Φαγητό

Έφτασα Μερικά Εστιατόρια με Ελεύθερο Μπουφέ στα Όριά τους για να σου Αποδείξω ότι κι Εσύ Μπορείς

Σε μια εποχή τρομερής λιτότητας, πώς μπορώ να επιβιώσω εκμεταλλευόμενος το δωρεάν φαγητό;

Κείμενο Oobah Butler
21 Σεπτέμβριος 2017, 5:15am

To άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στο VICE UK .

Πάντα είχα μανία με τους μπουφέδες όπου μπορείς να φας όσο θες. Καθώς ήμουν το μικρότερο από έξι αδέρφια, η ώρα του δείπνου ήταν ένας αγώνας, για να δεις αν μπορούσες να προλάβεις να φας δεύτερo πιάτο, όσο υπήρχε ακόμα αρκετό φαγητό. Αυτό με έκανε να έχω άγχος για το φαγητό και να τρώω από ένστικτο γρήγορα, άτσαλα και πολύ. Έτσι, από την πρώτη στιγμή που είδα έναν τέτοιο μπουφέ, ήταν για μένα έμπνευση. Ήταν ένα περιβάλλον όπου μπορούσα να φάω χωρίς πίεση, όπου το φαγητό δεν θα τελείωνε ποτέ. Σύντομα όμως διαπίστωσα ότι είναι τελείως απάτη, κυρίως επειδή τα περισσότερα φαγητά που είναι διαθέσιμα σε έναν μπουφέ έχουν τόσο άμυλο και είναι τόσο χορταστικά που μπορείς να χάσεις όλη σου την αξιοπρέπεια και να φας σαν να 'σαι ο Gary Barlow το 1994 και πάλι να έχεις απλώς καταβροχθίσει πέτρες μηδαμινής αξίας.

Στα 13, έβαζα τα δυνατά μου να εκμεταλλευτώ στο έπακρο την εμπειρία: έτρωγα μέχρι που δεν μπορούσα να κουνηθώ, σερνόμουν στην τουαλέτα, πιεζόμουν να κάνω εμετό και επέστρεφα για να φάω και άλλο, σαν ηδονιστής Ρωμαίος ευγενής. Δεν ήταν το καλύτερο κόλπο, για να λέμε την αλήθεια και ένιωθα σκατά. Έτσι σταμάτησα να πηγαίνω σε τέτοια μαγαζιά. Το ρομάντζο έληξε.

Έπειτα, πριν από δύο χρόνια μετακόμισα στο Λονδίνο. Άφραγκος στην πόλη της απληστίας, έπαθα ξανά εμμονή. Πώς μπορώ να εκμεταλλευτώ στο έπακρο την αξία αυτών των μαγαζιών; Πώς να νικήσω το σύστημα; Δεν μπορεί πάντα να κερδίζει η μπάνκα. Πέρασα πολλές άυπνες νύχτες κρατώντας σημειώσεις αλλά, μα τον Δία, το βρήκα. Τέσσερις διαφορετικές απάτες σχεδιασμένες προσεκτικά με έναν μόνο σκοπό: να νικήσω το σύστημα και επιτέλους να χορτάσω όπως πρέπει, σε μπουφέ «όσο μπορείτε να φάτε».

«Έμεινες μόνο έξι ώρες και 50 λεπτά»

Την επόμενη μέρα πηγαίνω στο Κάμπεργουελ, με ένα καινούριο σχέδιο: Να περάσω όλη τη μέρα τρώγοντας όλα μου τα γεύματα σε ένα κινέζικο μαγαζί «όσο μπορείς να φας», δουλεύοντας στο laptop μου ενδιαμέσως. Δεν έχω έρθει ξανά και όποτε περνάω και κοιτάζω από τα παράθυρα, φαίνεται να έχει μια ρυπαρή, θλιβερή ατμόσφαιρα ΠΡΟΠΟτζίδικου. Αλλά στην πραγματικότητα σφύζει από ζωή. Οι θαμώνες γελάνε και χτυπάνε φιλικά τον τύπο πίσω από το ταμείο. Σκοπεύω να φάω λογικά, αλλά καθώς οι θαμώνες κάνουν ουρά στον μπουφέ και στοιβάζουν ένα σωρό πιάτα το ένα πάνω στο άλλο, υποκύπτω στην κοινωνική πίεση. Το πρωινό είναι ένα βουνό από αδιάφορα νουντλς, ρύζι, πατάτες και φύκια. Επιστρέφω για δεύτερη και τρίτη φορά. Μετά από μισή ώρα, έχω τελειώσει. Αν θες να δεις πώς είναι κάποιος που σιχαίνεται τον εαυτό του, απλώς μπορείς να κάτσεις και να κοιτάς την πόρτα ενός τέτοιου μαγαζιού.

