welzijn

Μια Βάρδια στην Εντατική, στα Τελευταία Λεπτά Ενός Ασθενή

Ένας γιατρός -που δεν μπορεί να κάνει τίποτα πλέον- μας παίρνει δίπλα του, σε άλλη μια βάρδια που μπορεί να σου θυμίζει με ανατριχιαστικό τρόπο τη θνητότητά σου.
FH
Κείμενο Frank Huyler, MD
Φωτό: Miquel Llonch/Stocksy

Από τον λαιμό και πάνω, ο Robert Gregory έμοιαζε με συνηθισμένο άνθρωπο, με όψη λόγιου, με γυαλιά με λεπτό συρμάτινο σκελετό και ζωηρά μάτια πίσω τους. Από τον λαιμό και κάτω, σχεδόν δεν έμοιαζε με άνθρωπο. Το σώμα του ήταν πελώριο, τόσο γεμάτο με υγρό, που σχεδόν δεν μπορούσε να κουνηθεί. Αναγκαστήκαμε να τον σηκώσουμε από το φορείο, για να τον βάλουμε στο κρεβάτι, ενώ εκείνος αγκομαχούσε, φορώντας μάσκα οξυγόνου.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δεν φορούσε μπλούζα. Το δέρμα του ήταν γκρίζο και υγρό. Τα χέρια και τα πόδια του μπλαβιασμένα. Ήταν κρύος, σαν σακούλα αλεύρι που ήταν στο ψυγείο.
«Δεν μπορώ να πάρω ανάσα, έχω τρομερή ναυτία, βοηθήστε με». Οι λέξεις έβγαιναν μία-μία ανάμεσα στις ανάσες, σαν χάντρες σε κομπολόι. «Βοηθήστε με», είπε ξανά και μετά έβαλε τα κλάματα. Έκλαιγε όπως αγκομαχούσε, ασυγκράτητα.

Τον ρώτησα αν ήθελε αναπνευστήρα. Τον ρώτησα τι ήθελε να κάνουμε, αν σταματούσε η καρδιά του. Έπρεπε να μπω στο ψητό.

«Είμαι DNR (σ.σ. ασθενής που ζητάει να μην του γίνει ανάνηψη)», είπε.

- Αφήστε με να φύγω. Έχω τόση ναυτία. Φοβάμαι πολύ. Βοηθήστε με.
- Τι θέλεις να κάνω;
- Κάτι για τη ναυτία. Κάτι για τον πόνο. Ω, Θεέ μου.

Έτσι, μου έδωσε άφεση αμαρτιών: θα χρειαζόταν μόνο να παρακολουθώ. Έκλαιγε σαν παιδί, αλλά είχε το κουράγιο να τα παρατήσει. Ήταν πολύ τρομακτικός. Η πνευμονική υπέρταση πλήττει κυρίως γυναίκες. Κανείς δεν ξέρει γιατί. Το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται στα πνευμονικά αιμοφόρα αγγεία. Οι αρτηρίες γίνονται δύσκαμπτες και δημιουργείται φλεγμονή. Η καρδιά καταβάλει μεγάλη προσπάθεια να στείλει αίμα μέσα τους και μέσα σε λίγα χρόνια παραδίδεται. Δεν υπάρχει θεραπεία. Η κατάρρευση ξεκινάει με δυσκολία στην αναπνοή και καταλήγει όπως στην περίπτωση του Robert. Είχε καλέσει μόνος του ασθενοφόρο. Οι νοσοκόμες του έρχονταν μόνο λίγες φορές την εβδομάδα – εκείνη τη μέρα δεν ήταν εκεί.

