόσια νοσοκομεία είναι σε θέση να εφαρμόζουν το μέτρο της καθήλωσης, εφόσον ακούσια νοσηλεία σε ιδιωτική κλινική δεν ορίζεται από τον νόμο.

Τις αναζήτησε πρώτη φορά φέτος, για να αντιληφθεί τελικά ότι οι μηνύσεις είχαν εξαφανιστεί από το αρχείο. Η ίδια υποστηρίζει ότι χάθηκαν εσκεμμένα, είτε από την Αστυνομία είτε από την Εισαγγελία, επειδή κατήγγειλε ότι παράνομες πρακτικές εκτυλίσσονται σε δύο μεγάλες ιδιωτικές κλινικές στην Αθήνα.

Δεν αποκλείει, επίσης, το ενδεχόμενο οι αστυνομικοί στο τμήμα να θεώρησαν μη έγκυρη την μαρτυρία της, λόγω της ψυχικής της νόσου.

Από το 1993, η κα Μαρία δεν έχει νοσηλευτεί ξανά σε ψυχιατρείο. Τα τελευταία χρόνια είναι μέλος του ΚΚΕ, όπου δεν έχει αισθανθεί ποτέ ότι υφίσταται κάποιας διάκρισης λόγω της νόσου της.

Συγκεκριμένα συμμετέχει ενεργά σε δράσεις για το προσφυγικό, γιατί, όπως λέει, η φτώχεια αυτών των ανθρώπων της θυμίζει τη φτώχεια που βίωσε η ίδια ως παιδάκι. «Όταν τρέχουμε για των ανθρώπων τα δίκαια, εγώ νιώθω ότι είμαι σπίτι μου», λέει.

Στον ελεύθερο χρόνο της γράφει ποιήματα και τα ανεβάζει στο blog της. Είχε την ευγένεια να μας απαγγείλει ένα ποίημα, που είχε γράψει παλιότερα για όσους αντιμετωπίζουν κάποια ψυχική ασθένεια.

*Το όνομα έχει αλλαχθεί

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

Περισσότερα από το VICE

Ο Σύριος Ράφτης που Βρέθηκε Άδικα σε Ελληνική Φυλακή ως Διακινητής Μεταναστών

Η Έλλη Τρίγγου Θεωρεί το Μπέργκερ Υπερεκτιμημένο

Η Δίκη για τη Δυσοσμία που «Πνίγει» τη Δραπετσώνα και το Κερατσίνι

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.