Είναι σκέτη ταλαιπώρια να προσπαθείς να λειτουργήσεις φυσιολογικά, ενώ νιώθεις σαν κουβάς γεμάτος φυτικό λάδι. Το μαγαζί αδειάζει και γεμίζει ξανά, οι ώρες περνάνε, από τα ηχεία ακούγονται οι Years and Years και κανείς από το προσωπικό δεν μου μιλάει. Όταν φτάνει το μεσημέρι, δεν νιώθω ότι μπορώ να φάω πολύ ακόμη. Μόνο που κοιτάζω τα σπρινγκ ρολς και νουντλς Σιγκαπούρης, αναγουλιάζω. Δεν ξέρω για πόση ώρα, αλλά μετά το μεσημεριανό αποκοιμιέμαι λιγάκι στο τραπέζι. Είναι 5:30 μ.μ., όταν μπορώ να αντικρίσω ξανά φαγητό και τελικά δεν έμαθα τίποτα από το φιάσκο του πρωινού. Έσκασα και πάλι. Είναι απίστευτο ότι σε μια πόλη όπου ένα ποτήρι μπίρα κάνει 5 λίρες, μπορείς να φας απεριόριστη ποσότητα φαγητού για όσο θέλεις με 6,99 λίρες. Βγαίνοντας, ρωτάω τον τύπο στο ταμείο αν είναι OK ή φυσιολογικό να μένει κάποιος, όσο έμεινα εγώ σήμερα. Ανασηκώνει τους ώμους, κοιτάζει το ρολόι και λέει, «Γιατί όχι, έμεινες μόνο έξι ώρες και 50 λεπτά. Cool, αδερφέ».

Αυστηρώς επαγγελματικά

Πηγαίνω σε ένα αξιοσημείωτο εστιατόριο που βρίσκεται στον πάνω όροφο του σταθμού Βικτώρια. Δώδεκα διαφορετικά είδη πίτσας στον μπουφέ και καμιά εικοσαριά πιάτα ζυμαρικών, που ανανεώνονται ανά 20 λεπτά – είναι μια ομορφιά στο σύμπαν των μπουφέδων. Έτσι, μου φαινόταν λογικό να ντυθώ επαγγελματικά, να χτενίσω τα μαλλιά μου προς τα πίσω και να αναμειχθώ με τους πελάτες που είναι εργαζόμενοι που πηγαινοέρχονται με τα μέσα μαζικής μεταφοράς στις δουλειές τους. Όντως πιάνει: με βάζουν σε σούπερ θέση στην τζαμαρία. Μέσα σε 30 λεπτά τρώω ό,τι θέλω και λίγο παραπάνω. Σκουπίζω το στόμα μου με χαρτοπετσέτα, καθώς έρχεται ο λογαριασμός και ρωτάω αν μπορώ να πάρω ένα-δυο κομμάτια πίτσα μαζί μου, για τις αλεπούδες στον κήπο μου. Μου λένε, «Είναι ενάντια στην πολιτική μας, λυπόμαστε». Καλά. Μερικές φορές πρέπει να ακολουθήσεις τους κανόνες και να δεχτείς τα πράγματα όπως είναι. Να πάρεις τον χαρτοφύλακά σου και να φύγεις.

Τσα! Το δίδαγμα της ιστορίας μου: δεν θα πάρω ένα-δυο κομμάτια, θα πάρω 26, ευχαριστώ. Σαν τον ήρωα του Τελευταία Έξοδος: Ρίτα Χέιγουορθ που μέθυσε από ελευθερία, έτσι κι εγώ μέθυσα από απληστία. Έπαιρνα ένα πιάτο από τον μπουφέ, έτρωγα το ένα κομμάτι και έριχνα τρία ή τέσσερα στην τσάντα μου, που ήταν επενδυμένη με αλουμινόχαρτο. Αυτό δεν το περίμεναν. Φαγητό για τρεις ή τέσσερις μέρες τακτοποιήθηκε με 7,49 λίρες. Αυτά είναι.

