SmartPhones

Είναι Ωραία να Ζεις Χωρίς Smartphone στην Αθήνα

Κάποιοι σε κοιτούν με απορία, άλλοι με οίκτο. Το σίγουρο είναι ότι δεν περνάς απαρατήρητος.
13.1.17

Ζούμε ανάμεσά σας. Δεν ζούμε καν σε οίκους ευγηρίας ή σε απομακρυσμένα χωριά και νησιά της άγονης γραμμής. Ζούμε στην Αθήνα, σε μια από τις πιο εξαρτημένες τεχνολογικά πόλεις του κόσμου. Δεν είμαστε πολλοί, αλλά υπάρχουμε. Είμαστε οι άνθρωποι χωρίς smartphone.

Δεν έχω smartphone. Δεν είχα ποτέ. Η επανάσταση της κινητής τηλεφωνίας πέρασε και δεν μ' ακούμπησε. Δεν με πέτυχε ούτε ξώφαλτσα. Ίσως έχει να κάνει με το ότι πάντα σιχαινόμουν κάθε είδος εθισμού. Ίσως πάλι φοβάμαι μήπως κολλήσω κι εγώ όπως κόλλησαν σχεδόν όλοι με τα smartphones, σε βαθμό που δεν έχει γίνει μόνο προέκταση του χεριού τους, αλλά της ίδιας της ύπαρξής τους.

Οι άνθρωποι με αντιμετωπίζουν σαν να περπατάω στα τέσσερα ντυμένη με προβιά, βγάζοντας άναρθρες κραυγές και έχοντας χάσει κάποιο κομβικό σημείο της εξέλιξης.

Το δικό μου κινητό μπορεί να κάνει όλα όσα πρέπει να κάνει ένα κινητό τηλέφωνο. Παίρνει τηλέφωνα και στέλνει μηνύματα. Α, έχει και πολύ δυνατό φακό. Έχει και ξυπνητήρι και παιχνίδια, με δημοφιλέστερο το θρυλικό «Φιδάκι». Το κινητό μου το έχω από το 2012 και πριν από αυτό είχα ένα παρόμοιο. Λειτουργεί με κουμπάκια και ο μόνος λόγος για να αγγίξω την οθόνη του είναι αν έχει πιάσει σκόνη.

Το κινητό της συντάκτριας σε νυχτερινή του έξοδο.

Οι φίλοι μου το κοροϊδεύουν. Το λένε «μπρίκι», «μπακατέλα», «μαλακία», «αηδία», του κάνουν μπούλινγκ όλη την ώρα. Εγώ το λέω χαϊδευτικά «το κινητό του φαντάρου» - επειδή απ' ό,τι έμαθα, τέτοια κινητά παίρνουν πλέον μόνο οι ψαρωμένοι νεοσύλλεκτοι για να μην τους κλέψει κάποιος το καλό τους το smartphone. Ακολουθούν δέκα λόγοι για τους οποίους θέλω πάντα να ζω σαν νεοσύλλεκτος φαντάρος στο διαρκώς online στρατόπεδο της Αθήνα.

Δεν φοβάσαι μην σου το κλέψουν, δεν παθαίνεις εγκεφαλικό αν πέσει κάτω ή αν πέσει κάτι πάνω του

Μπορώ να πάω σε μπαρ, σε κλαμπ, σε συναυλία, να κυκλοφορώ σε ώρες αιχμής στο μετρό με το μπροστινό τσεπάκι του σακιδίου μου προκλητικά ορθάνοιχτο και κανένας δεν θα μπει στον κόπο να μου το κλέψει. Οι αριθμοί τηλεφώνου που έχω αποθηκευμένους (πατροπαράδοτα στην κάρτα SIM) αξίζουν πολύ περισσότερο από το ίδιο το τηλέφωνο. Επιπλέον, όσες φορές και αν πέσει κάτω, θα σηκωθεί ξανά και θα είναι μια χαρά. Όσες φορές και αν χυθεί πάνω του ποτό από απρόσεχτο θαμώνα που κάθεται στη διπλανή θέση της μπάρας, δεν πρόκειται να χαροπαλέψει όπως τα smartphones (και οι ιδιοκτήτες τους).

