ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Φαγητό

Έτσι Μετέτρεψα την Aποθήκη του Σπιτιού μου σε Eστιατόριο με Top Bαθμολογία στο TripAdvisor

Πρώτα μου έκαναν κριτικές, μετά ανέβηκα στην βαθμολογία και στο τέλος σέρβιρα ετοιματζίδικο φαγητό, στα εγκαίνια.

Κείμενο Oobah Butler
11 Δεκέμβριος 2017, 6:00am

Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στο VICE UΚ.

Μια φορά και έναν καιρό, πολύ προτού ξεκινήσω να γράφω στο VICE, έκανα και άλλες δουλειές. Μία, όμως, με επηρέασε ιδιαίτερα: έγραφα ψεύτικες κριτικές στο TripAdivisor. Ιδιοκτήτες εστιατορίων με πλήρωναν δέκα ευρώ, για να γράψω μια θετική κριτική για το μαγαζί τους - και ας μην είχα φάει ποτέ εκεί. Σιγά-σιγά με έπιασε μανία να ελέγχω τις βαθμολογίες αυτών των επιχειρήσεων. Οι τύχες τους άλλαζαν και εγώ ήμουν ο καταλύτης.

Έτσι πείστηκα ότι το TripAdvisor ήταν μια ψεύτικη πραγματικότητα – ότι τα γεύματα ποτέ δεν συνέβαιναν, ότι οι κριτικές γράφονταν όλες από ανθρώπους σαν εμένα. Φυσικά δεν ισχύει αυτό – σχεδόν όλες είναι τελείως αυθεντικές. Υπήρχε, επίσης, άλλος ένα παράγοντας που φαινόταν αδύνατο να «πλαστογραφηθεί»: τα ίδια τα εστιατόρια. Έτσι πήγα παρακάτω.

Μια μέρα, καθόμουν στην αποθηκούλα όπου ζω και είχα μια επιφοίτηση: μέσα στο τωρινό κλίμα παραπληροφόρησης και την προθυμία της κοινωνίας να πιστέψει πράγματα που είναι τελείως μαλακίες, ίσως ένα ψεύτικο εστιατόριο να ήταν δυνατόν. Ίσως να ήταν το μέρος που θα έκανε επιτυχία.

Από εκείνη τη στιγμή, όλο αυτό έγινε η αποστολή μου. Με τη βοήθεια ψεύτικων κριτικών, μυστηρίου και ανοησίας, θα το έκανα: θα έκανα την αποθήκη μου το κορυφαίο εστιατόριο του Λονδίνου στο TripAdvisor.

ΣΤΗΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ «ΑΠΟΘΗΚΗ ΣΤΟ ΝΤΑΛΓΟΥΙΤΣ» – ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2017

Πρώτα απ’ όλα, να σας δείξω τον χώρο μου: μια αποθήκη σε έναν κήπο στο νότιο Λονδίνο.

Για να ξεκινήσουμε, πρέπει να επιβεβαιώσω την ύπαρξή μου και γι’ αυτό χρειάζομαι ένα κινητό.

Με ένα προπληρωμένο κινητό, το εστιατόριο «Η Αποθήκη στο Ντάλγουιτς» υπάρχει επίσημα. Τώρα, πρέπει να καταχωρήσω μια διεύθυνση – αλλά αυτό μπορεί να αποβεί παγίδα, με τους δύσπιστους που ελέγχουν τα στοιχεία. Επίσης, δεν έχω πόρτα. Έτσι καταχωρώ απλώς τον δρόμο και γράφω «εστιατόριο μόνο με ραντεβού».

Πάμε στη διαδικτυακή μου παρουσία: αγοράζω ένα domain και φτιάχνω ένα site. Τα hot μαγαζιά έχουν να κάνουν με έξυπνα κόλπα, έτσι, για να τραβήξω την προσοχή, χρειάζομαι ένα concept αρκετά χαζό, ώστε να εκνευρίσει τον μπαμπά σου: για παράδειγμα, όλα μας τα πιάτα να έχουν ονόματα διαθέσεων.

Ναι και μερικές φωτογραφίες με soft focus των νόστιμων πιάτων μας.

Photo: Chris Bethell

Θα το τρώγατε, έτσι δεν είναι;

Photo: Chris Bethell

Καλύτερα, όχι.

Το πιάσατε: δεν είναι αυτό που φαίνεται.

Είναι ένα αυγό πάνω στο πόδι μου.