Ο άλλος μου εαυτός

Βλέπεις αυτήν τη φωτογραφία; Δεν είναι οφθαλμαπάτη. Η οθόνη σου δεν έσπασε, ούτε έχεις ιό που αντιγράφει τα αρχεία σου. Είναι ο φίλος μου ο Gavin Sparks και εγώ – ετοιμαζόμαστε, για να κάνουμε το καλύτερο κόλπο στην ιστορία. Πηγαίνω στο Jimmy's.

Για τους αμύητους, τα εστιατόρια Jimmy's είναι τα πιο αυστηρά από τα εστιατόρια με μπουφέ – σε πετάνε έξω, αν στραβοκοιτάξεις τους σεφ τους. Εδώ, φίλοι μου, είναι ζόρικη φάση και θα χρειαστεί κάτι παραπάνω από έναν τροποποιημένο χαρτοφύλακα για να τους κοροϊδέψω. Γι' αυτό έβαλα στο παιχνίδι τον φίλο μου, τον κύριο Sparks. Η φάση, λοιπόν, πάει έτσι: Ο Sparks μπαίνει στο Jimmy's στις 5:55 μ.μ. και παραγγέλνει μπουφέ για έναν και μια μπίρα Cobra.

Αφού απολαύσει την παγκοσμίου επιπέδου κουζίνα τους μέχρι σκασμού και έχοντας πιει ακριβώς μισή μπίρα, στέλνει ένα μήνυμα σε μένα. Τότε του τηλεφωνώ. Όταν νιώσει τη δόνηση στην τσέπη του, ο Gavin απαντάει και βγαίνει σαν να μην τρέχει τίποτα έξω, για να μιλήσει. Καθώς μιλάει απομακρύνεται από την τζαμαρία προς τα δεξιά του εστιατορίου. Συνεχίζει να περπατάει, ώσπου προσπερνάει εμένα, που περπατάω μιλώντας στο τηλέφωνο με τον Gavin. Μπαίνω στο Jimmy's μιλώντας στο τηλέφωνο και τελειώνω την κλήση. Κάθομαι στη θέση του, στο ίδιο τραπέζι, στην αριστερή πλευρά του εστιατορίου. Πίνω μια γουλιά μπίρα και τρώω όσο γουστάρω. Ακριβώς στις 6:56 μ.μ., ζητάω τον λογαριασμό και πληρώνω για έναν μόνο μπουφέ και μια μπίρα. Ιδιοφυές, έτσι; Ξέρω, από τις καλύτερες φάσεις.

Λοιπόν, υπήρξε κανένα πρόβλημα στην όλη φάση; Κάναμε τη ληστεία μας και φύγαμε με την κοιλιά γεμάτη και το χαμόγελο στα χείλη; Για νομικούς λόγους, θα σας αφήσω να το καταλάβετε μόνοι σας.

Μπορεί να πέρασα τις τελευταίες τέσσερις μέρες δοκιμάζοντας επεξεργασμένους υδατάνθρακες, σως με βάση το σιρόπι και διάφορα είδη λαδιού, αλλά αυτό που γεύτηκα στην πραγματικότητα ήταν η ελευθερία. Η ουσία της ελευθερίας, έτοιμη προς κατανάλωση. Τελικά μπορείς να κάνεις ό,τι θες σε ένα μαγαζί με μπουφέ, σε εξωφρενικά χαμηλές τιμές - δεν υπάρχει όριο. Το «όσο μπορείς να φας» είναι ελευθερία, είναι αγάπη. Μπορεί και να είναι η πιο ανοιχτόμυαλη, ανεξάρτητη και απελευθερωτική κουλτούρα που υπάρχει στη Βρετανία του 21ου αιώνα.

Περισσότερα από το VICE

Τρομακτικά Ζώα που Έχουν Εμφανιστεί στην Ελλάδα Αλλά Κανονικά Δεν θα Έπρεπε να Βρίσκονται Εδώ

Έχουμε Μερικές Απορίες γι' Αυτό το Βίντεο Ενός Ζευγαριού στο YouTube Όπου Περιγράφουν πώς Γνωρίστηκαν

Η Iστορία του Skunk, του Nαρκωτικού που Ήρθε για να Μείνει

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.