Συνέντευξη

Γιατί Δεν Έχουμε Έστω μια Υπολογίσιμη Ταινία Φαντασίας στο Ελληνικό Σινεμά;

«Φαντάζομαι, επειδή το θεωρούσαν αντιεμπορικό» - Μια κουβέντα με τον συγγραφέα και κριτικό κινηματογράφου Δημήτρη Κολιοδήμο.
21 Σεπτέμβριος 2018, 9:36am
Στιγμιότυπο από την ταινία Ο Δράκουλας των ΕΞαρχείων.

Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τη μέρα που, ψάχνοντας σε ένα βιβλιοπωλείο, το βλέμμα μου έπεσε σε ένα βιβλίο το οποίο έμελλε να με βάλει σε μια όμορφη διαδικασία αναζήτησης. Ο λόγος για το Η Ελλάδα Μετά τα Μεσάνυχτα: To Φανταστικό στο Ελληνικό Σινεμά (εκδόσεις Αιγόκερως) του συγγραφέα και κριτικού κινηματογράφου Δημήτρη Κολιοδήμου. Αυτό το βιβλίο των μόλις 96 σελίδων με παρακίνησε να ψάξω τις πτυχές αυτού του μικρού και παραγκωνισμένου κεφαλαίου της εγχώριας κινηματογραφικής πραγματικότητας που οι περισσότεροι αγνοούν. Οι ελληνικές ταινίες που καταπιάνονται με θεματολογία γύρω από το φανταστικό είναι πραγματικά ελάχιστες και αυτό ήταν πάντα κάτι που με στενοχωρούσε.

Γιατί δεν έχουμε κι εμείς μία έστω υπολογίσιμη σκηνή στο συγκεκριμένο είδος, όπως συμβαίνει με άλλες μεσογειακές χώρες (βλέπε Ισπανία); Τόσο δύσκολο είναι; Επιστρέφοντας πρόσφατα στο βιβλίο κατάφερα να βρω ξανά κάποιες απαντήσεις στο παραπάνω ερώτημα, ωστόσο, το γεγονός ότι μιλάμε για κυκλοφορία του 2007, μου δημιούργησε την επιθυμία να επικοινωνήσω με τον άνθρωπο πίσω από αυτό και να τον ρωτήσω, μεταξύ άλλων, αν έχουν αλλάξει έστω και λίγο τα πράγματα σήμερα, 11 χρόνια μετά την έκδοση του σπάνιου βιβλίου του.

VICE: Όταν λέμε «φανταστικό» στον κινηματογράφο, τι ακριβώς εννοούμε;
Δημήτρης Κολιοδήμος: Καταρχάς, θα πρέπει να πούμε ότι ολόκληρος ο κινηματογράφος είναι κάτι φανταστικό, κάτι που επινοήθηκε από τον σεναριογράφο και μεταφέρθηκε στην οθόνη μέσω της οπτικής του σκηνοθέτη. Εξαίρεση, φυσικά, αποτελούν τα ντοκιμαντέρ. Με τον όρο «φανταστικό» ως είδος, εννοούμε κάτι πιο ειδικό, που έχει σχέση με πράγματα που δεν είναι ορατά, υπαρκτά και τα οποία δεν μπορούμε να αντιληφθούμε εύκολα. Μιλάμε για τρόμο, επιστημονική φαντασία και κατά δεύτερο λόγο, παραμύθι.

