Διασκέδαση

Ο Λάμπρος Φισφής Είναι για Γέλια

Μιλήσαμε με τον 33χρονο κωμικό που κατάφερε να μας μυήσει στην Ελλάδα στο stand-up comedy.
07 Νοέμβριος 2016, 9:34am

Με δυσκολία προσπαθώ εδώ και ώρα να βρω μια καλή εισαγωγή για τον Λάμπρο Φισφή, αλλά μου φαίνεται ότι τελικά δεν θα μπορέσω να αποφύγω μια αναφορά στην πρώην μου και θα πληγώσω τον εγωισμό μου. Η πρώτη εικόνα που μου έρχεται στο μυαλό όταν ακούω το όνομα Λάμπρος Φισφής είναι η πρώην μου, κάπου το 2013, να μου λέει «είσαι σαν αυτό τον αστείο τύπο τώρα», τις φορές που φορούσα τα στρογγυλά γυαλάκια μυωπίας μου, για να παρακολουθήσω φανατικά το Kάψε το Σενάριο, την εκπομπή stand-up comedy που παιζόταν στο Mega.

Τρία χρόνια αργότερα, τυχαίνει να γνωρίζομαι με «αυτόν τον αστείο τύπο» μέσω ενός ιντερνετικού επαγγελματικού προξενιού. Η πρώτη μας εξω-ιντερνετική επαφή γίνεται λίγες ημέρες αργότερα, όταν και μιλάμε τηλεφωνικά ένα απόγευμα, την ώρα που έφευγα από τη δουλειά. «Έχεις κι εσύ ωραίο επώνυμο, σαν το δικό μου. Φαντάζομαι θα πέρασες φοβερά στο σχολείο. Δεν πρέπει να έφαγες καθόλου bullying» λέει ειρωνικά από την άλλη άκρη της γραμμής ο Λάμπρος, καθώς κανονίζουμε τη συνέντευξη.

Κάμποσες ημέρες μετά, κανονίζουμε να πιούμε καφέ. Κανονικό ραντεβού, έχοντας περάσει όλα τα στάδια – μηνύματα στο Ίντερνετ, τηλέφωνο, συνάντηση από κοντά.

Τον πετυχαίνω να με περιμένει στην πλατεία Μαβίλη. Κάθεται σταυροπόδι και κοιτάζει την κίνηση στη Βασιλίσσης Σοφίας, σχεδόν ρεμβάζοντας. Του κάνω νόημα από μακριά. Με καταλαβαίνει. Σηκώνεται. Χαιρετιόμαστε. Δεν προλαβαίνουν να περάσουν τα πρώτα πέντε αναγνωριστικά λεπτά, αρχίζει να πειράζει το κινητό που έχω τοποθετήσει κοντά του για να τον ηχογραφεί.

Ο Λάμπρος Φισφής, για όσους τυχαίνει να μην τον γνωρίζουν, είναι Έλληνας κωμικός με «ειδικότητα» στο stand-up comedy. Έκανε το ντεμπούτο του στην τηλεόραση, απ' όπου έγινε ευρύτερα δημοφιλής, το 2010, ως σεναριογράφος στο σίριαλ Γενιά των 592 Ευρώ, στο Mega, ενώ δύο σεζόν αργότερα, στο ίδιο κανάλι, έκανε σουξέ με το Κάψε το Σενάριο. Αργότερα, μεταξύ των θεατρικών του δουλειών και των guest star εμφανίσεων που έκανε σε κάποια σίριαλ, τον είδαμε στο Comedy Roοm και το Big Talk του Netwix, ενώ σήμερα, παράλληλα με το Big Talk το οποίο συνεχίζεται, τον παρακολουθούμε στο Quizdom The Show στον Alpha.


Δείτε εδώ την εκπομπή Big Talk, του Νetwix.


Περεμπιπτόντως, έχει τα χρόνια του Ιησού (είναι 33) και θεωρεί πως ο Χριστός θα ήταν ωραίος τύπος. Ακόμη, είναι παντρεμένος με μια Πορτογαλίδα χορεύτρια και πατέρας μιας κόρης οκτώ μηνών.

Εν μέσω freddo espresso και συστάσεων, λοιπόν, τον ρωτώ αυθόρμητα αν με το χιούμορ «ρίχνεις» γυναίκες, μιας και αυτός θα ξέρει. «Αυτό είναι αστείο. Δεν πρόκειται να πας σε μια τύπισσα, να πεις ένα αστείο και να σου δώσει, ξέρω 'γω, τα εσώρουχά της. Προφανώς και τα δύο φύλα γουστάρουν να έχουν δίπλα τους κάποιον/α σύντροφο που θα τους κάνει να γελούν, αλλά ως εκεί».

