Quantcast
Τα Ορυχεία της ΔΕΗ Καταπίνουν Χωριά στην Πτολεμαΐδα

Οδοιπορικό στην απέραντη και κατάμαυρη ελληνική «χώρα του λιγνίτη».

Κείμενο: Κώστας Κουκουμάκας

Λίγες εκατοντάδες μέτρα έξω από το χωριό Μαυροπηγή στην Πτολεμαΐδα, υπάρχει ένας συρμάτινος φράχτης που κόβει ξαφνικά στη μέση ένα καταπράσινο χωράφι. Αμέσως μετά τον φράχτη ξεκινά το χάος: ένα απέραντο ορυχείο λιγνίτη, το οποίο εκμεταλλεύεται η ΔΕΗ για την παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος, βαθύ ίσα με 50 μέτρα, απόκοσμο και τόσο αχανές ώστε τα φορτηγά που μεταφέρουν το πολύτιμο «κάρβουνο» να φαίνονται από εδώ πάνω σαν μικρές κουκίδες, που κινούνται στα έγκατα της γης.

Η Μαυροπηγή είναι το τελευταίο χωριό – φάντασμα, το οποίο εγκαταλείπεται αναγκαστικά από τους κατοίκους του. Αυτό συμβαίνει γιατί η ΔΕΗ πρέπει να εκμεταλλευτεί το υψηλής θερμαντικότητας κοίτασμα που βρίσκεται κάτω από τα πόδια μας. Το ίδιο έγινε με πολλά ακόμη χωριά της Πτολεμαΐδας, ήδη από τη δεκαετία του ΄70. Καρδιά (1972-76), Χαραυγή και Εξοχή (1979-1982), Κόμανος (1999-03), Κλείτος (2000-03) και πάει λέγοντας. Σε λίγο καιρό, γιγάντιοι εκσκαφείς θα καταπιούν σπίτια και αυλές, εκκλησάκια και δρόμους στη Μαυροπηγή. Θα ακολουθήσει η Ποντοκώμη. Αυτή είναι η ιστορία των οικισμών οι κάτοικοι των οποίων είχαν την ατυχία να στεριώσουν πάνω στο «κάρβουνο» με το οποίο ηλεκτροδοτείται ολόκληρη η Ελλάδα.Στο χωριό της Μαυροπηγής επικρατεί μία θλιβερή ησυχία. Στέγες και κουφώματα σπιτιών, κάγκελα και κεραμίδια έχουν είτε πουληθεί από τους ιδιοκτήτες είτε ξηλωθεί από περαστικούς κλέφτες. Τα περισσότερα κτίρια στέκουν μόνο με τα τούβλα και τα ανοίγματα των παραθύρων να χάσκουν. Μέχρι πριν λίγα χρόνια στο χωριό ζούσαν 600 άνθρωποι, όμως πλέον έχουν απομείνει γύρω στις δέκα οικογένειες, και όσοι επιστρέφουν εδώ έρχονται για να πακετάρουν τα τελευταία τους υπάρχοντα.

Με τη Μαυροπηγή συνέβη το εξής παράδοξο: Οι κάτοικοι αποζημιώθηκαν από τη ΔΕΗ για τις περιουσίες που έπρεπε να αφήσουν πίσω και με τα χρήματα οι περισσότεροι αγόρασαν διαμερίσματα και οικόπεδα στην Πτολεμαΐδα. Στο μεταξύ, η ΔΕΗ προσέφυγε κατά της δικαστικής απόφασης που αποζημίωνε τους κατοίκους, πετυχαίνοντας σε δεύτερο βαθμό τιμές απαλλοτρίωσης μειωμένες ως και 40%. Οι τελευταίοι καλούνται τώρα να επιστρέψουν χρήματα που έλαβαν για να στήσουν τη ζωή τους από την αρχή.

