Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε πριν από πέντε (ή και περισσότερα) χρόνια
Stuff

Ο «Μικρός Πόντος» στην Άκρη της Πόλης

Στην Γκορυτσά μαθαίνεις ποντιακά με το καλημέρα.

Κείμενο Αντώνης Ντινιακός
02 Νοέμβριος 2014, 10:05pm

Φωτογραφίες: Δημήτρης Μιχαλάκης

«Αντέχεις τους τόνους;», μου πετάει περιπαικτικά. Τον κοιτάζω προσπαθώντας να καταλάβω τι εννοεί. Στο βάθος, ένα τσούρμο πιτσιρικάδες ανεβοκατεβάζουν μηχανικά πελώριους μεταλλικούς αλτήρες, ενώ άλλοι παλεύουν στο ξεφτισμένο ταπί. Ο Παντελής Φιλικίδης εποπτεύει κάθε κίνηση στη μεγάλη μισοσκοτεινή σάλα - πότε, πότε σηκώνεται και δίνει αυστηρές οδηγίες.

Βαδίζουμε προς τα ενδότερα. Κάποια στιγμή μου ζητά να κάνω στην άκρη ένα «παραφουσκωμένο» δράμι κάμποσων κιλών. Μετά βίας το μετακινώ δυο - τρία εκατοστά. «Εντάξει είναι;» ρωτώ. Το πιάνει με το ένα χέρι και το μεταφέρει στην άκρη λες και σήκωσε σακκούλα σούπερ μάρκετ με χαρτιά υγείας. «Τώρα είναι εντάξει», απαντά. Για έναν άντρα που έχει ξεπεράσει τα 60 διαθέτει ασυνήθιστη δύναμη. Μου αποκαλύπτει πως είναι κάτοχος ρεκόρ Γκίνες. «Έχω ξεκολλήσει από το έδαφος 112 κιλά με το μικρό μου δαχτυλάκι», λέει. Δυσκολεύομαι να το πιστέψω -«112 κιλά είναι πολλά», ψελλίζω. Πιάνει ένα δράμι 64 κιλών και το σηκώνει «κρύος», μόνο και μόνο για να πάρω μια γεύση. Είναι πια ξεκάθαρο: Απέναντί μου στέκει ο δυνατότερος Πόντιος. Και δεν πρόκειται για ανέκδοτο.

Φωτογραφίες: Δημήτρης Μιχαλάκης

Ο Παντελής γεννήθηκε στο Καζακστάν και ήρθε στην Ελλάδα το 1997 σε ηλικία 46 ετών. Στα νιάτα του δούλευε σε ορυχεία στο Πάβλονταρ και παράλληλα ασχολιόταν με την άρση βαρών, το αρχαίο αγώνισμα «δράμι» και το μπρά-ντε-φερ. Σήμερα γυμνάζει περίπου 40 παιδιά στην περιοχή της Γκορυτσάς, στον Ασπρόπυργο. Τα περισσότερα είναι ποντιακής καταγωγής. «Έχω βγάλει 26 πρωταθλητές κόσμου», μου λέει καθώς μπαίνουμε στο παλαιοσοβιετικό γραφείο του, γεμάτο κονκάρδες και δεκάδες μετάλλια που κρέμονται σαν τσαμπιά σταφύλια στους τοίχους.

Μαζί μπαίνει και ο Παύλος Γεωργιάδης, ένας από τους αθλητές του. Ήρθε στην Ελλάδα από το Καζακστάν όταν ήταν τριών ετών. Σήμερα, στα 28 του χρόνια, είναι έξι φορές παγκόσμιος πρωταθλητής στο δράμι. «Μέσα σε 10 λεπτά μπορεί να σηκώσει 15 με 20 τόνους», μου λέει ο Παντελής. Ο Παύλος είναι πάνω από 1,90 -στην κοψιά φέρνει κομματάκι στον Ντολφ Λιούντγκρεν. Στο πιο φιλικό. Τον ρωτώ πληροφορίες για το αγώνισμα. «Ουσιαστικά εκτελείς μια συγκεκριμένη κίνηση για δέκα συνεχόμενα λεπτά - φέρνοντας το δράμι πάνω από το κεφάλι. Το όργανο ζυγίζει είτε 32 είτε 64 κιλά. Το ρεκόρ μου είναι 235 επαναλήψεις με το 32άρι και 150 με το 64άρι δράμι», μου εξηγεί. Για τον ίδιο, όπως και για δεκάδες άλλα παιδιά στην περιοχή, το δημοτικό γυμναστήριο αποτέλεσε μια διέξοδο από την κοινωνική περιθωριοποίηση και τα αρνητικά στερεότυπα που καλλιεργήθηκαν και συνόδευαν για χρόνια πολλούς νεαρούς πρόσφυγες από τη Σοβιετική Ένωση.