Νομίζω ότι το concept, ο λογότυπος (ευχαριστώ, Tristan Cross) και το μενού είναι έτοιμα, όλα δένουν. Υποβάλλω την αίτησή μου στο TripAdvisor. Τα υπόλοιπα είναι στο χέρι του Θεού.

Στις 5 Μαίου 2017 ξυπνάω και έχω πάρει απάντηση μέσω mail:

Γεια σας,

Με χαρά σας ενημερώνουμε ότι το αίτημα για καταχώρηση έχει εγκριθεί και υπάρχει στο site μας σε κοινή θέα. […]

Ευχαριστούμε που μας δώσατε αυτήν την ευκαιρία να μάθει η κοινότητα του TripAdvisor για την Αποθήκη στο Ντάλγουιτς.

Με θερμούς χαιρετισμούς ,
The TripAdvisor Support Team

Όχι TripAdvisor, εγώ σε ευχαριστώ που μου έδωσες την ευκαιρία να ενημερώσω την κοινότητα για την Αποθήκη στο Ντάλγουιτς.

ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΠΟΘΗΚΗ ΝΟΥΜΕΡΟ ΕΝΑ

Ξεκινάω στη θέση 18.149, το χειρότερο εστιατόριο στο Λονδίνο, σύμφωνα με το TripAdvisor. Άρα, θα χρειαστώ πολλές κριτικές. Κριτικές γραμμένες από πραγματικούς ανθρώπους, σε διαφορετικούς υπολογιστές, ώστε η τεχνολογία εναντίον των απατεώνων που χρησιμοποιεί το TripAdvisor να μην καταλάβει την απάτη μου.

Έτσι, επικοινωνώ με φίλους και συγγενείς και τους στρώνω στη δουλειά.

ΑΝΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΤΑΞΗ

Οι δυο πρώτες εβδομάδες είναι εύκολες: μπαίνουμε στα πρώτα 10.000 αμέσως, αλλά δεν περιμένω πολλά ακόμη από άποψη αιτημάτων. Ξαφνικά, όμως, ένα πρωί γίνεται κάτι εκπληκτικό. Το προπληρωμένο κινητό της Αποθήκης χτυπάει. Ξαφνιασμένος και με χανγκόβερ, το σηκώνω.

«Καλημέρα, η Αποθήκη;».

«Ναι;», ακούγομαι σαν καλοριφέρ που θέλει εξαέρωση.

«Έχω ακούσει πολλά για το εστιατόριό σας. Ξέρω ότι είναι δύσκολο, καθώς σας κλείνουν πολύ νωρίς, αλλά μήπως έχετε τραπέζι για απόψε;».

Πανικοβλήθηκα και απάντησα απότομα: «Λυπάμαι, είμαστε κλεισμένοι για έξι εβδομάδες», λέω και κλείνω το τηλέφωνο. Είμαι έκπληκτος. Μια μέρα αργότερα, άλλη μια δόνηση: μια κράτηση για 70ά γενέθλια. Τέσσερις μήνες νωρίτερα. Εννιά άτομα.

Mail; Τσεκάρω τον υπολογιστή μου: δεκάδες αιτήματα για κρατήσεις. Κάποιος προσπαθεί να χρησιμοποιήσει τη δουλειά της κοπέλας του σε ένα νοσοκομείο παίδων, ως μέσον. Στελέχη της τηλεόρασης χρησιμοποιούν τα mail της δουλειάς.

Εν μία νυκτί, φαινομενικά, είμαστε στο νούμερο 1.456. Η Αποθήκη στο Ντάλγουιτς ξαφνικά γίνεται δελεαστική. Πώς;

Συνειδητοποιώ το εξής: τα ραντεβού, η έλλειψη διεύθυνσης και η αποκλειστικότητα αυτού του μέρους είναι τόσο δελεαστικοί παράγοντες, που οι άνθρωποι δεν χρησιμοποιούν τη λογική τους. Κοιτάζουν τις φωτογραφίες του ποδιού μου και τους τρέχουν τα σάλια. Τους επόμενους μήνες, το τηλέφωνο της Αποθήκης χτυπάει ασταμάτητα.

ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΚΑΠΩΣ ΞΕΦΕΥΓΟΥΝ

Ως το τέλος Αυγούστου, είμαστε στο νούμερο 156.

Και τα πράγματα κάπως ξεφεύγουν.