Πριν από δύο χρόνια, βρισκόμουν σε ένα μπαρ στη Ναυαρίνου. Καλοκαίρι, μεγάλη παρέα, τραπέζια γεμάτα από ξέχειλα ποτά και smartphones. Βρισκόμουν εκεί με τον υποτιθέμενο έρωτά μου και κάποια στιγμή, κάνω μια απότομη κίνηση και ρίχνω κατά λάθος πάνω στο κινητό του το ποτό μου (τζιν τόνικ). Ακολούθησε πανικός: Ο ίδιος έχασε το χρώμα του, μια φίλη από δίπλα άρχισε να επαναλαμβάνει «ωωω, κακό, κακό», εγώ ένιωσα λες και είχα κάνει έγκλημα. Εκείνος, αν και νωρίτερα μου έδινε όρκους αιώνιας πίστης, πρώτα βεβαιώθηκε ότι το κινητό του δεν είχε πάθει τίποτα και μετά μου μίλησε ξανά. Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα ότι στις μέρες μας, το να χύσεις κατά λάθος ποτό πάνω στο κινητό του γκόμενού σου είναι αιτία χωρισμού. Δύο εβδομάδες μετά, τον χώρισα.

Γελάς με τα έκπληκτα βλέμματα

Κάθε, μα κάθε φορά η ίδια ιστορία: πηγαίνω κάπου, βγάζω το κινητό μου από την τσάντα και αφού ξεπεράσουν το πρώτο σοκ, ξεκινούν οι ερωτήσεις: «ΑΥΤΟ είναι το κινητό σου; / Έχει χαλάσει το smartphone σου και το έχεις δώσει για σέρβις; / Από Αθήνα είσαι;». Οι απαντήσεις μου στα παραπάνω είναι «ναι, όχι, ναι». Εν συνεχεία, ο τεχνολογικός ρατσισμός φουντώνει. Με αντιμετωπίζουν σαν να περπατάω στα τέσσερα ντυμένη με προβιά, βγάζοντας άναρθρες κραυγές και έχοντας χάσει κάποιο κομβικό σημείο της εξέλιξης. Το κινητό μου το αντιμετωπίζουν ακόμη χειρότερα: Το κοιτάζουν σχεδόν με αηδία, λες και έχει πάνω του εμετό clubber που μόλις ξέρασε πάνω στη μικροσκοπική μου συσκευή όλα όσα έφαγε μαζί με τα ναρκωτικά του.

Βιώνεις πράξεις γενναιοδωρίας σε έναν απάνθρωπο κόσμο

Όχι. Δεν έχει χαθεί η ανθρωπιά στις μέρες μας. Το καταλαβαίνω κάθε φορά που όχι μόνο φίλοι, αλλά και άγνωστοι που θα τύχει να δουν αυτό το έκτρωμα που έχω το θράσος να αποκαλώ κινητό, προσφέρονται να μου χαρίσουν το παλιό τους smartphone. Μπορεί να προσπερνάμε σε καθημερινή βάση ανθρώπους που κοιμούνται πάνω σε χαρτόκουτα, αλλά όλα και όλα: αν δουν ένα κορίτσι στην απάνθρωπη φάση του να κυκλοφορεί με κινητό του 1997, ε, όχι, πάει πολύ. Όλοι είναι διατεθειμένοι να ανοίξουν γενναιόδωρα τα συρτάρια τους και να ξεθάψουν το παλιό τους smartphone που απαρνήθηκαν για ένα καινούριο, επειδή κάνει πιο εντυπωσιακά κόλπα, σαν καλύτερα εξελιγμένος σκύλος.

Περιμένεις με μεγαλύτερο ενθουσιασμό τις ειδοποιήσεις στο Facebook

Με άλλα λόγια, δημιουργείς στον εαυτό σου το χαμένο στις μέρες μας αίσθημα της προσμονής. Όσοι έχουν smartphone και είναι διαρκώς συνδεδεμένοι στο Ίντερνετ, διαβάζουν τα μηνύματα που τους στέλνουν και τσεκάρουν τα likes που τους κάνουν την ίδια ακριβώς στιγμή. Εγώ αντιθέτως πρέπει να περιμένω στωικά να επιστρέψω σπίτι, να ανοίξω τον υπολογιστή και να συνδεθώ για να τσεκάρω αν με θυμήθηκε κάποιος και πόσο αρέσουν στους άλλους όλα όσα ποστάρω.

Φανταστείτε την αδρεναλίνη που νιώθω, όταν ύστερα από μία ολόκληρη μέρα στους δρόμους, επιστρέφοντας, θα βρω 49 νέες ειδοποιήσεις. ΟΚ, οι περισσότερες θα είναι από κάποια άκυρη σελίδα στην οποία με έκανε μέλος κάποιος επίσης άκυρος τύπος χωρίς καν να με ρωτήσει, άντε και μερικές υπενθυμίσεις για γενέθλια «φίλων» που δεν έχω γνωρίσει ποτέ στη ζωή μου, αλλά το στιγμιαίο καρδιοχτύπι είναι πολύ αναζωογονητικό. Σαν να είμαι και πάλι οχτάχρονο και περιμένω να δω τι μου έφερε ο Άγιος Βασίλης. Τότε που κανείς δεν είχε smartphone.