Ο Τάσος Εμμανουήλ, πρώην πρόεδρος του χωριού και σήμερα επικεφαλής του συλλόγου πληττομένων από τη ΔΕΗ, πιάνει το νήμα από την αρχή. «Το κοίτασμα του λιγνίτη κάτω από τα χωριά της περιοχής ήταν γνωστό ήδη από το 1900. Υπάρχουν μαρτυρίες που λένε ότι κάτοικοι άνοιγαν γαλαρίες στα ρέματα και έβγαζαν λιγνίτη, με τον οποίο θερμαίνονταν τον χειμώνα. Μάλιστα, λίγο αργότερα κάτοικοι του χωριού οργανώθηκαν επαγγελματικά γύρω από την εξόρυξη, που γινόταν βέβαια με υποτυπώδη μέσα. Η βιομηχανική εκμετάλλευση του λιγνίτη ξεκίνησε πια τη δεκαετία του ΄50, όταν εγκαταστάθηκε στην περιοχή η ΔΕΗ και απαγόρευσε οποιαδήποτε άλλη εξορυκτική δραστηριότητα» περιγράφει ο κ. Εμμανουήλ.

Τα επόμενα χρόνια οι περισσότεροι κάτοικοι της Μαυροπηγής, όπως και όλων των γειτονικών οικισμών, εργάστηκαν στη ΔΕΗ. Τις δεκαετίες '70 και ΄80 το χωριό γνώρισε τη μεγαλύτερη οικονομική και πληθυσμιακή άνθιση, ξεπερνώντας τους 1.100 κατοίκους. Τα ορυχεία της ΔΕΗ μεγάλωναν στο οροπέδιο της Πτολεμαΐδας, ωστόσο δεν είχαν πλησιάσει ακόμη το χωριό. Στις αρχές του ΄90 υπήρχε η εκτίμηση ότι η ΔΕΗ θα ανοίξει νέο ορυχείο στη Μαυροπηγή, χωρίς όμως να επηρεαστεί ο οικισμός.

«Τον Οκτώβριο του 2001 συνεργεία της ΔΕΗ, που συνοδεύονταν από ισχυρές δυνάμεις των ΜΑΤ, έφτασαν έξω από το χωριό. Μετά από τρεις ημέρες διαδηλώσεων, άρχισε τελικά η διάνοιξη του ορυχείου. Για πρώτη φορά, αυτό συνέβαινε χωρίς να έχει εγκριθεί μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων» σημειώνει ο κ. Εμαννουήλ. Από τότε βρίσκεται σε εξέλιξη ένας μακρύς δικαστικός αγώνας με πολλά σκαμπανεβάσματα, ωστόσο η εκμετάλλευση του κοιτάσματος δεν σταμάτησε ποτέ. «Από το καλοκαίρι του 2003 ως τις αρχές του 2006 το ορυχείο της Μαυροπηγής ουσιαστικά λειτουργούσε χωρίς άδεια. Η απάντηση από την τότε κυβέρνηση ήταν ότι αυτό επέβαλαν 'λόγοι εθνικού συμφέροντος' καθώς από το συγκεκριμένο ορυχείο παραγόταν το 10% της ηλεκτρικής ενέργειας της Ελλάδας'» περιγράφει ο ίδιος.

Η αναγκαστική απαλλοτρίωση και μετεγκατάσταση των κατοίκων, καθώς το ορυχείο κύκλωνε τον οικισμό, ήταν πια το ζητούμενο. Για πρώτη φορά αυτό το σενάριο εκφράστηκε από επίσημα χείλη υπευθύνων της ΔΕΗ στα τέλη του 2007, προβλέποντας μάλιστα τότε, εκτός από τη μετεγκατάσταση της Μαυροπηγής ως το 2013, και της γειτονικής Ποντοκώμης ως το 2015 (οι διαδικασίες εκεί είναι σε εξέλιξη, λίγα στάδια πριν). Εκείνη την περίοδο άρχισε να συζητείται και η οργανωμένη μετεγκατάσταση των κατοίκων σε συγκεκριμένη περιοχή εντός του Νομού Κοζάνης.