Μιας και πλέον έχει αποκτήσει παιδί, αναρωτιέμαι πώς ήταν ο ίδιος ως παιδί/έφηβος/νέος, που γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. «Ήμουν καλό παιδί. Δεν δημιουργούσα προβλήματα ή οτιδήποτε τέτοιο. Ακόμα και οι όποιες αταξίες ή αλητείες έκανα στο σχολείο ήταν ιδιαίτερες. Είχαν concept. Δεν έκανα μια μαλακία απλώς για να την κάνω. Δεν θα πετούσα απλώς μια κιμωλία στον καθηγητή. Έκανα πιο εκλεπτυσμένα πράγματα. Για παράδειγμα, θυμάμαι, πήγαινα δημοτικό όταν είχα σπάσει το πόδι μου και, μετά από καιρό, είχε έρθει η ώρα να βγάλω τον γύψο... Ήταν στο μάθημα των θρησκευτικών και είχα οργανώσει με τους/τις συμμαθητές/τριές μου να σηκωθώ σε κάποια φάση έχοντας τις πατερίτσες και ξαφνικά να ακουστεί η φωνή του Θεού που θα λέει "Περπάτα. Μπορείς". Εγώ να λέω "δεν μπορώ" και με τα πολλά, να τα καταφέρνω - οπότε και όλη η τάξη από κάτω θα φώναζε "θαύμα, θαύμα".

»Πήγαινα ένα βήμα παραπέρα το καθετί.

»Αργότερα, στο γυμνάσιο, ξεκίνησα να καταλαβαίνω ότι μου άρεσε να κάνω τον κόσμο να γελάει. Δεν ήμουν τόσο του θεατρικού γενικά όσο του αμιγώς κωμικού στοιχείου», λέει. «Δεν πήγες σε δραματική σχολή;» ρωτώ. «Όχι», απαντά, «αν και ήθελα. Αλλά, οι γονείς μου, μου έλεγαν να κάνω κάτι σίγουρο στη ζωή μου κι έτσι σπούδασα μάρκετινγκ. Ήξερα ότι δεν θα μου χρησιμεύσει, δούλεψα παρ' όλα αυτά κάποιους μήνες πάνω σε αυτό, αλλά ήξερα ότι θα καταλήξω στο stand-up». Όπως κι έγινε.

Η πρώτη του προσπάθεια να μπει στον κόσμο του stand-up ουσιαστικά έγινε στην Ολλανδία, την οποία είχε επισκεφθεί ξανά στο παρελθόν ως φοιτητής Erasmus. Ήταν λίγο αφού είχε τελειώσει τη στρατιωτική του θητεία. «Μες στον στρατό είναι λες και προσπαθούν να σε κάνουν να μισήσεις τη χώρα σου. Με αυτά που πέρασα, έτσι ένιωσα. Οπότε, ξεμπερδεύοντας από αυτό, αποφάσισα ότι ήθελα να φύγω από εδώ για λίγο. Πήγα στο Άμστερνταμ. Εκεί υπάρχει ο θεσμός του open mic (ανοιχτό μικρόφωνο). Για πέντε λεπτά, όποιος θέλει μπορεί να ανεβεί πάνω σε μια σκηνή και να παρουσιάσει ό,τι θέλει. Αυτά είναι τα γενικά open mic, υπάρχουν όμως και τα ειδικά. Για παράδειγμα, open mic μόνο για τραγούδι ή μόνο για stand-up και πάει λέγοντας. Εγώ πήγα σε ένα γενικό. Εκεί, υπάρχει το εξής πρόβλημα: δεν ξέρεις τι έχει προηγηθεί πάνω στη σκηνή και τι ακολουθεί. Μπορεί πριν από σένα να ανέβει κάποιος στη σκηνή και να απαγγείλει ένα ποίημα σχετικό με την αυτοκτονία. Άρα, η μετάβαση είναι περίεργη», λέει ο Λάμπρος Φισφής.

