FYI.

This story is over 5 years old.

Ήμουν DJ στην Κομμουνιστική Ρουμανία

Η καριέρα μου τελείωσε, όταν ζήτησα απο τον γιό του Δικτάτορα να την κάνει απο το booth μου.
Ioana Moldoveanu
Κείμενο Ioana Moldoveanu
Bucharest, RO
19 Μάιος 2014, 11:00pm

Οι Δυτικοί έχουν την τάση να φαντάζονται τις πόλεις που βρίσκονται υπό κομμουνιστικό έλεγχο ως θλιβερές, γκρι τσιμεντένιες εκτάσεις όπου η μόνη μορφή διασκέδασης περιστρέφεται γύρω από το να βλέπεις τα νύχια των ποδιών σου να μεγαλώνουν βγαίνοντας από τις τρύπιες κάλτσες σου. Σε ορισμένες περιπτώσεις αυτό δεν απέχει από την αλήθεια. Ωστόσο στην κομμουνιστική Ρουμανία, υπήρχαν κι άλλες δραστηριότητες που να θυμίζουν στους νέους ότι ήταν νέοι, όπως το κέντημα και οι ξυλοκατασκευές ή –εάν ζούσες στο σωστό μέρος-τα πάρτι με DJ και ντισκόμπαλες.

Προσφάτως επικοινώνησα με τον Sorin Lupaşcu για να μιλήσουμε για τη νυχτερινή ζωή στη Ρουμανία υπό το κομμουνιστικό καθεστώς. Ο 57χρονος που τώρα διδάσκει αϊκίντο, μια ιαπωνική πολεμική τέχνη, εργαζόταν ως DJ στη Ρουμανία από το 1974, κατά την πτώση του κομμουνισμού το 1989 έως το 1996.

«Πριν από τη δεκαετία του 1980, τα μόνο πάρτι που θα διαρκούσαν μέχρι το πρωί ήταν τα ιδιωτικά» μου είπε. «Ο Marian, ο ντόπιος αστυνομικός-ένας νεαρός τύπος που γλυκοκοίταζε όλα τα κορίτσια απεγνωσμένα-έλεγε 'Σύντροφε Lupaşcu, τι μπορούμε να κάνουμε για να είμαστε σίγουροι ότι δεν θα υπάρξουν προβλήματα απόψε; Θα έλεγα 'Λοιπόν, Marian, τι λες να έρθεις από εδώ και να χορέψεις λίγο; Θα σου δώσω πολιτικά ρούχα και μπορείς να λες στα κορίτσια ότι είσαι ο φίλος μου'».

Ένα μικρό μέρος από το μουσικό αρχείο του Sorin__.

Ο Sorin διοργάνωσε το πρώτο του πάρτι το 1974 σε ένα σχολείο στη γενέτειρά του το Iaşi. Έσπρωξε τραπέζια και καρέκλες στην άκρη, δανείστηκε ένα κασετόφωνο και μερικές πειρατικές κασέτες συγκροτημάτων όπως οι Deep Purple, The Beatles, Jimi Hendrix και Pink Floyd. Εκτός από τις στιγμές που έπαιζε ο Dave Gilmour και δεν χόρευε κανείς, το πάρτι ήταν διασκεδαστικό και επιτυχημένο.

Μετά από την επιτυχία του σχολικού πάρτι, ο Sorin αποφάσισε να συνεχίσει να διοργανώνει βραδιές. Όμως για να το κάνει αυτό έπρεπε να έχει δικό του κασετόφωνο. Ο καλύτερος τρόπος για να κερδίσει χρήματα ήταν να δουλέψει στις τοπικές γραμμές του τραμ. Κάτι που ο νέος promoterέκανε για τρεις μήνες, μέχρι που συγκέντρωσε αρκετά χρήματα για να αγοράσει ένα κασετόφωνο από κάποιους Ρουμάνους εργάτες, οι οποίοι επέστρεφαν στα σπίτια τους από τη Λιβύη. «Ήταν μεγάλο και βαρύ, με δυο ηχεία, όχι μόνο ένα όπως αυτά που είχαν οι περισσότεροι εκείνη την εποχή» είπε. «Εάν το κλώτσαγες, θα πονούσε το πόδι σου. Το να το έχω ήταν το επίτευγμα της ζωής μου».