Στην αρχή, διάφορες εταιρείες χρησιμοποιούν την εκτιμώμενη τοποθεσία της Αποθήκης στο Google Maps, για να μου στείλουν δωρεάν δείγματα. Έπειτα, έρχονται σε επαφή άνθρωποι που θέλουν να δουλέψουν στην Αποθήκη - αρκετοί. Στη συνέχεια, μου στέλνει mail το δημοτικό συμβούλιο, που θέλει να μας μεταφέρει σε έναν χώρο που φτιάχνουν στο Μπρόμλεϊ. Ύστερα, μια αυστραλέζικη εταιρεία παραγωγής έρχεται σε επαφή και λέει ότι θέλει να μας παρουσιάσει στα βίντεο των πτήσεων μιας αεροπορικής εταιρείας.

Ο συγγραφέας του άρθρου κατά τη διάρκεια συνομιλίας μέσω Skype με μια εταιρία δημοσίων σχέσεων.

Στο τέλος, κάνω ένα μίτινγκ μέσω Skype με μια εταιρεία δημοσίων σχέσεων που υπόσχεται να βάλει την Αποθήκη στον διαδικτυακό τόπο της Daily Mail, κάνοντας ένα λανσάρισμα με θέμα τον Batman και μια εμφάνιση της Lizzie Cundy, που θα κοστίσει 200 λίρες (230 ευρώ). Η εκπρόσωπος με αποκαλεί «προφανώς cool», που είναι ωραίο, αλλά τελικά αποφασίζω να κάνω το promotion μόνος μου.

ΤΟ ΤΕΛΕΙΩΤΙΚΟ ΧΤΥΠΗΜΑ

Χειμώνιασε και είμαστε στο νούμερο 30. Αλλά αυτή η θέση δεν αλλάζει, όσες κριτικές κι αν κάνω.

Κατά τα άλλα, τα πράγματα κυλάνε.

Με πλησιάζουν στο δρόμο και με ρωτάνε αν ξέρω πώς να πάνε στην Αποθήκη και το τηλέφωνο χτυπάει πιο πολύ από ποτέ.

Ο αριθμός των mail πολλαπλασιάζεται και άνθρωποι απ’ όλο τον κόσμο θέλουν να έρθουν.

Ένα βράδυ, έρχεται ένα mail από το TripAdvisor. Τίτλος: «Αίτημα πληροφοριών». Γαμώτο – το παιχνίδι τελείωσε. Με τσάκωσαν. Τα δάχτυλά μου τρέμουν, καθώς το ανοίγω: 89.000 views στα αποτελέσματα αναζήτησης την τελευταία μέρα. Δεκάδες πελάτες ζητούν πληροφορίες.

Γιατί; Την 1η Νοεμβρίου 2017, έξι μήνες αφότου καταχώρησα την Αποθήκη στο Ντάλγουιτς:

Είναι το κορυφαίο εστιατόριο του Λονδίνου.

Ένα εστιατόριο που δεν υπάρχει, αυτήν τη στιγμή έχει τη μεγαλύτερη βαθμολογία απ’ όλα, σε μια από τις μεγαλύτερες πόλεις του κόσμου, ίσως στο πιο αξιόπιστο site κριτικών στο Ίντερνετ.

Στο site του TripAdvisor, η εταιρεία λέει ότι αφιερώνει «πολύ χρόνο και πόρους, για να διαβεβαιώσει ότι το περιεχόμενο του TripAdvisor αντικατοπτρίζει τις πραγματικές εμπειρίες πραγματικών ταξιδιωτών». Έτσι, έρχομαι σε επαφή μαζί τους, όταν η όλη διαδικασία τελειώνει, για να ρωτήσω πώς κατάφερα να παρακάμψω τους αυστηρούς ελέγχους τους.

«Γενικά, οι μόνοι που φτιάχνουν ψεύτικες καταχωρήσεις εστιατορίων είναι δημοσιογράφοι σε πλανημένες απόπειρες να μας τεστάρουν», απαντάει ένας εκπρόσωπος μέσω mail. «Καθώς δεν υπάρχει κίνητρο για κάποιον στον πραγματικό κόσμο να φτιάξει ένα ψεύτικο εστιατόριο, δεν είναι ένα πρόβλημα που παρουσιάζεται συχνά στην κοινότητά μας – έτσι αυτό το τεστ δεν είναι πραγματικό παράδειγμα».

Δεν έχουν και άδικο. Δεν φαντάζομαι κάτι τέτοιο να συμβαίνει συχνά.