Έπρεπε να βρίσκεται σε κέντρο περίθαλψης, αλλά ήταν μόνος στο σπίτι.
Μας παρηγορεί να δίνουμε όνομα σε κάποια πράγματα. Μας παρηγορεί, ιδίως όταν μια αρρώστια είναι σπάνια, όταν οι πιθανότητες είναι λίγες, όταν το πιθανότερο είναι να μην μας αγγίξει ποτέ. Κάτι άλλο, σκεφτόμαστε, αλλά όχι αυτό και είναι μια αβεβαιότητα που αποδεχόμαστε. Το μαρτύριό του ήταν δικό του και δεν κινδυνεύαμε από αυτό. Είχε διαλέξει εκείνον, σαν celebrity, σαν ένα τυχαίο αστέρι στον ουρανό.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Το νοσοκομείο ήταν γεμάτο. Το νοσοκομείο είναι πάντα γεμάτο. Δεν υπήρχε χώρος να τον βάλουν πάνω, δεν υπήρχε μέρος για ώρες. Μόνο η Εντατική, το μεσημέρι, με ένα πλήθος να περιμένει στον διάδρομο.

Για λίγο, σταμάτησε να κλαίει.

- Θέλεις να πάρουμε κάποιον τηλέφωνο;
- Η μητέρα μου είναι ηλικιωμένη. Δεν οδηγεί. Μην την πάρετε, παρακαλώ.

Έτσι δεν την πήραμε. Αλλά ήθελε να μιλήσει, δεν ήθελε να είναι μόνος και το βλέπαμε. Τον ρώτησα τι δουλειά έκανε και από πού ήταν, σαν να γνωριζόμασταν. «Είμαι καλλιτέχνης», είπε και τα χείλια του σχημάτισαν μικρούς κύκλους, σαν δαχτυλίδια στο νερό μιας λιμνούλας.

- Τι είδους καλλιτέχνης;
- Ζωγραφίζω με νερομπογιές.

Ύστερα έβαλε ξανά τα κλάματα, ανοιγοκλείνοντας τα χέρια του.
Άρα, εξαρτιόταν από μένα – πόση μορφίνη να του έδινα;


VICE Video:_ Η Υγεία σε Κρίση_

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook.


Κάποτε, όταν ήμουν παιδί, είχα βρεθεί σε μια άμαξα που την έσερνε άλογο, σε μια ακτή της Ινδίας. Πηγαίναμε σε ένα ξενοδοχείο έξω από την πόλη. Είχαμε μπει στο κάρο μες στο σκοτάδι, εκείνη τη μαλακή, ζεστή νύχτα που φυσούσε και ξεκινήσαμε απότομα. Οι οπλές του αλόγου χτυπούσαν στον χωματόδρομο και το κύμα μούγκριζε στο βάθος, πέρα από την παραλία. Το φεγγάρι είχε βγει ανάμεσα στα σύννεφα, έριχνε σκιές και ήταν συναρπαστικά.

Αλλά λίγο αργότερα, καταλάβαμε πόσο αδύναμο ήταν το άλογο. Δεν μπορούσε να κρατήσει τον ρυθμό. Μετά βίας μπορούσαμε να το δούμε στο σκοτάδι. Ο οδηγός το μαστίγωσε ξανά και ξανά, καθώς εκείνο έχανε δυνάμεις, προσπαθώντας να γυρίσει στην πόλη λίγο πιο γρήγορα, ώστε να πάρει άλλη κούρσα. Θυμάμαι να τον πιάνω από το μπράτσο και να του ζητάω να σταματήσει. Με κοίταξε σαστισμένος και ενοχλημένος, σαν να έλεγε «Ένα άλογο είναι μόνο. Εσύ, ποιος είσαι;».

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Η ανάσα του έγινε πιο αργή, το κεφάλι του έπεφτε σιγά-σιγά προς τα πίσω, το στόμα του έμενε ανοιχτό. Ξυπνούσε αγκομαχώντας, σήκωνε το βλέμμα, ανοιγόκλεινε λίγο τα μάτια.

Μορφίνη. Η ερώτηση με βάραινε. Πέθαινε, αλλά δεν ήθελα να τον σκοτώσω. Αυτή η απόφαση ενέχει κάτι αρχέγονο. Θέλεις να κάνεις κάτι. Η επιθυμία είναι πολύ ισχυρή. Πρέπει να αντισταθείς στον εαυτό σου: δεν υπάρχει σπουδαιότερη μορφή πειθαρχίας.