Το καλοκαίρι του 2010 η ρόδα ενός τρακτέρ έξω από τη Μαυροπηγή βυθίστηκε σε ένα μεγάλο άνοιγμα στο έδαφος. Ήταν η αρχή ενός ρήγματος, που μεγάλωνε όσο η εξορυκτική δραστηριότητα πλησίαζε το χωριό! Οι κάτοικοι ακολούθησαν το ρήγμα και διαπίστωσαν ότι είχε μήκος 3 χιλιομέτρων, φθάνοντας 800 μέτρα από τα πρώτα σπίτια. Κάποιοι εγκατέλειψαν το χωριό τρομοκρατημένοι, ενώ το σχολείο έκλεισε. Οι δραματικές εξελίξεις επιτάχυναν τις εξελίξεις, καθώς πια εκτός από την εκμετάλλευση του κοιτάσματος, απειλούνταν ζωές και περιουσίες κατοίκων, αλλά και οι ίδιοι οι εργαζόμενοι στο ορυχείο.

«Πραγματογνώμονες που ορίστηκαν από το Πρωτοδικείο εκτίμησαν την ακίνητη περιουσία, δηλαδή σπίτια, αποθήκες και οικόπεδα. Εξαιρέθηκαν υπόστεγα, οικοσκευές και εξοπλισμός που μπορούσε να μετακινηθεί. Οι αποζημιώσεις επικυρώθηκαν με δικαστική απόφαση το 2012» περιγράφει ο διευθυντής Υποστήριξης του Λιγνιτικού Κέντρου Δυτικής Μακεδονίας, Αντώνης Νίκου.

Οι κατοικίες είχαν διακριθεί σε πέντε κατηγορίες, ανάλογα με την παλαιότητα και το καθεστώς αδειοδότησης, και η τιμή κυβικού μέτρου ορίστηκε από 300 έως 600 ευρώ. Για τα οικόπεδα ορίστηκε αποζημίωση της τάξης των 60.000 ευρώ ανά στρέμμα. Εκτιμήθηκαν ως και αγροτικές καλλιέργειες, για παράδειγμα ένα ώριμο καρποφόρο δέντρο αποζημιώθηκε με 300 ευρώ, ενώ ένα μικρότερα με 30-40 ευρώ. Το συνολικό κόστος απαλλοτρίωσης για τη Μαυροπηγή έφτασε τα 95 εκ. ευρώ.

Τα χρήματα κατατέθηκαν στους δικαιούχους της Μαυροπηγής τον Ιούλιο και τον Οκτώβριο του 2013, πράγμα που σήμαινε ότι και νομικά οι περιουσίες περνούσαν πλέον στη ΔΕΗ. Άγνωστο γιατί όμως, η Επιχείρηση λίγους μήνες αργότερα επανήλθε δικαστικά, ζητώντας από το Εφετείο να ορίσει νέες τιμές αποζημιώσεων. Ανώτερα στελέχη της ΔΕΗ που μίλησαν στο VICE κατέθεσαν δύο διαφορετικές ερμηνείες: Πρώτον ότι «ήταν υποχρεωμένη η διοίκηση της ΔΕΗ να προσφύγει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο» και δεύτερον ότι αυτό συνέβη «για να επικυρωθεί η αρχική τιμή, χωρίς δηλαδή να προσβλέπει η εταιρεία σε μειωμένη καταβολή αποζημιώσεων».