Ο εκπρόσωπος συμπληρώνει ότι «οι περισσότεροι απατεώνες απλώς ενδιαφέρονται να πειράξουν τις βαθμολογίες πραγματικών επιχειρήσεων», έτσι «ο διαχωρισμός ανάμεσα σε απόπειρα απάτης από μια πραγματική επιχείρηση, σε αντίθεση με την απόπειρα απάτης για μια ανύπαρκτη επιχείρηση, είναι σημαντικός». Για να πιάσει αυτούς τους ανθρώπους, το TripAdvisor χρησιμοποιεί «καινούρια τεχνολογία, για να αναγνωρίσει πιθανώς ύποπτα μοτίβα κριτικών» και συμπληρώνει το mail: «Επίσης, η κοινότητά μας μπορεί να μας αναφέρει ύποπτη δραστηριότητα». Παραθέτει στη συνέχεια μια μελέτη του 2015, που δείχνει ότι «93% των χρηστών του TripAdvisor δήλωσαν ότι βρίσκουν τις κριτικές που διαβάζουν ακριβείς, ως προς την πραγματική τους εμπειρία».

Ορίστε λοιπόν, τελείωσε.

Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΗΣ ΚΟΡΥΦΗΣ

Μόνο που δεν σταματάει.

Αφήνω το τηλέφωνο της Αποθήκης στο σπίτι ενός φίλου για ένα σαββατοκύριακο και όταν γυρίζω, έχει 116 αναπάντητες. Έτσι ξεκινώ πάλι να απαντώ, «Είμαστε κλεισμένοι», λέω ψέματα. «Έχουμε μια βάφτιση». Άλλο ένα ψέμα.

Τώρα που δημιούργησα αυτήν την «πραγματικότητα», σκέφτομαι ότι το μόνο που έχω να κάνω είναι να την πραγματοποιήσω. Σε τέσσερις μέρες, το καλύτερο εστιατόριο του Λονδίνου θα ζωντανέψει. Θα ανοίξω την Αποθήκη στο Ντάλγουιτς.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΒΡΑΔΙΑ

Πώς όμως; Δεν έχουν έρθει ποτέ πάνω από τρεις άνθρωποι ταυτόχρονα εδώ πέρα, πόσο μάλλον να έχω φαγητό και ποτά για 20. Υπάρχει μόνο ένας τρόπος να το κάνω, να δημιουργήσω τον ακριβή χώρο που περιέγραφαν οι άνθρωποι στις κριτικές τους, εδώ και έξι μήνες.

Το φαγητό θυμίζει στους ανθρώπους κάτι σπιτικό; Θα τους σερβίρω αυτό που έτρωγα εγώ μικρός, ετοιματζίδικα γεύματα.

Τους αρέσει το ρουστίκ, αλλά κομψό στιλ; Βλέπετε εκείνο το παιδικό σπιτάκι; Θα είναι γεμάτο με κότες, όπως τα ακριβά εστιατόρια έχουν αστακούς και οι πελάτες θα μπορούν να διαλέξουν κοτόπουλο.

Η επιτυχία μας οφείλεται στη βαθμολογία του TripAdvisor; Θα γεμίσω τα τραπέζια με γνωστούς, οι οποίοι θα λένε δυνατά πόσο νόστιμα είναι όλα.

Πώς θα πετύχω το απαράμιλλο περιβάλλον ενός πραγματικού εστιατορίου; Θα βάλω έναν DJ να παίζει τους ήχους ενός πραγματικού εστιατορίου.

Ας πιάσουμε δουλειά. Παιδικό σπιτάκι;

Για τις κότες.

Γρασίδι;

Κουρεμένο.

Θερμοκρασίες υπό το μηδέν;

Σόμπα.

Έξτρα θέσεις;

Έτοιμες.

Σύντομα, ο Τζο, φίλος μου και σεφ για απόψε, καταφθάνει. Την τελευταία δεκαετία ταξιδεύει στον κόσμο, δουλεύει σε καλά εστιατόρια. Ένας άνθρωπος ισάξιος της Αποθήκης. Τώρα έχουμε να βρούμε το φαγητό.

Να τα, με 31 λίρες (35 ευρώ).

Στην Αποθήκη, έχει φτάσει η Phoebe. Είναι μια έξυπνη σερβιτόρα που μπορεί να περιγράψει τις λεπτομέρειες του μενού μας, όπως ότι σερβίροντας πουτίγκα σε κούπες, έχουμε στόχο να αναπαραστήσουμε την εμπειρία του να τρως πουτίγκα σε κούπα.