Αλλά το επόμενο βήμα –να τον σπρώξεις πέρα από το όριο και να τελειώνουμε– είναι ακόμη πιο σκληρό. Απαιτεί ένα ιδιαίτερο θάρρος. Δεν μπορείς να κάνεις λάθος. Δεν μπορείς να έχεις αμφιβολία. Δούλευα και είχα να δω πολλούς ασθενείς. Πέρασα μόνο λίγα λεπτά μαζί του. Έπρεπε να σφίξω καινούρια χέρια, να δώσω εντολή για εξετάσεις. Υπήρχαν ειδικευόμενοι και φοιτητές και έπρεπε να διαβάσω ηλεκτρο-καρδιογραφήματα. Έπρεπε να πληκτρολογήσω σημειώσεις και να απαντήσω σε ερωτήσεις και έρχονταν ασθενοφόρα και περνούσαν άνθρωποι και μέσα σε όλα αυτά το κινητό στην τσέπη μου χτυπούσε διαρκώς.

Ήθελα να φύγω και έφυγα. Αλλά ένιωθα την παρουσία του, καθώς περνούσαν οι ώρες. Ήξερα ότι ήταν πίσω από την κουρτίνα στη γωνία, κλαίγοντας και παρακαλώντας. Τα παρακαλητά του ήταν γενικά, όπως αυτά που λένε σε έναν βασανιστή, καθώς η νοσοκόμα καθόταν μαζί του και κρατούσε το χέρι του.

Έτσι, συμβιβάστηκα. Του έδωσα σχεδόν αρκετή.

Πήρε ώρες, μέχρι να ξεθωριάσει η τρομερή του εγρήγορση. Αλλά τελικά, αναπόφευκτα, ζαλίστηκε, τα ’χασε. Έτσι, έγινε λιγότερο τρομακτικός. Το χάσμα ανάμεσα σε όσους παρακολουθούν και όσους παρακολουθούνται. Η ανάσα του έγινε πιο αργή, το κεφάλι του έπεφτε σιγά-σιγά προς τα πίσω, το στόμα του έμενε ανοιχτό. Ξυπνούσε αγκομαχώντας, σήκωνε το βλέμμα, ανοιγόκλεινε λίγο τα μάτια. Βογκούσε σαν κάποιος που ονειρεύεται στον ύπνο του.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Το πρόσωπό του σιγά-σιγά μπλάβιασε, ώσπου έγινε σαν τα χέρια του. Είδα αρκετά.

Η νοσοκόμα καθόταν ακόμη μαζί του και κρατούσε το χέρι του, αλλά έπρεπε και εκείνη να σηκωθεί να δουλέψει. Σε εκείνη, έπεφταν τα χειρότερα. Μια γυναίκα νέα, ούτε καν 30 ετών, και η ζωή της δεν είναι εύκολη. Έχει λογαριασμούς, παιδιά και βάσανα. Το ξέρω, επειδή οι νοσοκόμες μιλάνε μεταξύ τους. Καμιά φορά μιλάνε και σε μένα.

Τότε, είχαμε κλείσει πλέον το μόνιτορ, έτσι τα καμπανάκια δεν χτύπησαν. Το δύσκολο είχε πέσει πάνω της: εκείνη καθόταν μαζί του, όταν μπορούσε και τον κοίταζε στα μάτια και προσπαθούσε να τον παρηγορήσει, καθώς περνούσαν οι ώρες και τα δυνατά φώτα έσβησαν.

Το τέλος της ζωής ενός ανθρώπου καταλαμβάνει ένα μονό δωμάτιο, το πολύ. Αλλά γεμίζει το δωμάτιο και δημιουργεί μια αίσθηση ευλάβειας. Όλοι το νιώθουν.