Η απόφαση του Εφετείου εκδόθηκε τον περασμένο Δεκέμβριο. Δεν έχει ως σήμερα καθαρογραφεί, ωστόσο νομικές διαρροές προς τους κατοίκους και την ίδια την ΔΕΗ λένε ότι οι νέες τιμές είναι μειωμένες ως και 40% σε σχέση με τις αρχικές. Ωστόσο, οι περισσότεροι κάτοικοι έχουν ήδη ξοδέψει τα χρήματα για την αγορά νέων σπιτιών και οικοπέδων. Η τελευταία εξέλιξη σημαίνει ότι θα πρέπει να τα επιστρέψουν. «Περιμένουμε να καθαρογραφεί η απόφαση, ώστε να προσφύγουμε στον Άρειο Πάγο» λέει σήμερα ο εκπρόσωπος των πληττομένων της Μαυροπηγής κ. Εμμανουήλ.

Στο μεταξύ, πίσω από τα νομικά υπάρχουν άνθρωποι. Ο Νίκος Αγγελίδης, 44 ετών, μαζί με τη μητέρα του Αναστασία, 73 ετών, φόρτωναν τα τελευταία πράγματα του νοικοκυριού τους στο αυτοκίνητο. «Μαζεύουμε τα κομμάτια μας. Ήμασταν βασιλιάδες, με τα όμορφα σπίτια μας και τις αυλές μας. Αναγκαστήκαμε να αγοράσουμε διαμερίσματα-κλουβιά στην Πτολεμαΐδα. Η ΔΕΗ ήρθε σε εμάς, όχι το αντίστροφο. Η ΔΕΗ ήταν τελικά κατάρα για τα χωριά μας» μου είπε.

Τους ακολουθήσαμε στο κοιμητήριο του χωριού. Περιποιούνταν τάφους συγγενών τους χωρίς να γνωρίζουν τι θα συμβεί όταν το ορυχείο που πλησιάζει θα καταπιεί τα πάντα τριγύρω. Η Αναστασία Αγγελίδου κατάγεται από το γειτονικό χωριό του Κλείτους. Αυτό βρίσκεται σήμερα στο μέσον του ορυχείου, ρημαγμένο από τις αρχές της δεκαετίας του 2000. «Το ορυχείο μας ακολουθεί, και για δεύτερη φορά οι συγγενείς μου και εγώ πρέπει να γίνουμε περιβαλλοντικοί μετανάστες» είπε.

Αυτά συμβαίνουν τη στιγμή που η ελληνική κυβέρνηση επενδύει στον λιγνίτη, παρά τις κατά καιρούς διακηρύξεις για στροφή στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Τον περασμένο μήνα το Υπουργείο Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας ενέκρινε την άδεια εγκατάστασης νέας θηριώδους λιγνιτικής μονάδας στην Πτολεμαΐδα, της λεγόμενης «Πτολεμαΐδα V», με συμβατικό τίμημα 1,4 δισ. ευρώ και ισχύ 660ΜW για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Ο αρμόδιος υπουργός Παναγιώτης Λαφαζάνης τάχθηκε υπέρ της κατασκευής του έργου, δηλώνοντας ότι «με τη σύγχρονη τεχνολογία που θα χρησιμοποιηθεί, θα υπάρχουν πολύ λιγότερες αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον συγκριτικά με εκείνες που προκαλούν οι υπόλοιπες απαρχαιωμένες μονάδες στη Δυτική Μακεδονία».

«Είναι σαν ένας ηπατολόγος να χαρακτηρίζει το βερμούτ φιλικό στο συκώτι σε ασθενείς με κίρρωση επειδή περιέχει λιγότερο οινόπνευμα από το ουίσκι» σχολίασε σκωπτικά στα ΝΕΑ ο καθηγητής και πρώην πρύτανης του Πολυτεχνείου Κρήτης κ. Γιάννης Φίλης, ο οποίος χαρακτηρίζει παρωχημένη και καταστροφική την πολιτική των ορυκτών καυσίμων, έναντι των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Επιπλέον, πληθαίνουν όσοι υποστηρίζουν ότι ο λιγνίτης δεν θα μειώσει το κόστος ενέργειας ούτε θα λύσει το πρόβλημα ανεργίας στη ΒΔ Μακεδονία.