Το επόμενο που ήθελε να έχει ήταν μερικές δικές του κασέτες, κάτι που στα μέσα της δεκαετίας του '70 ήταν πολύ δύσκολο να συμβεί, ενώ η μόνη μουσική που παιζόταν στο ραδιόφωνο – ντόπια παραδοσιακά και κομμουνιστικά τραγούδια-δεν ήταν ακριβώς το είδος που ήθελε να παίξει στις βραδιές του. Στην πραγματικότητα μπορούσε να βρει «καλή μουσική» μόνο στους Radio Luxembourg και Radio Veronica, δύο από τους πρώτους πειρατικούς σταθμούς στη Δυτική Ευρώπη. Αργότερα, όπως οι περισσότεροι νέοι Ρουμάνοι, άκουγε το Radio Free Europe-έναν αντικομμουνιστικό ραδιοφωνικό σταθμό που στις αρχές τον χρηματοδοτούσε η CIA.

Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '70, άρχισε να παίζεται στο ραδιόφωνο χορευτική μουσική, κάτι που οδήγησε στη δημιουργία των πρώτων ντόπιων νυχτερινών κλαμπ στη Ρουμανία και σε μια ριζική αναθεώρηση του πως διοργανώνονταν οι βραδιές χορού. Έως τότε, δεν υπήρχαν αίθουσες ειδικά σχεδιασμένες για χορό, που σήμαινε ότι ως DJ, ο Sorin έπρεπε να φέρνει τον δικό του εξοπλισμό σε κάθε αίθουσα όπου είχε συμφωνήσει ότι θα παίξει.

Πριν από τα πάρτι, τα οποία κυρίως γίνονταν σε γυμνάσια της περιοχής, αυτός και οι φίλοι του κουβαλούσαν τα ηχεία, το πικάπ και τους δίσκους παντού χρησιμοποιώντας το λεωφορείο. Μετά, τα μετέφερε στο σπίτι μόνος του-δυο ηχεία, δυο μαγνητόφωνα και ένα σακίδιο πλάτης γεμάτο με κασέτες, δίσκους, καλώδια, ένα μικρόφωνο και μια κονσόλα ήχου. «Εάν με έβλεπες στο δρόμο, θα σκεφτόσουν ότι ήμουν τρελός» είπε γελώντας.

Μερικές φορές ο Sorinξεχνούσε κάποιο από τα πράγματα-ένα καλώδιο, το μικρόφωνο, την κασέτα με τα 'Παπάκια'. «Θα έρχονταν και θα μου έλεγαν 'Έχεις τα Παπάκια; Όχι; Δεν έχω τίποτα!'  Κάπως έτσι ήταν- ήταν δύσκολο» είπε γελώντας ο Sorin.

«Εάν χρειαζόσουν φώτα για τη σκηνή έπρεπε να ξέρεις κάποιον στην εταιρία σιδηροδρόμων ο οποίος θα μπορούσε να σου δανείσει ένα από τα φανάρια ή να έχεις φίλο που να δουλεύει στο θέατρο όπου οι τεχνικοί μπορούσαν να σου δανείσουν λίγο χρωματιστό αλουμινόχαρτο. Τα πολύχρωμα φώτα ήταν σπάνια».

Το 1979 η ντίσκο εκτοξεύτηκε. ABBA, Boney. Mκαι Bad Boys Blue έκαναν θραύση, ενώ το γερμανικό ποπ συγκρότημα Modern Talking ήταν προφανές πως «έβαζε τους κανόνες». Ο Sorin, έως εκείνη την εποχή, είχε ήδη εκατοντάδες κασέτες και πάνω από 300 μίξεις. Αγόραζε φθηνές άδειες κασέτες στο Βουκουρέστι και μαγνητοφωνούσε τα τραγούδια από το ραδιόφωνο. Κάθε κασέτα είχε τον τίτλο "Disco Set List" και όλες ήταν αριθμημένες.

Αργότερα, όταν «κατάλαβε ότι η μαγνητική κασέτα ήταν το μέλλον» ο  Sorin αγόραζε ηχογραφήσεις από ανθρώπους οι οποίοι ταξίδευαν εκτός Ρουμανίας και έγραφε ξένη μουσική. Ακόμα έχει τις αποδείξεις από τα χρήματα που έδινε. «Έκανα κάποιους υπολογισμούς και συνειδητοποίησα ότι ξόδευα αρκετά χρήματα ώστε να αγοράζω τρία αυτοκίνητα Dacia κάθε χρόνο» είπε. «Κάποιες από τις πρώτες μαγνητικές εγγραφές που αγόρασα ήταν τα Autobahn and Das Model των Kraftwerk».

