H Διαχρονική Απήχηση των Μπισκότων Βουτύρου Royal Dansk

Το μπλε τσίγκινο κουτί; Εμβληματικό.
Mayukh Sen
Κείμενο Mayukh Sen
27.6.18

Η αγάπη της Stella Parks για τα Royal Dansk είναι βαθιά. Όταν ήταν μικρή, ο μπαμπάς της επέστρεφε πάντα με εκείνο το μπλε τσίγκινο κουτί με τα λαχταριστά μπισκότα βουτύρου, μετά την τελευταία μέρα της δουλειάς του τον Δεκέμβριο. Εκείνη, το έπαιρνε ως σημάδι της έναρξης των γιορτών και καταβρόχθιζε σχεδόν αμάσητα τα μπισκότα, που άλλα είχαν σχήμα μισοφέγγαρου και επικάλυψη ζάχαρης και άλλα ήταν σκέτα. Όλα ήταν παραλλαγές μιας συνταγής με τα ίδια υλικά: ζάχαρη και βούτυρο.

«Ήταν τόσο τραγανά και απλά, και ευτυχώς όσο γλυκά έπρεπε», λέει η Parks «και το κουτί κρατούσε τη μυρωδιά των μπισκότων για πολύ καιρό, αφότου τα γλυκά είχαν εξαφανιστεί».

Μπορείτε να βρείτε μια αντιγραφή της συνταγής για τα Royal Dansk στις σελίδες του BraveTart: Iconic American Desserts, το δημοφιλέστατο βιβλίο μαγειρικής της Parks που κυκλοφόρησε φέτος. Είναι ένα βιβλίο που σε μαθαίνει συνταγές, για να αντιγράψεις διάφορα εμπορικά προϊόντα -MilkyWay, Fig Newton και Nutter Butter– με αυτοπεποίθηση και χωρίς τη βοήθεια κανενός, δίνοντας λογική σε γεύσεις που φαίνονται σχεδόν παράλογα νόστιμες.

Το τσίγκινο κουτί Royal Dansk σήμερα. Φωτογραφία μέσω Royal Dansk.

Η Parks δημιούργησε τη συνταγή για τα κουλουράκια-κλώνους της Royal Dansk κατά λάθος, όπως εξηγεί. Προσπαθούσε, χωρίς επιτυχία, να αντιγράψει μια παρτίδα Girl Scout Trefoils. Η Parks έπλασε τη ζύμη πολύ παχιά και την έψησε υπερβολικά. Αυτό οδήγησε σε μια καταστροφική παρτίδα επίδοξων Trefoils, αλλά η γεύση ήταν εξαιρετικά κοντά σε εκείνη των μπισκότων Royal Dansk. Έτσι, προσπάθησε ξανά, αυτήν τη φορά με την πρόθεση να φτιάξει τα μπισκότα Royal Dansk, χρησιμοποιώντας μια πρέσα μπισκότων και άφθονη ζάχαρη, για να αντιγράψει εκείνη τη γεύση που της ήταν τόσο οικεία από τα παιδικά της χρόνια.

Είναι δύσκολο, τελικά, να αναπαράγεις την ιδιαίτερη αίσθηση που έχεις όταν τρως τα μπισκότα Royal Dansk, το σπάνιο προϊόν μαζικής παραγωγής που ισορροπεί μεταξύ προσιτότητας και πολυτέλειας. Η αγάπη για αυτό το προϊόν, το οποίο εμφανίζεται στα ράφια μέσα στις γιορτές, είναι βαθιά ριζωμένη στον αμερικανικό ψυχισμό. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι αυτά τα μπισκότα είναι εμβληματικά, όπως και τα μπλε κουτιά μέσα στα οποία είναι συσκευασμένα (δεν είμαστε λίγοι όσοι δίνουμε διάφορες χρήσεις σε αυτά τα κουτιά, όπως για να φυλάξουμε τα ραπτικά μας και άλλα εργαλεία ή μπιχλιμπίδια, όταν αδειάσουν).

Σήμερα, το τσίγκινο κουτί των μπισκότων απεικονίζει μια παλιά δανέζικη αγροικία που ονομάζεται Hjemstavnsgaard, η οποία βρίσκεται στο νησί Φιονία της Δανίας.

Τα μπισκότα κατασκευάζονται σήμερα από την εταιρεία Kelsen με έδρα τη Δανία, η οποία με τη σειρά της αποτελείται από δύο διαφορετικά δανέζικα αρτοποιεία, τα οποία συγχωνεύθηκαν το 1990. Το πρώτο, το Kjeldsen, είχε ανοίξει το 1933, όταν ένα νεαρό, παντρεμένο ζευγάρι –η Anna και ο Marinus Kjeldsen- άνοιξε ένα αρτοποιείο σε ένα μικρό χωριό της Γιουτλάνδης που λέγεται Νόρε Σνέντε. Το δεύτερο, ένα συνεταιριστικό εργοστάσιο στο Χέλσινγκορ που ονομάζεται Royal Dansk, δημιουργήθηκε το 1966, εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά. Οι δύο εταιρείες ακολούθησαν παράλληλες τροχιές επιτυχίας, οι οποίες τελικά επεκτάθηκαν και πέρα από τη Δανία.