Στο βιβλίο σας αναφέρετε ότι υπήρχε από την αρχή του ελληνικού κινηματογράφου μια έλλειψη θέλησης των εγχώριων εταιρειών παραγωγής να επενδύσουν στο φανταστικό. Γιατί πιστεύετε ότι συνέβη αυτό;
Φαντάζομαι, επειδή το θεωρούσαν αντιεμπορικό. Στην Ελλάδα, ο κινηματογράφος αναπτύχθηκε σε μια καθαρά ψυχαγωγική βάση και αυτοί που τον διαμόρφωσαν προέρχονταν σε μεγάλο βαθμό από το θέατρο. Ανέβαιναν στα θέατρα κωμωδίες ή δράματα και οι μεγαλύτερες επιτυχίες από αυτά τα έργα μεταφέρονταν αργότερα στον κινηματογράφο. Βέβαια και τα πρωτότυπα σενάρια πατούσαν επίσης σε αυτά τα είδη, επειδή ήταν δοκιμασμένα. Τόσο ο Φίνος, όσο και οι ανταγωνιστές του δεν έβλεπαν στο φανταστικό τη δυνατότητα να τραβήξει κόσμο στις αίθουσες. Δεν είναι μόνο το φανταστικό που είχε αυτήν την αντιμετώπιση στην Ελλάδα, ακόμη και η πολεμική ταινία, για παράδειγμα, δεν τράβηξε.

Οι νεότεροι σκηνοθέτες, θέλοντας να εκφραστούν, κάνουν ταινίες που έχουν κυρίως κοινωνική και δραματική θεματολογία, χωρίς να έχουν ως σκοπό να πουλήσουν, ενώ στο καθαρά εμπορικό κομμάτι βλέπουμε κωμωδίες.

Ωστόσο, αναπτύχθηκε αρκετά κατά τη διάρκεια της επταετίας της Χούντας, επειδή οι δικτάτορες παρείχαν στους παραγωγούς τα μέσα, ώστε να κάνουν τέτοιες ταινίες, που είχαν έναν προπαγανδιστικό χαρακτήρα. Αν εξαιρέσουμε τις δύο μεγάλες εταιρείες που ανταγωνίζονταν από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 μέχρι τα μέσα του ’70, οι υπόλοιποι έκαναν φτηνές και εύκολες ταινίες. Οι παλαιότερες εταιρείες, από την άλλη, δραστηριοποιήθηκαν σε εποχές που ο κόσμος δεν είχε τέτοιες αναζητήσεις.

Ως λαός, όμως, έχουμε μέσα μας το μεταφυσικό.
Ναι, στη μυθολογία και τη λαογραφία μας υπάρχουν ιστορίες, θρύλοι και δημοτικά τραγούδια τέτοιου χαρακτήρα, όμως δεν πέρασαν ποτέ στον κινηματογράφο.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’60 είδαμε κάποιες προσπάθειες γύρω από το φανταστικό, αλλά κυρίως μέσω μιας κωμικής προσέγγισης, σωστά;
Ναι. Στην ουσία δεν ήταν ακριβώς φανταστικό. Αν δει κανείς σήμερα το Ο Όρκος του Νεκρού Αδερφού ή το Δράκουλας και ΣΙΑ με τον Χατζηχρήστο, καταλαβαίνει πως δεν είναι ταινίες του είδους. Το πρώτο, ας πούμε, είναι μια ταινία φουστανέλας, λίγο πιο επιτηδευμένη. Μάλιστα, θεωρώ ότι το όνομα του σκηνοθέτη της είναι ψευδώνυμο, μιας και δεν το είδαμε ποτέ ξανά. Ο Δράκουλας, από την άλλη, είναι κωμωδία. Έχει κάποια στοιχεία που παραπέμπουν σε ξένες ταινίες της εποχής που έγραψαν ιστορία, όμως στο τέλος της ημέρας είναι μια παρωδία του φανταστικού.

Ποια μπορεί να θεωρηθεί η πρώτη ελληνική ταινία στον χώρο του φανταστικού, ακόμη και αν πρόκειται για κάτι που δεν πληροί όλες τις προϋποθέσεις του είδους, όπως τις γνωρίζουμε σήμερα;
Θα έλεγα πως Ο Όρκος του Νεκρού Αδερφού είναι σίγουρα μια από τις πρώτες προσπάθειες. Γυρίστηκε στα μέσα της δεκαετίας του '60. Βέβαια, το Δράκουλας και ΣΙΑ είναι ταινία του 1959, οπότε τοποθέτησέ το κάπου ανάμεσα σε αυτές τις δύο. Θα πρέπει, επίσης, να αναφέρω και την ταινία Ο Ουρανοκατέβατος, μια φαρσοκωμωδία με στοιχεία φανταστικού που βγήκε το 1965.