«Σε τρόμαξε το γεγονός ότι έπρεπε να κάνεις χιούμορ σε διαφορετική γλώσσα;» τον ρωτώ, μιας και τα performances εκεί γίνονται στα αγγλικά. «Στην αρχή δεν έχεις συναίσθηση των πραγμάτων. Σε τρομάζουν όλα και τίποτα. Χώνεσαι και ρισκάρεις. Αργότερα κατάλαβα ότι η διαφορετική γλώσσα και η κουλτούρα με περιόριζαν. Τότε ένιωσα ένα χάσμα. Κυρίως, "την άκουσα" όταν γύρισα στην Ελλάδα σε κάποια φάση για να κάνω δυο παραστάσεις και συνειδητοποίησα πόσο ευκολότερα έπαιρνα το γέλιο του κόσμου εδώ – αν και στην Ελλάδα έχουμε ακόμα πολλά ταμπού, σε αντίθεση με τους Ολλανδούς. Έπειτα πήγα για λίγο και στην Αγγλία, όπου έκανα κάποια stand-up comedy show».

Όπως κάθε καλλιτέχνης που σέβεται τον εαυτό του, ο Λάμπρος έκανε κι άλλες δουλειές στο Άμστερνταμ για να επιβιώσει. Κυρίως έκανε καριέρα ως ξεναγός στην πόλη, με το φόρτε του να είναι οι «ειδικές» ξεναγήσεις, όπως αυτές στην πιο NSFW γειτονιά της ολλανδικής πρωτεύουσας, τη Red Light District, γνωστή για τους οίκους ανοχής, τα strip clubs και τα sex shops της. «Μπήκες ποτέ σε κάποιο από τα σπιτάκια της Red Light District;» του λέω. «Ως πελάτης, όχι. Άλλωστε όταν ήμουν στο Άμστερνταμ είχα ήδη σχέση με τη γυναίκα μου και ζούσαμε μαζί εκεί», αποκρίνεται. «Ωστόσο, έχει τύχει να με τραβήξει μια ιερόδουλη από τον δρόμο και να με βάλει με το ζόρι μέσα, ζητώντας μου να παραστήσω τον νταβατζή της για να ξεμπλέξει από έναν μεθυσμένο τουρίστα. Ο τύπος ήταν τόσο "κομμάτια" που πείστηκε ότι είμαι νταβατζής και έφυγε. Επίσης, έχω πάει μαζί με τη γυναίκα μου σε live sex show, όπου όταν οι πρωταγωνιστές ζήτησαν από τον κόσμο κάποιον, για να τους "βοηθήσει", η γυναίκα μου αποφάσισε πως εμείς έπρεπε να παίξουμε αυτό τον ρόλο. Ανεβήκαμε στη σκηνή και μας ζητήθηκε να φάμε μια μπανάνα από το αιδοίο μιας κοπέλας. Εγώ είπα αμέσως ότι είμαι αλλεργικός στις μπανάνες. Η γυναίκα μου, έφαγε».

Ενώ έχουμε αφήσει για λίγο στην άκρη τη συνέντευξη και του ζητώ διάφορα tips για ένα ταξίδι στο Άμστερνταμ που σκοπεύω να κάνω σε λίγο καιρό κι ενώ, σαν παλιός, μου δίνει τη συμβουλή -«με μέτρο τα coffee shops»-, κλείνουμε τον κύκλο των συζητήσεων για τη ζωή του στο εξωτερικό με μια ερώτηση για την Πορτογαλία. Η γυναίκα του είναι από εκεί και ο ίδιος ζει στη χώρα του Christiano Ronaldo για δυο-τρεις μήνες τον χρόνο. «Είναι μια χώρα που βρίσκεται πολύ κοντά στα standard της Ελλάδας. Κυρίως, αντιμετωπίζουν τα ίδια προβλήματα. Άρα νιώθω οικεία - άσχετα με το γεγονός ότι το παιδί μας χρωστάει συνολικά πέντε μνημόνια και στις δύο χώρες. Ωστόσο, εκεί μπορώ και γράφω τα κείμενά μου με ηρεμία και να ξεφεύγω για λίγο», δηλώνει.