«Το Kjeldsens έγινε δημοφιλές στο Χονγκ Κονγκ και αργότερα στην Κίνα», μου εξηγεί η Jette Rasmussen, υπεύθυνη διαχείρισης του εμπορικού σήματος της Royal Dansk στη Δανία. «Η Royal Dansk αποτέλεσε τον στυλοβάτη στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ».


VICE Video: Τρώγοντας Μόνο Ό,τι Φυτρώνει

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook.


Σήμερα, το τσίγκινο κουτί των μπισκότων απεικονίζει μια παλιά δανέζικη αγροικία που ονομάζεται Hjemstavnsgaard, η οποία βρίσκεται στο νησί Φιονία της Δανίας. Είναι μια εικόνα, ισχυρίζεται η Rasmussen, που εμφανίστηκε για πρώτη φορά στα κουτιά των Royal Dansk στις αρχές της δεκαετίας του 1970 και παρέπεμπε στον πλούτο της γεωργικής κληρονομιάς της Δανίας.

«Το αγρόκτημα έγινε αναπόσπαστο τμήμα των Royal Dansk από την αρχή», λέει η Rasmussen. «Φανταζόμαστε ότι ο αρτοποιός εκείνης της εποχής θα εκτίμησε τη σχέση μεταξύ της τοπικής γεωργικής κληρονομιάς και των παραδοσιακών μπισκότων που παρασκευάζονται με βούτυρο υψηλής ποιότητας. Αν και δεν μπορούμε να τον ρωτήσουμε σήμερα, εξακολουθούμε να συμφωνούμε».

Τα κουτιά υπάρχουν τώρα σε μεγάλα εμπορικά καταστήματα και σούπερ μάρκετ σε κάθε γωνιά της Αμερικής. «Ποια είναι η πρώτη εξήγηση που δίνει ο κόσμος για την επιτυχία των Royal Dansk;», μου λέει ο Timothy Roufs, συν-συγγραφέας του Sweet Treats Αround the World: An Encyclopedia of Food and Culture ( Λαχταριστές Λιχουδιές του Κόσμου: Μια Εγκυκλοπαίδεια Φαγητού και Πολιτισμού),το οποίο συνυπογράφει με τη σύζυγό του Kathleen. «Είναι το μπλε τσίγκινο κουτί, σε συνδυασμό με την ποιότητα».

Όλοι γεννιόμαστε με μια προδιάθεση προς τη γεύση του αλατιού, της ζάχαρης και του λίπους.

Οι Rouf ζουν στο Ντουλούθ της Μινεσότα, το οποίο περιγράφουν ως μια επαρχιακή περιοχή. Ο Timothy σημειώνει ότι τα γύρω σούπερ μάρκετ και τα εξειδικευμένα καταστήματα που απευθύνονται σε τουρίστεςδιαθέτουν απομιμήσεις, όχι όμως τα Royal Dansk. Τα μοναδικά καταστήματα που διαθέτουν τα αυθεντικά εμβληματικά μπισκότα είναι τα Walmart και Walgreens, όπου τα κουτιά των 340 γραμμαρίων κοστίζουν 4,99 δολάρια (4,30 ευρώ).

Οι Rouf αποδίδουν τη διαχρονική δημοτικότητα της μάρκας τόσο στην ποιότητα του προϊόντος, η οποία ισχυρίζονται ότι είναι «εξαιρετική», όσο και στην επίμονη άρνηση των κατασκευαστών να προσθέσουν συντηρητικά και χρωστικές ουσίες. Η απήχηση της μάρκας Royal Dansk οφείλεται επίσης και στο φετίχ της Αμερικής με τους βασιλείς, καθώς και στη φαντασίωση των καταναλωτών για μια φανταστική, μυθική Σκανδιναβία όπου τα πάντα είναι πιο νόστιμα.

Αλλά για τους ίδιους, υπάρχει μια πιο απλή εξήγηση για την αγάπη του κόσμου στη μάρκα. Οφείλεται σε έναν βασικό βιολογικό λόγο, ισχυρίζονται οι Rouf, δανειζόμενοι μια σελίδα από το Salt Sugar Fat: How the Food Giants Hooked Us (Αλάτι, Ζάχαρη, Λιπαρά: Πώς μας Έκαναν να Εθιστούμε οι Κολοσσοί των Εταιρειών Τροφίμων) του Michael Moss. Όλοι γεννιόμαστε με μια προδιάθεση προς τη γεύση του αλατιού, της ζάχαρης και του λίπους.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

To άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά στο Munchies.

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

Περισσότερα από το VICE

Ποιoς θα Πάρει Φέτος το Mundial, Χρήστο Σωτηρακόπουλε;

Αυτοί που Χειροκροτούν τον Δολοφόνο Ενός Παιδιού, Ζουν Ανάμεσά μας

«Είμαστε Τρελοί κι Ευτυχισμένοι»: Μια Γερή Φωτογραφική Βουτιά στα Εξάρχεια του 1980

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.