Το ένιωσα εγώ. Αλλά όχι όσο θα το ένιωθα, όταν ήμουν νέος, ούτε κατά διάνοια και αυτό είναι κάτι που με επηρέασε. Αν είσαι άτυχος, η καρδιά σου κρυώνει με τον καιρό και αποκτάς μια κάποια διαύγεια. Γίνεσαι κομμάτι των αδιαφοριών. Η εμπειρία σε κάνει να σταματάς να βλέπεις τις σκληρότητες του κόσμου όπως είναι. Είναι κάτι στο οποίο πρέπει να αντισταθείς, κάτι στο οποίο πρέπει να θυμίζεις στον εαυτό σου να αντισταθεί. Πρέπει να γαντζωθείς απ’ τη γνώση ότι κανείς δεν πρέπει να υποφέρει έτσι, σε ένα θάλαμο σε μια Εντατική, ανάμεσα σε ξένους.

Τελικά, σταμάτησε να ξυπνάει αγκομαχώντας. Το κεφάλι του έπεσε πίσω για τα καλά και το στόμα του πίσω από τη μάσκα άνοιξε. Φορούσε ακόμη τα γυαλιά του. Ανάσαινε όλο και πιο αραιά. Το πρόσωπό του σιγά-σιγά μπλάβιασε, ώσπου έγινε σαν τα χέρια του. Είδα αρκετά. Ένας ζωγράφος με νερομπογιές – ο πιο ήρεμος, ο πιο άκακος απ’ τους ανθρώπους.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Σκεπάσαμε το σώμα του και το μεταφέραμε στην αίθουσα απολύμανσης, για να περιμένει για το γραφείο τελετών. Ήρθε η καθαρίστρια και έστρωσε ξανά το κρεβάτι και σκούπισε το πάτωμα.

Δήλωσα την ώρα θανάτου του, που είναι ένα μικρό τελετουργικό από το παρελθόν. Έβαλα το στηθοσκόπιο στο στήθος του και έκανα πως άκουγα. Έριξα το φως στα μάτια του. Ύστερα, διάλεξα μια ώρα και η νοσοκόμα την έγραψε.

Ήταν ψευδής ακρίβεια – 15:32. Όχι 15:30. Δεν στρογγυλεύεις προς τα πάνω ή προς τα κάτω. Διαλέγεις έναν αριθμό που μοιάζει σωστός, όχι κάποιος που μάντεψες.

Σκεπάσαμε το σώμα του και το μεταφέραμε στην αίθουσα απολύμανσης, για να περιμένει για το γραφείο τελετών. Ήρθε η καθαρίστρια και έστρωσε ξανά το κρεβάτι και σκούπισε το πάτωμα. Έφεραν έναν καινούργιο ασθενή, κάποιον που δεν είχε ιδέα τι είχε μόλις συμβεί εκεί. Έπειτα, η νοσοκόμα που είχε καθίσει μαζί του και είχε βάλει τα δυνατά της βγήκε στο διάδρομο. Την ακολούθησα και άγγιξα τον ώμο της και της είπα κάτι –δεν θυμάμαι ακριβώς– αλλά εκείνη ανασήκωσε τους ώμους και απομακρύνθηκε.

Δέκα λεπτά αργότερα επέστρεψε, με μάτια σκοτεινά, ήσυχη. Κατάλαβα ότι είχε κλάψει και συνήλθε ξανά. Καθώς την κοίταζα σκέφτηκα, «Είναι τόσο νέα. Έχει τόσα να δει ακόμη».

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

Περισσότερα από το VICE

«Απόγνωση. Αυτό» - Ο Σταμάτης και η Κατερίνα Μετανάστευσαν στα 56 τους για να Βρουν Δουλειά

Οι 30 πιο Απογοητευτικοί Έλληνες Κάτω των 30

Φωτογραφίες που Πρόλαβε να Βγάλει Ένας Εισβολέας σε Ρωσικές Μυστικές Εγκαταστάσεις

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.