Οι ταινίες του Νικολαΐδη μπορεί να ήταν εκκεντρικές, όμως είχαν κάποια εμπορικότητα και λίγο-πολύ όλες άπτονται του φανταστικού.

Πιστεύετε πως αυτές οι ταινίες γυρίστηκαν από ανθρώπους που ήθελαν να εντάξουν κάπως το φανταστικό στο εγχώριο σινεμά;
Θεωρώ ότι στο Δράκουλας και ΣΙΑ κάτι ήθελαν να κάνουν, απλώς δεν έγινε εν τέλει ξεκάθαρο. Οι υπόλοιπες πιστεύω ότι ήταν ταινίες που πήγαιναν στην κωμωδία και απλώς χρησιμοποιούσαν μεταφυσικές καταστάσεις που μπορούν να προκαλέσουν γέλιο. Για παράδειγμα, το γεγονός ότι υπάρχει ένα φάντασμα γύρω μας που μπορεί να περιφέρεται σαν άνθρωπος και δεν γίνεται αντιληπτό από τους περισσότερους, είναι στοιχείο φανταστικού, αλλά χρησιμοποιήθηκε ως μέρος μιας φαρσοκωμωδίας.

Σήμερα έχουν αλλάξει καθόλου τα πράγματα;
Όχι, τίποτα δεν έχει αλλάξει. Οι νεότεροι σκηνοθέτες, θέλοντας να εκφραστούν, κάνουν ταινίες που έχουν κυρίως κοινωνική και δραματική θεματολογία, χωρίς να έχουν ως σκοπό να πουλήσουν, ενώ στο καθαρά εμπορικό κομμάτι βλέπουμε κωμωδίες. Υπάρχουν κάποιες προσπάθειες στον χώρο των ταινιών μικρού μήκους, τον οποίο δεν έχω παρακολουθήσει στενά, άρα δεν μπορώ να μπω σε λεπτομέρειες. Έχουμε κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις ανθρώπων που κάνουν ταινίες φανταστικού, αλλά δεν ξέρω αν αυτή η σκηνή θα προχωρήσει. Το πρόβλημα των σύγχρονων Ελλήνων κινηματογραφιστών είναι πως έχουν γυρίσει την πλάτη στο κοινό και δείχνουν να μην ενδιαφέρονται για τα «θέλω» του κόσμου, έχοντας ως μοναδικό στόχο να εκφραστούν.

Κάνουν ταινίες με κρατικά χρήματα ή με χρήματα από διάφορες δημόσιες υπηρεσίες, άρα δεν ρισκάρουν κάτι δικό τους και έτσι δεν ενδιαφέρονται αν θα έρθει πίσω το ποσό που επενδύθηκε. Οι περισσότερες από αυτές κάνουν τριψήφιο αριθμό εισιτηρίων και είναι όλοι ικανοποιημένοι, έχοντας κάνει μια τρύπα στο νερό. Μπορεί να παίρνουν κάποιες από αυτές βραβεία σε φεστιβάλ, όμως, εν τέλει, δεν τις ξέρει κανείς. Η ταινίες γίνονται για να τις δει ο κόσμος, όχι για να μένουν κλεισμένες στα φεστιβάλ, αλλά αυτό δεν ενδιαφέρει σχεδόν κανέναν από τους Έλληνες δημιουργούς.


VICE Video: Ο Γεράσιμος Σκιαδαρέσης Παίζει στο Netflix Όμως Κάποτε Είχε για Καμαρίνι Ένα Πορτμπαγκάζ

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook.