Η πραγματικότητα όπως είναι, μέσα από το Newsletter του VICE Greece


Συζητώντας περί αυτοσαρκασμού, που είναι το αγαπημένο του κωμικό στοιχείο, μου λέει πως οι Έλληνες έχουν γενικά ένα θέμα με τον αυτοσαρκασμό. «Τους πειράζει λίγο». Τον ρωτώ, επίσης, γιατί αυτοσαρκάζεται σχεδόν εμμονικά με το σώμα του και αν τελικά όντως λαχανιάζει όταν τρίβει τυρί ή ασχολείται με τον αθλητισμό. «Για να ασχοληθείς σοβαρά με κάτι, πρέπει να σου αρέσει και εμένα δεν μ' αρέσει η γυμναστική. Ξέρω ότι θα ήταν κάτι καλό για την υγεία μου, αλλά όχι. Είμαι σάπιος. Πρέπει να μου πει κάποιος γιατρός ότι, αν δεν γυμναστώ, θα πεθάνω την επόμενη μέρα, για να μπω σε τέτοιο τριπάκι. Αυτοσαρκάζομαι τόσο πολύ, διότι είναι πιο εύκολο να κάνεις τον άλλον να γελάσει όταν το θύμα είσαι εσύ και όχι αυτός».

Βασικά, πιστεύω ότι έχω γεννηθεί γέρος και ανυπομονώ για τη στιγμή που θα μπορώ να είμαι ελεύθερα αυτό που θέλω. Να μπαίνω σε λεωφορείο και να σηκώνονται για να καθίσω.

«Ποιο είναι το πιο extreme πράγμα που έχεις κάνει στη ζωή σου;», τον ρωτώ. Παίρνει λίγο χρόνο να το σκεφτεί, πίνει δυο γουλιές καφέ και μου απαντά: «Extreme είναι να πάρεις μια απόφαση πριν καν συνειδητοποιήσεις τι σημαίνει. Δηλαδή, καταστάσεις που πέφτεις στα βαθιά και πρέπει να κολυμπήσεις. Για παράδειγμα, κάτι extreme που έχω κάνει είναι το σενάριο για τη Γενιά των 592 Ευρώ, που το έγραψα μέσα σε μια εβδομάδα. Βασικά, είχα στείλει ήδη κάποια σενάρια στο κανάλι και με πήραν τηλέφωνο ζητώντας μου να παγώσω για λίγο αυτά τα σενάρια και να τους δώσω κάτι άλλο, αν είχα έτοιμο. Τους είπα πως είχα ένα σχεδόν έτοιμο σενάριο -μπλόφαρα- και μέσα σε μια βδομάδα κατάφερα το ακατόρθωτο: να το γράψω. Ίσως να μην είναι το καλύτερο παράδειγμα αυτό που χρησιμοποίησα, αλλά, γενικά, αυτές οι φάσεις που λες "ναι" χωρίς να είσαι σίγουρος, είναι σίγουρα extreme. Και τώρα θα κάνω κάτι extreme. Φέτος, από τον Ιανουάριο, θα παίζω στο Θέατρο Ακροπόλ, που έχει χωρητικότητα 700 θέσεων, ενώ πρόσφατα έπαιζα σε 100άρηδες χώρους. Είναι κάτι δύσκολο να το χειριστώ, αλλά έχω πει "ναι". Είναι στάση ζωής να λες "ναι" γενικά. Μια θετική στάση ζωής».

«Άρα, είσαι αισιόδοξος;».

«Είμαι ρεαλιστικά αισιόδοξος. Ξέρεις, πιστεύω ότι όλα θα πάνε καλά με την οικογένεια, με το παιδί μου. Επίσης, πιστεύω πως η Ελλάδα, ας πούμε, θα ανακάμψει. Αλλά όχι μέσα σε δύο-τρία χρόνια. Σε 30 χρόνια».

«Είσαι εργασιομανής;».

«Ναι!» λέει ο Λάμπρος. «Αυτό, βέβαια, είναι καλό και κακό ταυτόχρονα. Από τη μία, μου βγαίνει σε καλό επειδή δουλεύοντας πολύ, φθάνω σε ένα πολύ καλό αποτέλεσμα. Από την άλλη, το κακό είναι ότι οι εργασιομανείς δύσκολα εμπιστεύονται κάποιον τρίτο για να βοηθήσει σε κάποιες από τις δουλειές τους. Άρα, πέφτει όλο πάνω τους/μου. Γενικά, όμως, πάντα πίστευα περισσότερο στη δουλειά παρά στο ταλέντο. Με τη δουλειά μπορείς να φθάσεις κάπου ψηλά, διότι βελτιώνεσαι διαρκώς. Το ταλέντο, από μόνο του, δεν θα σε κάνει –για παράδειγμα– έτοιμο κωμικό».