Για ορεκτικό, Minestrone di Verdure. Για κυρίως, μια επιλογή Mac N Cheese με τρούφα ή λαζάνια λαχανικών Once-In-A-Lifetime Vegetable Lasagne. Για επιδόρπιο, το Chocolate Sundae της Αποθήκης.

Τέλος, ζητάω από τη Phoebe να ρωτήσει τη γνώμη κάθε πελάτη κατ’ ιδίαν, ώστε να είναι ειλικρινείς.

Και έτσι, το όραμά μου ζωντάνεψε.

Καλεσμένοι κάθονται στη στέγη, πίνοντας κρασί από κούπα.

Κότες κακαρίζουν χαρωπές στο παιδικό σπιτάκι, έτοιμες για σφάξιμο.

Ηθοποιοί μασουλάνε γεύματα της μίας λίρας.

Ένας DJ παίζει ήχους εστιατορίου.

Δείχνει, ακούγεται, μυρίζει όμορφα και είμαστε έτοιμοι για τους δυο πρώτους καλεσμένους. Πηγαίνω να τους βρω στον δρόμο και έχουν έρθει στην ώρα τους:

Ο Joel και η Maria, από την ηλιόλουστη Καλιφόρνια, που κάνουν πρώτη φορά διακοπές στην Ευρώπη. Χθες βράδυ ήταν στο Παρίσι και απόψε είναι το πρώτο τους βράδυ στο Λονδίνο. Ένα συνέδριο Pokemon τους έφερε στην πόλη, αλλά θέλουν να περάσουν το πρώτο τους βράδυ στην Αποθήκη.

Τους ζητάω να τους κλείσω τα μάτια με μαντίλι και τρομοκρατούνται, αλλά αφού φτάνουν και οι δυο ηθοποιοί σαν πελάτες, συμφωνούν.

Οδηγώ τους τέσσερις χέρι-χέρι στον κήπο. Καθώς πλησιάζουμε, η Maria λέει, «Ακούω κουζίνα». Όχι Maria, δεν ακούς. Βγάζουν τα μαντίλια. Οι Αμερικάνοι μένουν σιωπηλοί.

«Εδώ σερβίρουμε διαθέσεις. Θα ερμηνεύσω τις δικές σας και θα φέρουμε ανάλογα πιάτα. Maria, λαμβάνω μια ανεπιτήδευτη ενέργεια από σένα. Joel, ανιχνεύω ότι είσαι cool, σωστά;»

Τρέχω στην κουζίνα και παίρνω δυο κυρίως πιάτα από τον Joe. Όπως έχω ζητήσει, ο DJ βάζει συχνά ήχους κουδουνιού, για να κρύβει τον θόρυβο από τον φούρνο μικροκυμάτων.

Βάζω τα πιάτα μπροστά στο ζευγάρι, απομακρύνομαι και παρατηρώντας από απόσταση τους βλέπω να κοιτάζουν το Mac n Cheese. Η Maria βγάζει το κινητό της, για να φωτογραφίσει, κοιτάζει το γεύμα μέσα από την κάμερα, σταματάει και ύστερα αφήνει το κινητό, χωρίς να βγάλει φωτογραφία.

Η βραδιά περνάει αργά, ο Joel βλέπει τους δύο πάνω στη σκεπή και δεν μπορεί να σταματήσει να κοιτάζει. Μετά από 40 εν πολλοίς ήσυχα λεπτά, το ζευγάρι φεύγει, ο Joel δείχνει έξαλλος.

Στο μεταξύ, έρχονται δυο ντόπιοι όλο ερωτήσεις. Αφήνω τη Phoebe να μιλήσει μαζί τους, καθώς έχω να ασχοληθώ με ένα τραπέζι για τέσσερις.

Καθίζω τους πελάτες και πηγαίνω να πάρω τα ποτά, όταν ξαφνικά ακούω ένα ουρλιαχτό από την κουζίνα. Μια γυναίκα βγαίνει τρέχοντας και τσιρίζοντας. Ο Trevor –καλή ώρα να τον συστήσω, ο άνδρας από τον οποίο νοίκιασα τις κότες- την ακολουθεί κρατώντας μια κότα που φτερουγίζει.