Παρ' όλα αυτά, στον καιρό της διεθνούς οικονομικής κρίσης το ρυπογόνο καύσιμο φαίνεται πως αναγκάζει τις αναπτυγμένες χώρες να επιστρέψουν στην «εποχή του λιγνίτη». Στη Γερμανία είχε εκπονηθεί πρόγραμμα που προέβλεπε την παραγωγή, ως το 2050, του 80% της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Ωστόσο, το προληπτικό κλείσιμο των πυρηνικών σταθμών από την Άνγκελα Μέρκελ, μετά την καταστροφή στη Φουκουσίμα, εκτόξευσε την παραγωγή ενέργειας από λιγνίτη, φθάνοντας το 2013 στο υψηλότερο επίπεδο από το 1990 στη Γερμανία.

Αντίστοιχη τάση φαίνεται να παρατηρείται και σε άλλες χώρες. Πρόσφατη έρευνα της Wood Mackenzie, την οποία επικαλείται ρεπορτάζ του «Βήματος», καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τη δεκαετία που διανύουμε ο λιγνίτης θα ξαναγίνει η κορυφαία πηγή ενέργειας του πλανήτη: «Το πλέον ρυπογόνο καύσιμο θα επικρατήσει όχι τόσο λόγω της αυξανόμενης χρήσης του στην Κίνα και στις άλλες αναπτυσσόμενες χώρες, όσο λόγω της διάδοσής του στις ανεπτυγμένες (...) Η παραγωγή γαιανθράκων θα αυξηθεί κατά 20% έως το 2020, εκτιμούν οι ειδικοί της Wood Mackenzie και διαβεβαιώνουν ότι έχουμε ακόμα 130 χρόνια μπροστά μας για να εκμεταλλευθούμε, όχι ασφαλώς με το αζημίωτο από πλευράς περιβάλλοντος και δημόσιας υγείας, τα αποθέματα λιγνίτη στον πλανήτη» σημειώνεται.

Οδηγούμε μέσα στο αχανές Νότιο Πεδίο της ΔΕΗ. Γύρω μας τεράστιοι εκσκαφείς σκάβουν τα σπλάχνα της γης και εκατοντάδες φορτηγά τρέχουν σαν μυρμήγκια. Στη θέση του παλιού χωριού της Χαραυγής ξεχωρίζει σήμερα μόνο η εκκλησία, με το ρολόι σταματημένο στις 3.30. Ταινιόδρομοι που μεταφέρουν κάρβουνο περνούν δίπλα από το καμπαναριό. Η Χαραυγή ήταν κεφαλοχώρι της περιοχής ως τα μέσα του ΄80, με 2.000 κατοίκους και πολλά εμπορικά καταστήματα. Σήμερα, εκτός από την εκκλησία, παραμένουν όρθια ένα σπίτι και κάτι χαλάσματα. Τριγύρω είναι το χάος.

Από το σπίτι ξεπροβάλει ένας άντρας. Ο Τζακντίπ, 45 ετών, κατάγεται από την Ινδία και είναι ο «φρουρός της Χαραυγής». Βρέθηκε εδώ το 2000 για να δουλέψει σε εργολάβο σκαπτικών έργων κι έμεινε. Κατοικεί μόνος στη μέση του πουθενά, στο σπίτι ενός ηλικιωμένου, που έφυγε πριν από λίγα χρόνια. Εργάζεται σε μια κοντινή στάνη και κάνει δουλειές του ποδαριού για να στείλει χρήματα στην οικογένειά του στην Ινδία. Κάποια στιγμή, τα φορτηγά που κινούνται μέσα στο ορυχείο σταματούν. Ο Τζακντίπ μας προειδοποιεί να φυλαχτούμε πίσω από το σπίτι και αμέσως μετά γίνεται μια εκκωφαντική έκρηξη, σε σημείο που το έδαφος είναι πετρώδες. Ο Ινδός χαμογελά και μας αποχαιρετά για να αποσυρθεί στο τέλος μιας κοπιαστικής μέρας.