Του ζητώ να θυμηθεί απρόοπτα που του έχουν συμβεί on stage. Τα περισσότερα «κουλά», όπως λέει, έχουν γίνει σε μπαρ ή καφετέριες όπου έχει παίξει. Οπότε, μου διηγείται μερικά τέτοια. «Έχω παίξει πάνω σε σκαμπό. Έχει τύχει, επίσης, να παίζω και την ώρα που ξεκινάω, ο μπάρμαν να ανοίγει το μπλέντερ και να μην ακούγεται τίποτα. Έχουν τύχει μεθυσμένες παρέες ή παρέες οι οποίες δεν βρίσκονται για σένα εκεί, εκείνη τη στιγμή, αλλά έχουν έρθει για να πιουν καφέ, οπότε τους τη χαλάς και πρέπει να το διαχειριστείς αυτό. Κάθε παράσταση, πάντως, έχει τα ευτράπελά της», λέει.

«Ποια ήταν η τελευταία φορά που μέθυσες;», τον ρωτώ.

Παύση.

«Περίμενε. Έχω φθάσει στο 2003. Πρέπει να είναι ακόμα πιο πίσω», απαντά με χιούμορ. «Πέρα απ' την πλάκα, πρέπει να ήταν πριν μείνει έγκυος η γυναίκα μου. Πριν από ενάμιση χρόνο. Είχα κάνει ένα σοβαρό μεθύσι και από τότε έχω περάσει στην κατηγορία "φτερού", όπως λένε και στο μποξ. Μεθάω με ένα ουίσκι. Και είναι τέλεια αυτή η φάση, διότι είσαι φθηνός. Δεν χρειάζεσαι πολλά χρήματα για να "γίνεις"».

«Πώς σε φαντάζεσαι ως γέρο;», του λέω. «Το περιμένω πώς και πώς. Βασικά, πιστεύω ότι έχω γεννηθεί γέρος και ανυπομονώ για τη στιγμή που θα μπορώ να είμαι ελεύθερα αυτό που θέλω. Να μπαίνω σε λεωφορείο και να σηκώνονται για να καθίσω. Ή να λέω ό,τι θέλω και οι άλλοι να λένε "Ντάξει μωρέ, άσ' τον. Γέρος είναι". Ακόμα και όταν ήμουν 18-19, ένιωθα σαν 60άρης σε σώμα νέου. Νομίζω πως όταν γεράσω μπορεί να χτυπήσω και πέντε-έξι τατουάζ, επειδή δεν θα σκέφτομαι αν θα το μετανιώσω ή όχι – πόσος καιρός θα μου έχει μείνει άλλωστε; Σίγουρα, πάντως, θα συνεχίσω να κάνω κωμωδία», απαντάει.

Τα πλάνα του Λάμπρου Φισφή για τη νέα σεζόν

Έχει ξεκινήσει εδώ και μερικές ημέρες ο δεύτερος κύκλος των επεισοδίων του Big Talk για το Netwix, όπου με πετυχαίνετε μαζί με τον Δημήτρη Μακαλιά, τον Ζήση Ρούμπο, τον Γιάννη Σαρακατσάνη και τον Γιώργο Αγγελόπουλο. Ουσιαστικά συζητάμε ανούσια πράγματα όπως κάνει κάθε παρέα που σέβεται τον εαυτό της αφού έχει ξεμπερδέψει με τα σοβαρά θέματα τύπου «κρίση».

Επίσης, έρχονται στον Alpha τα νέα επεισόδια του Quizdοm The Show, που είναι μια καινούργια εμπειρία για μένα.

Κι έπειτα, τον Ιανουάριο θα με δείτε στο Δες το Θετικό, στο Θέατρο Ακροπόλ, μια παράσταση που σατιρίζει τις λεπτομέρειες της καθημερινότητάς μας. Αν διαβάζετε αυτήν τη συνέντευξη, σας παρακαλώ ελάτε, διότι, όπως είπα και πιο πάνω, έχω πάρει μεγάλο ρίσκο.

Τέλος, υπάρχει και το Φεστιβάλ Κωμωδίας που γίνεται κάθε καλοκαίρι, αλλά ουσιαστικά τρέχει όλο τον χρόνο.

Περισσότερα από το VICE

Πόσο Εύκολο Είναι να Είσαι Τρανς Άτομο στη Λάρισα και τον Βόλο;

Φωτογραφίες από το Πρώτο Vegan Festival στην Ελλάδα

Τα 21 πιο Σέξι Πράγματα στο Σεξ

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.