Ο Sorin __στη Disco CH, το 1979

Σε αυτή τη φάση, ο Sorin είχε τόσα τραγούδια ώστε να παίζει μια εβδομάδα συνεχώς χωρίς καμία επανάληψη. Το μόνο που χρειαζόταν τώρα ήταν η αίθουσα για να το κάνει. Αν και ήταν φοιτητής στο τμήμα Ηλεκτρολογίας/Μηχανολογίας του τοπικού Πολυτεχνείου, το τμήμα Χημείας του  Iaşi επέτρεψε στον Sorin να στήσει τον εξοπλισμό του στους κοιτώνες P1 και P2, ένα χώρο που ονόμασε Disco CH.

Υπήρχε μόνο ένα κλειδί για την ντισκοτέκ και το είχε ο Sorin. Έβαψε τους τοίχους, εγκατέστησε καινούργια καλωδίωση στο χώρο, αγόρασε ένα ντουλάπι για να βάλει όλους τους δίσκους του μέσα και επένδυσε χρήματα για την αγορά ηχείων που τα συναρμολόγησε ένας ηλεκτρολόγος- μηχανολόγος φοιτητής σε μεγαλύτερο έτος.  Ήταν άσχημη δουλειά, αλλά ο Sorin και η ομάδα του τα τοποθέτησαν στους τοίχους έτσι κι αλλιώς και τα χρησιμοποίησαν μέχρι που κάηκαν. Έπειτα έφτιαξαν κι άλλα. Στη συνέχεια κατασκεύασε με τα χέρια του μια ντισκόμπαλα με διάμετρο ενός μέτρου, πάνω στην οποία είχε κολλήσει κάθε κομματάκι καθρέφτη.

Αφού στήθηκαν όλα, ο Sorin ρώτησε την τοπική αστυνομία εάν τα φώτα στη ντισκοτέκ μπορούσαν να είναι ανοιχτά όλη τη νύχτα, αν και στην υπόλοιπη πόλη επικρατούσε συσκότιση από τις 10μμ έως τις 6 πμ. «Είπαμε Αρχηγέ, έχουμε κορίτσια εδώ. Τι θα γίνει εάν κάποιο αρρωστήσει;'» θυμάται ο Sorin. Το τέχνασμα έπιασε. Η ντισκοτέκ που λειτουργούσε κάθε βράδυ από την Πέμπτη έως την Κυριακή είχε άδεια λειτουργίας από τις 21.00 μμ έως τα μεσάνυχτα. Η είσοδος κόστιζε 3 Leu (περίπου 0,60 σεντ) και τα χρήματα πήγαιναν στη φοιτητική ένωση του κολεγίου που πλήρωνε για τις επισκευές και τους νέους κοιτώνες.

Ο χορός των πρωτοετών στη Disco CH, το 1981

Η Disco CH δεν είχε ούτε που να κρεμάσεις το παλτό σου, πόσο μάλλον μπαρ. Το κάπνισμά απαγορευόταν μέσα, οπότε το βάρος δινόταν στη μουσική και το φωτισμό. «Πάντα πίστευα ότι το να είσαι DJ σήμαινε να αγαπάς τη μουσική και τη συζήτηση» μου είπε ο  Sorin. «Ποτέ δεν άλλαζα τραγούδια χωρίς να πω σε όλους το όνομα του συγκροτήματος και το τραγούδι. Όταν πας σε μια ντισκοτέκ, πας σε ένα σόου. Εάν ο DJ σου δώσει τη μουσική που θέλεις και επίσης κάνει πλάκα, τότε έχει κάνει τη δουλειά του».

Εάν έβρεχε έξω, ο Sorin θα το λάμβανε υπόψη του και θα έπαιζε κάτι μελαγχολικό. Εάν έκανε ζέστη, θα έπαιζε κάτι χαλαρό. Εάν το κοινό φαινόταν ενθουσιασμένο, θα τους έκανε «να πηδάνε». Κι αν κανείς δεν ήθελε να χορέψει θα έπαιζε μαζί τους: «Όλοι στα αριστερά, όλοι στα δεξιά-τέτοια πράγματα».

Η ντισκοτέκ του Sorin συνήθως προσέλκυε περίπου 400 φοιτητές. «Τους έκανα όλους να αγαπήσουν τη ρουμάνικη μουσική» είπε χαμογελώντας. «Τους έκανα να χορεύουν και να πηδάνε με το "Life __Is __Life",__ και μετά θα έβαζα κάτι από τον Andri Popa [Ρουμάνος καλλιτέχνης που έλεγε παραδοσιακές μπαλάντες] και θα τραγουδούσαν όλοι μαζί. Και εάν έπαιζα το ρομαντικό τραγούδι 'Fatadin Vis΄τα κορίτσια από τους γειτονικούς κοιτώνες θα λιποθυμούσαν».