Η Γκορυτσά κατοικείται εξ ολοκλήρου από Πόντιους πρόσφυγες. Όπως με ενημερώνει ο αντιδήμαρχος Ασπροπύργου, Μιχάλης Ψωμιάδης, «τη δεκαετία του '60 ζούσαν στην ευρύτερη περιοχή του Ασπροπύργου περίπου 5.000 άνθρωποι. Σχεδόν όλοι ασχολούνταν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, προμηθεύοντας την Αθήνα με διαφόρων ειδών κηπευτικά και γαλακτοκομικά προϊόντα.Έκτοτε βέβαια η εικόνα της περιοχής άλλαξε ολοκληρωτικά, τόσο με την εγκατάσταση των μεγάλων βιομηχανιών, όσο και με την υποδοχή πλήθους Ελλήνων προσφύγων και μεταναστών από χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης». Τον ρωτώ πόσους κατοίκους αριθμεί σήμερα η κοινότητα. «Στην Γκορυτσά μένουν κοντά 15.000 άνθρωποι. Όλοι είναι Έλληνες του Πόντου, αν εξαιρέσεις λίγες οικογένειες».

Τριγυρίζοντας στον οικισμό το ποντιακό στοιχείο κυριαρχεί παντού. Ο Μιχάλης με οδηγεί στην ταβέρνα της Όλγας - μέσα μια παρέα ηλικιωμένων παίζει χαρτιά και πίνει μπύρες. Στη μια άκρη της μικρής αυλής μια παλιά τηλεόραση είναι συντονισμένη σε κάποιο ρωσικό δίκτυο. Ο Μιχάλης με προτρέπει να δοκιμάσω «σασλίκ», μαριναρισμένο κρέας πάνω σε μια μακρυά, μεταλλική βέργα, σα γιγαντιαίο σουβλάκι. Μου μιλά για την ανθρωπογεωγραφία της περιοχής. «Οι παλιοί κάτοικοι του Ασπροπύργου μένουν στο κέντρο. Στην Γκορυτσά, το Ψάρι, τα Άνω Φρούσα ζουν επαναπατρισθέντες Πόντιοι, ενώ στη Νέα Ζωή έχουν εγκατασταθεί Ρομά».

Ο ίδιος γεννήθηκε το 1975 στο Καζακστάν, αλλά μεγάλωσε στο Σουχούμι της Γεωργίας, κοντά στην Τιφλίδα. Τρώγοντας, μου διηγείται πως οι πρώτοι Πόντιοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή στα μέσα του '60 και σιγά σιγά ακολούθησαν και τα υπόλοιπα κύματα από τα τέλη της δεκαετίας του '80 και έως τα μέσα του '90. «Όταν πρωτοήρθαμε δεν υπήρχαν λεφτά, βοηθούσε ο ένας τον άλλον να χτίσει το σπίτι του, σήμερα του ενός, αύριο του άλλου. Έτσι μεγάλωσε η κοινότητα. Μετά όσοι βρίσκονταν εδώ καλούσαν τους συγγενείς τους που είχαν μείνει πίσω στην Σοβιετική Ένωση να έρθουν και εκείνοι. Τα πρώτα χρόνια εδώ υπήρχαν φθηνά οικόπεδα, με αρκετή υστέρηση μπορούσες να δημιουργήσεις κάτι. Τώρα τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα για τα νέα παιδιά. Πολλά αναζητούν την τύχη τους αλλού, ειδικά τα δύο-τρία τελευταία χρόνια. Όσοι μένουμε πίσω προσπαθούμε να διατηρήσουμε την επαφή με το παρελθόν μας. Γιατί αν δεν το κάνουμε είναι σα να σβήνουμε το μέλλον μας».

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.













Φωτογραφίες: Δημήτρης Μιχαλάκης

Φωτογραφίες: Δημήτρης Μιχαλάκης

Φωτογραφίες: Δημήτρης Μιχαλάκης

Φωτογραφίες: Δημήτρης Μιχαλάκης

Φωτογραφίες: Δημήτρης Μιχαλάκης

Φωτογραφίες: Δημήτρης Μιχαλάκης

Φωτογραφίες: Δημήτρης Μιχαλάκης

Φωτογραφίες: Δημήτρης Μιχαλάκης

Φωτογραφίες: Δημήτρης Μιχαλάκης

Φωτογραφίες: Δημήτρης Μιχαλάκης