Πιστεύετε ότι σήμερα θα μπορούσε να πουλήσει το φανταστικό στην Ελλάδα;
Ναι, το πιστεύω. Το θέμα είναι αν έχουμε τη διάθεση να κάνουμε κάτι τέτοιο. Να σου δώσω ένα παράδειγμα: Στο φετινό Horrorant Festival παίχτηκε ένα φιλμ από τη Χιλή, που επικεντρωνόταν σε έναν παρανοϊκό άνδρα ο οποίος είχε υπηρετήσει τη δικτατορία του Pinochet και είχε εκφράσει τότε ως βασανιστής μια ακραία συμπεριφορά που έχει επιπτώσεις στο σήμερα. Αυτό, είναι ένα θέμα με το οποίο θα μπορούσε κάλλιστα να έχει καταπιαστεί ένας Έλληνας σκηνοθέτης, χρησιμοποιώντας στοιχεία από την εδώ περίοδο της δικτατορίας, που δεν διαφέρει κατά πολύ. Κανένας δεν ενδιαφέρθηκε να πιάσει ένα τέτοιο θέμα.

Τα τελευταία χρόνια ξεκίνησαν κάποιες πρώην ανατολικές χώρες να κάνουν -ακραίο ή όχι, δεν έχει σημασία- φανταστικό κινηματογράφο και πραγματικά υπάρχουν προσπάθειες που παρουσιάζουν ένα ενδιαφέρον. Εκεί, προφανώς, οι κρατικοί οργανισμοί χρηματοδοτούν κάτι τέτοιο, ενώ υπάρχει ενδιαφέρον και από τους δημιουργούς. Εδώ, δεν υπάρχει. Οι ταινίες του Νικολαΐδη μπορεί να ήταν εκκεντρικές, όμως είχαν κάποια εμπορικότητα και λίγο-πολύ όλες άπτονται του φανταστικού. Επίσης, οι ταινίες του Δημήτρη Παναγιωτάτου έχουν θέματα που εντάσσονται στο είδος - και οι δύο ενδιαφέρθηκαν να κάνουν κάτι τέτοιο. Αλλά ούτε στην τηλεόραση δεν έχουμε, έστω μια σειρά, που να καταπιάνεται με το φανταστικό. Να μου πεις, εδώ έχουμε ελάχιστες αστυνομικές σειρές και αυτές χάρη στον Κοκκινόπουλο και παλιότερα τον Μανουσάκη.

Οι περισσότεροι Έλληνες κριτικοί δεν το βλέπουν με εκτίμηση ως είδος.

Μιας και αναφέρατε τον Πάνο Κοκκινόπουλο, διάβαζα και στο βιβλίο σας ότι θεωρείτε πρωτοποριακή μια ταινία που είχε κάνει το 1990, Τα Σημάδια της Νύχτας. Ακριβώς. Είχε γράψει ιστορία, επειδή ξέφευγε από την παραδοσιακή θεματολογία του λεγόμενου, τότε, «νέου κινηματογράφου», χρησιμοποιώντας παράλληλα θέματα από την ελληνική λαογραφία. Τη θεωρώ μια σημαντικότατη ταινία και γι’ αυτόν τον λόγο έχω χρησιμοποιήσει μια φωτογραφία από αυτήν για το εξώφυλλο του βιβλίου μου.