Η πραγματικότητα όπως είναι, μέσα από το Newsletter του VICE Greece

Δεν μένεις ποτέ από μπαταρία

Το ταπεινό κινητό μου, επειδή ακριβώς είναι απλά κινητό και όχι πλακέ ρομπότ που το ξεζουμίζω όλη την ώρα, δεν μένει ποτέ από μπαταρία, όταν βρίσκομαι έξω. Την ώρα λοιπόν που είσαι με τους φίλους σου για καφέ και εκείνοι είναι έτοιμοι να πουλήσουν κάποιο ζωτικό τους όργανο προκειμένου να βρουν κάποιον φορτιστή στην καφετέρια, εσύ συνεχίζεις να απολαμβάνεις το τσάι σου.

Φαίνεσαι πιο μυστηριώδης και σε ζηλεύουν πιο πολύ

ΟΚ, αυτό χρειάζεται αρκετή επεξήγηση: όταν για παράδειγμα βγαίνεις με κάποιον που τσεκάρει το smartphone του ανά τρία λεπτά το πολύ και όταν δεν το τσεκάρει ο ήχος των ειδοποιήσεων σφυροκοπά μες στον εγκέφαλό σου και ύστερα τις βλέπει όλες μαζεμένες και κάνει να σου μιλήσει κάνα 20λεπτο, μοιραία και εσύ πρέπει να καταφύγεις σε κάποιον αντιπερισπασμό, γιατί αλλιώς θα φανείς ζηλιάρα και αδιάκριτη, αν ρωτήσεις ποιος τέλος πάντων τον θυμήθηκε στις 3.00 τα ξημερώματα.

Παίρνεις λοιπόν και εσύ το κινητό σου και μην έχοντας τι να τσεκάρεις, αρχίζεις να πηγαίνεις πάνω-κάτω τα ονόματα των επαφών ή στέλνεις μηνύματα στον εαυτό σου. Εκείνος φυσικά δεν μπορεί να φανταστεί πόσο χαμηλά έχεις πέσει για να του τραβήξεις την προσοχή και αρχίζουν να τον ζώνουν τα φίδια. Επειδή οποιοσδήποτε ήχος στο δικό σου κινητό ένα μόνο πράγμα μπορεί να σημαίνει: ύποπτο sms. Ούτε ειδοποίηση για event, ούτε μεταμεσονύκτια likes ή σχόλια από «φιλαράκια», όπως σου λέει ο έξυπνος με το smartphone για να σου ρίξει στάχτη στα μάτια. Ο οποίος ξαφνικά αναγκάζεται να ρίξει τα μούτρα του, να αφήσει στην άκρη την πολύτιμη συσκευή του και να σε ρωτήσει ξεδιάντροπα, «μα ποιος επιτέλους σου στέλνει τέτοια ώρα;». Μπακατέλα-smartphone, 1-0.

Δείτε Ακόμα: Έτσι Ήταν η Ζωή στο Αιγαίο Χωρίς Ρεύμα στα 50s

Λες και καμιά κουβέντα

Μια φίλη που παίζει μουσική σε μπαρ της Αθήνας, μου έλεγε γεμάτη παράπονο ότι, από τότε που όλοι απέκτησαν smartphone, κανένας πια δεν την πλησιάζει για να την ρωτήσει τι κομμάτια παίζει. Αντί γι' αυτό, όλοι φέρνουν τη συσκευή τους κοντά στο ηχείο και το Shazam κάνει τη δουλειά του, αφήνοντας τον ολοζώντανο άνθρωπο που παίζει μουσική να νιώθει σαν μοναχικό ρομπότ. Εγώ πάλι, είμαι από αυτούς που εξακολουθούν να πλησιάζουν τον DJ για να μάθουν ποιο τραγούδι παίζει. Με κοιτούν σχεδόν έκπληκτοι, λες και ήρθα από άλλο πλανήτη.