Ένας DJ εκείνη την εποχή της ρουμανικής ιστορίας είχε περίπου την ίδια κοινωνική θέση με έναν ποδοσφαιριστή σήμερα. Ο κόσμος έδειχνε τον Sorinστο δρόμο και κατέρρεαν από τη συγκίνηση κάθε φορά που κυκλοφορούσε μια νέα μίξη. Επίσης απολάμβανε μερικά προνόμια στο φοιτητικό χώρο. Τα ρούχα του πλένονταν δωρεάν-την ίδια  μέρα εάν ήθελε-και οι τεχνικοί τον βοηθούσαν αμέσως μόλις το ζητούσε, γεγονός σπάνιο ακόμα και σήμερα. Σε αντάλλαγμα προσκαλούσε όποιον τον βοηθούσε- μαζί με μια ομάδα φίλων του- στην επόμενη βραδιά ντίσκο. Παζάρευε με την ίδια τεχνική μέχρι να πάρει κάποια ρώσικα και πολωνικά κασετόφωνα. «Δεν ήταν ποιοτικά καλά αλλά έκαναν τη δουλειά» μου είπε.

Η ομάδα του Sorin αποτελούνταν από πέντε άτομα. Δυο κινούνταν στην αίθουσα ανάμεσα στον κόσμο για να διασφαλιστεί ότι δεν κάπνιζαν και δεν τσακώνονταν. Ένας πουλούσε τα εισιτήρια. Στην είσοδο ήταν κάποιος  που ήξερε καράτε ή τζούντο. Και το δεξί χέρι του DJ που χειριζόταν τα φώτα κι οτιδήποτε άλλο χρειαζόταν. Μάλιστα, αυτός ο τελευταίος, κάποτε κάθισε στην ίδια άβολη θέση για τέσσερις ώρες, προσπαθώντας να κρατήσει ένα καλώδιο στριμένο με συγκεκριμένο τρόπο ώστε να μη μείνει χωρίς ρεύμα η ντισκοτέκ.

Ένας άλλος χορός πρωτοετών στη Disco__CH__, το 1986

Το 1982, το Γραφείου Τουρισμού Νεολαίας, που εκπροσωπούσε την Κομμουνιστική Επιτροπή Τουρισμού Νεολαίας άρχισε να διοργανώνει μαθήματα για DJ. Ο Sorin γράφτηκε για να παρακολουθήσει «αλλά δεν έμαθα τίποτα, γιατί ήδη τα γνώριζα». Οι εξετάσεις ήταν εν μέρει θεωρητικές και έπρεπε να τις δώσει ενώπιον μια επιτροπής. Αλλά αντί να πάρει στυλό και χαρτί, ο Sorin είπε προφορικά την θεωρία και οι εξεταστές τον πέρασαν επιτόπου.

Το πρακτικό μέρος των εξετάσεων ήταν να παίξει μια ώρα ντίσκο σε ένα κλαμπ στο φοιτητικό παραθαλάσσιο θέρετρο Costineşti. Μετά το σόου, ο πρόεδρος της επιτροπής είπε στον Sorin «Είσαι απίστευτος!» πριν του βάλει άριστα. Έχοντας αυτό το πτυχίο, άρχισε να κερδίζει έναν αξιοπρεπή μισθό ως DJ σε μια εποχή που «οι DJ δεν ήταν ο τύπος των ανθρώπων που μπορούσαν να ζήσουν από το μισθό τους». Ο Sorin μπορούσε να κερδίζει περίπου 1.000 Leu (περίπου 227 ευρώ) ανά εκδήλωση, δηλαδή σε γάμους, πάρτι γενεθλίων ή σχολικούς χορούς όπου η αστυνομία συχνά αναγκαζόταν να κάνει τα στραβά μάτια μια και οι εορταζόμενοι μπορεί να ήταν οι γιοι τους που έκλειναν τα 18 ή οι αδερφές τους που παντρεύονταν.

Την ίδια χρονιά που ο Sorinπήρε το πτυχίο DJ, υψηλόβαθμα μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος αποφάσισαν ότι στη χώρα θα ακούγεται μόνο ρουμάνικη μουσική, δηλαδή –για να λειτουργεί νόμιμα μια ντισκοτέκ-οι DJ ήταν υποχρεωμένο να παίζουν εγχώρια μουσική και να έχουν πάρει έγκριση για τη λίστα των τραγουδιών τους από το Συμβούλιο της Πολιτιστικής Επιτροπής της κομητείας. «Πάντα προσπαθούσα να εξηγήσω ότι δεν γνώριζα από πριν τι είδους μουσική θα έπαιζα, επειδή έπρεπε πρώτα να πάρω κλίμα από την αίθουσα» είπε αναστενάζοντας ο Sorin, μετά από 30 χρόνια. «Αλλά δεν τους ένοιαζε».