Αν σας ζητούσα να μου πείτε κάποιες σημαντικές ελληνικές ταινίες του μικρού αυτού κομματιού του εγχώριου σινεμά, ποιες θα ήταν αυτές;
Χωρίς να είναι κατά ανάγκη όλες καλές και με την κάθε μια να έχει την ιδιομορφία της, θα έλεγα τις εξής: Τα Σημάδια της Νύχτας, Η Μάσκα του Διαβόλου (Κώστας Καραγιάννης), Τα παιδιά του Διαβόλου και Ο Ταξιδιώτης του Χρόνου (Νίκος Μαστοράκης), Η Μέδουσα (Γιώργος Λαζόπουλος), Το Κακό (Γιώργος Νουσιάς), Υπόγεια Διαδρομή (Απόστολος Δοξιάδης), Η Νύχτα με τη Σιλένα, Οι Εραστές στη Μηχανή του Χρόνου (Δημήτρης Παναγιωτάτος), Ουτοπία (Γιώργος Καρυπίδης), Πρωινή Περίπολος και Singapore Sling (Νίκος Νικολαϊδης), To Μαύρο Κρίνο (Άγγελος Προβελέγγιος), Η Επίθεση του Γιγαντιαίου Μουσακά (Πάνος Κούτρας), Ο Δράκουλας των Εξαρχείων (Νίκος Ζερβός) και το Βιοτεχνία Ονείρων (Τάσος Μπουλμέτης).

Τι είναι αυτό που κάνει μια ταινία που δεν είναι καλή, σημαντική;
Η Μάσκα του Διαβόλου είναι μια ταινία του Καραγιάννη, ενός από τους εμπορικότερους σκηνοθέτες μας, η οποία γυρίστηκε στα αγγλικά και πραγματεύεται τον μύθο του Μινώταυρου. Είναι μια αφελέστατη ταινία, αλλά σε μια χώρα που δεν είχε τίποτα να επιδείξει, είναι σημαντική. Προσωπικά, αγαπώ το φανταστικό και δεν μπορώ να τη δω με τη ματιά του σήμερα, όταν μιλάμε για ένα από τα ελάχιστα δείγματα του είδους από τη δεκαετία του ’70. Όταν σε ένα σύνολο 3.500 ταινιών -χωρίς να υπολογίζουμε τις βιντεοταινίες- το φανταστικό δεν μετράει ούτε 100, με τις «καθαρόαιμες» να υπολογίζονται στις 30, καταλαβαίνεις πως τα δεδομένα αλλάζουν.

Οι κριτικοί πώς δέχονται το φανταστικό;
Οι περισσότεροι Έλληνες κριτικοί δεν το βλέπουν με εκτίμηση ως είδος. Απλώς δείχνουν μια συμπάθεια σε συγκεκριμένες ταινίες, επειδή είναι μέρος της φιλμογραφίας κάποιων γνωστών σκηνοθετών, μέχρι εκεί. Αυτήν την εποχή παίζεται στις αίθουσες το Η Καλόγρια (The Nun). Πήρε από όλους κακές κριτικές, αν και βγήκε πρώτη σε εισπράξεις, μετρώντας την πρώτη εβδομάδα προβολής της 135.000 εισιτήρια στην Ελλάδα της κρίσης. Αυτό δείχνει ότι το κοινό ενδιαφέρεται για κάτι που ο κριτικός αρνείται να δει με συγκατάβαση. Προφανώς και δεν πρόκειται για αριστούργημα, όμως είναι μια καλή εμπορική ταινία, που μεταχειρίζεται πολύ καλά τα κλισέ και τις συμβάσεις του είδους.

Θα έχουμε κάποιο καινούριο βιβλίο σας σύντομα;
Συμβαίνουν τόσα πολλά πράγματα αυτήν τη στιγμή εκεί έξω, που προς το παρόν προτιμώ να τα απολαμβάνω, παρά να μπω στη διαδικασία να γράψω ένα νέο βιβλίο.

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίοNewsletter μας.

Περισσότερα από το VICE

«Είσαι Προδότης της Τάξης σου»: Η Ζωή μου ως Μέλος της ΚΝΕ

Αντλία Βενζίνης, Κρεμάστρα, Βέσπα - Κάποιοι στην Ελλάδα «Χτυπάνε» Tattoo Αγαπημένα τους Αντικείμενα

Σεξ στις Ελληνικές Φυλακές: Εκεί που το Φύλο Είναι Απλώς μια Κοινωνική Κατασκευή

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.