Άλλες φορές, όταν βρίσκομαι έξω και δεν μπορώ να βρω το μπαρ στο οποίο πηγαίνω, κάνω κάτι άλλο που θυμίζει Αθήνα του 2002: παίρνω τηλέφωνο στο 11880 και ζητάω να μου πουν τη διεύθυνση του μαγαζιού. Καληνυχτιζόμαστε ευγενικά με τον/την υπάλληλο και φτάνω στον προορισμό μου χωρίς GPS ή Google Maps. Επιπλέον, κάθε φορά που ένα εστιατόριο διαπράττει το έγκλημα να μην κάνει online κρατήσεις, οι φίλοι μου με αγγαρεύουν να πάρω εγώ τηλέφωνο και να κλείσω τραπέζι σαν τον παλιό καλό καιρό, επειδή είμαι πιο εξοικειωμένη στο να μιλάω στο τηλέφωνο. Το κάνουν να ακούγεται λες και κάνω κάτι πολύ σημαντικό και πρωτότυπο, οπότε τους κάνω τη χάρη

Μπορείς να εξαφανιστείς

Σε έναν κόσμο που απαιτεί να είσαι διαρκώς συνδεδεμένος, το να έχεις μία μπακατέλα κατασκευασμένη στα 90s σου δίνει τη μοναδική πολυτέλεια να μπορείς να εξαφανίζεσαι. Κανείς δεν ξέρει αν διάβασες το μήνυμά του, κανείς δεν μπορεί να σου ζητήσει να στείλεις φωτογραφία από εκεί που βρίσκεσαι, για να τσεκάρει αν όντως είσαι εκεί. Νιώθεις έτσι σαν ένας δαιμόνιος κατάσκοπος, που καταφέρνει να ξεγλιστρά χωρίς να αφήνει ίχνη, καθώς οι άλλοι καταδίδουν τον ίδιο τους τον εαυτό με απανωτά check in, ταγκαρίσματα, φωτογραφίες και ποσταρίσματα.

Αποφεύγεις τα μεθυσμένα ποσταρίσματα

Οκ, δεν μπορείς να αποφύγεις τα μεθυσμένα sms που συνήθως έχουν παραλήπτη κάποιον που δεν πρέπει να διαβάσει τη μεθυσμένη, ευάλωτη πλευρά σου, αλλά τουλάχιστον μπορείς να διασφαλίσεις στον εαυτό σου λίγη δημόσια αξιοπρέπεια, καθώς δεν έχεις πάνω σου ένα μαραφέτι με το οποίο μπορείς να ποστάρεις στις 3 τα ξημερώματα «κι αν δεν μαγαπ΄σς δεν πειραζειθη…καληνύψχταα…», που θα το διαβάσουν και οι 850 στενότεροί σου φίλοι μαζί με εκείνον.

Δεν βγάζεις φωτογραφίες εκεί που θα έπρεπε να κοιτάς

Κάθε φορά που συναντάς μια εικόνα που σου κόβει την ανάσα ή ζεις μια στιγμή που ξέρεις ότι είναι μοναδική, δεν έχεις το κατάλληλο κινητό για να την καταγράψεις. Αυτό σημαίνει ότι οι αισθήσεις σου λειτουργούν στο έπακρο, ρουφάς όσο μπορείς αυτό που βλέπεις ή ακούς, επειδή πολύ απλά ξέρεις ότι όταν ο εαυτός σου είναι 100% παρών, δεν χρειάζεσαι κανέναν άλλον μεσολαβητή. Κάπως έτσι θα θυμάμαι για πάντα την αυγουστιάτικη πανσέληνο στην παραλία της Επιδαύρου να βγαίνει από τη θάλασσα σαν καυτός, πορτοκαλί, νυχτερινός ήλιος. Οι φίλοι που ήταν αυτόπτες μάρτυρες και αμέσως σήκωσαν τα κινητά τους για να τραβήξουν φωτογραφία, παραδέχτηκαν αμέσως μετά ότι μάλλον εγώ ήμουν η πιο τυχερή απ' όλους. Διότι όσο εκείνοι πάσχιζαν να αποτυπώσουν σε μια φωτογραφία την ομορφιά του, εγώ είχα τον χρόνο να δω τα πραγματικά χρώματά του. Καμία φωτογραφία δεν τα κατάφερε τόσο καλά, όσο ο σκληρός δίσκος του μυαλού μου.

Περισσότερα από το VICE

Μπήκαμε στο Μουσείο των Άψογα Διατηρημένων Πτωμάτων

«Βλέπω Συχνά στον Ύπνο μου ότι Σκοτώνω Ανθρώπους Ήρεμος» - Μερικά από τα Αλλόκοτα Όνειρά μας

Πέρασα το Σαββατοκύριακό μου με Έναν Έμπορο Ναρκωτικών του Deep Web

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.