Τελικά, ωστόσο, οι νέοι κανονισμοί δεν επηρέασαν πάρα πολύ το μεγαλύτερο όνομα του Iaşi, καθώς κανείς δεν πήγε ποτέ να τον ελέγξει.

Ο __Sorin στο __Holiday Radio club στο __Costinești

Το 1983 βρήκε τον Sorinνα δουλεύει στη ντισκοτέκ Ring στο Costineşti, τη μεγαλύτερη υπαίθρια ντίσκο της Ανατολικής Ευρώπης εκείνη την εποχή. Η είσοδος ήταν φθηνή και στις καλύτερες στιγμές της μπορεί και να ήταν γεμάτη ακόμα και με 3.000 άτομα. Το ηχοσύστημα της Yamaha ήταν «εξαιρετικά επαγγελματικό», αγοράστηκε από τη Γερμανία και ρυθμίστηκε από Γερμανούς τεχνικούς.

Ο Sorin δεν επέτρεπε σε κανέναν να μπει στο χώρο του, παρά το ότι άνθρωποι προσπαθούσαν να σκαρφαλώσουν σχεδόν κάθε βράδυ. Και εάν κάποιος κατάφερνε να μπει, φώναζε τον Marius, τον ντόπιο σωματοφύλακα και ασφάλεια στη Ring για να τον συνοδεύσει έξω.

Ο Sorin το 1985

Αυτή η πολιτική ήταν τελικά εκείνη που απέκλεισε τον Sorin από τις κονσόλες των DJ στην κομμουνιστική Ρουμανία. Το 1986- όταν κάθε setξεκινούσε με το "You're My Heart, You're My Soul" των Modern Talking -κάποιος που λεγόταν Νίκου Τσαουσέσκου πήδηξε μέσα στο χώρο του Sorinκαι προσπάθησε να του δώσει κάποιες συμβουλές για το μιξάρισμα. Όπως και με οποιονδήποτε άλλο που θα εισέβαλε στον προσωπικό επαγγελματικό χώρο του, του είπε να πάρει δρόμο. Δυστυχώς, όπως αποδείχθηκε ο Νίκου ήταν ο γιος του τότε δικτάτορα της Ρουμανίας, Νικολάε Τσαουσέσκου.

Την επόμενη μέρα ο 29χρονος Sorin είχε απολυθεί. «Υπέφερα πολύ» θυμάται. «Το να είμαι DJ ήταν ο τρόπος ζωής μου. Ο λόγος που ανέπνεα».

Μετά την πτώση του κομμουνισμού στη Ρουμανία, το 1989, ο Sorin επέστρεψε ως DJ για άλλα έξι χρόνια. Σήμερα παίζει μόνο κατά παραγγελία, σε οποιαδήποτε περίσταση-για παράδειγμα σε συνέδριο για τη λαπαροσκοπική χειρουργική. Ωστόσο μου είπε, ότι ακόμα και σε τέτοιες εκδηλώσεις, καταφέρνει να ξεσηκώσει το κοινό του. Επίσης προωθεί τη ρουμανική μουσική στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο, ενώ θέλει να βοηθήσει τους καλλιτέχνες οι οποίοι αγωνίζονται για να γίνουν mainstream. Αλλά λέει ότι δεν του αρέσουν τα σύγχρονα κλαμπ. «Οι σημερινοί DJ είναι σαν μηχανές» είπε μελαγχολικά. «Δεν λένε λέξη και απλώς παίζουν το ίδιο στυλ μουσικής ξανά και ξανά. Εκτός αυτού, όλοι καπνίζουν».

Προς το παρόν, ο Sorin είναι απόλυτα ευχαριστημένος που προπονεί την ομάδα αϊκίντο. Και όταν βγάζει τα παιδιά για προπόνηση σε εξωτερικό χώρο, οι ντόπιοι συνωστίζονται στα παράθυρα τους για να δουν τη δουλειά του. Όπως ακριβώς έκαναν όταν βρισκόταν πίσω από τα decks στη Disco CH.

Ακολουθήστε το VICE στο TwitterFacebook και Instagram.