Αρπάζω την κότα από τα χέρια του και τη χώνω στο σπιτάκι. Καθώς τα πράγματα ηρεμούν, οι φίλοι της γυναίκας γελάνε. «Γιατί έχετε κότες;», ρωτάνε. «Εσείς διαλέγετε. Μαγειρεύουμε αυτή που σας αρέσει». Οι φάτσες τους ξινίζουν. «Μα δεν είστε vegetarian εστιατόριο; Είδα ότι είστε το κορυφαίο vegeterian εστιατόριο στο Λονδίνο».

Η καρδιά μου παγώνει, δεν το είχα σκεφτεί αυτό. «Σε όλο το Λονδίνο, δηλαδή». Χαμογελάω. Την κάτσαμε.

Ο κόσμος μοιάζει να απολαμβάνει το φαγητό, αλλά δεν μπορώ να σταματήσω να σκέφτομαι την κότα που φτερούγιζε. Πρέπει να τα πάμε καλά με το τραπέζι των τεσσάρων.

Κάποιος με χτυπάει στον ώμο. Είναι ένας από αυτούς, ένας άνδρας που μου λέει ότι είναι τα γενέθλια του φίλου του. Μια ευκαιρία για εντυπωσιασμό.

Μιλάω διακριτικά με τη φίλη μου και κωμικό Lolly Adefope, που θα τραγουδήσει το «Happy Birthday» στον εορτάζοντα. Η Lolly ξεκινάει το τραγούδι, λέγοντας όμως σε όσους προσπαθούν να τη σιγοντάρουν να σταματήσουν, έτσι ακούγεται μόνο εκείνη. Είναι πραγματικά όμορφο.

Αλλά μάλλον δεν αρκεί. Το άλλο πραγματικό τραπέζι δύο ατόμων φεύγει και εγώ ξεπροβοδίζω τους τέσσερις. Ζητώ συγγνώμη, καθώς προχωρούμε, μουρμουρίζοντας κάτι για το μενού και τις δύσκολες καταστάσεις. Με σταματούν. «Ναι, να σας πω, σχετικά με τη διαθεσιμότητα, τώρα που ήρθαμε μια φορά, είναι πιο εύκολο, ε;», λέει μια κυρία.

«Τι πράγμα;».

«Ναι, δεν είναι πιο εύκολο να κλείσουμε τραπέζι τώρα;», πετάγεται ο σύζυγός της.

«Ναι, θα ήταν ωραία να έρθουμε ξανά».

Μένω άφωνος.

«Σίγουρα μπορούμε να το κοιτάξουμε».

Με χαιρετούν και χάνονται στη νύχτα.

Αν και αυτήν τη στιγμή το εστιατόριο έχει πέσει αρκετά στις βαθμολογίες (η σελίδα έχει σβηστεί, αλλά μια αποθηκευμένη εκδοχή είναι διαθέσιμη εδώ), ήμασταν στην κορυφαία θέση για σχεδόν δυο βδομάδες και αυτό προφανώς επηρεάζει τους πελάτες.

Τρέχω στον κήπο και φωνάζω τα νέα, «Θέλουν να κλείσουν ξανά». Ο Joe, ο Trevor, όλο το προσωπικό με κοιτάζουν και σκάμε στα γέλια. «Δεν εκπλήσσομαι», λέει η Phoebe και μου δείχνει το feedback από τους πελάτες, που είναι γενικά εξαιρετικό, μάλλον επειδή δεν τους χρέωσα τίποτα (ήταν δωρεάν, επειδή βιντεοσκοπούσαμε τη βραδιά για μια τηλεοπτική εκπομπή), αλλά επίσης πιθανόν επειδή όντως πέρασαν υπέροχα.

Ορίστε λοιπόν: κάλεσα κόσμο έξω από την αποθήκη μου, με μερικές καρέκλες πού βρήκα όπως-όπως και έφυγαν πιστεύοντας ότι αυτό θα μπορούσε να είναι το καλύτερο εστιατόριο στο Λονδίνο, μόνο με βάση τις αξιολογήσεις στο TripAdvisor. Μπορείς να το δεις κυνικά, να πεις ότι η κυριαρχία του Ίντερνετ είναι τόσο ισχυρή σήμερα, που οι άνθρωποι δεν εμπιστεύονται τις αισθήσεις τους. Αλλά μου αρέσει να είμαι θετικός. Αν εγώ μπορώ να μετατρέψω τον κήπο μου στο καλύτερο εστιατόριο στο Λονδίνο, όλα είναι δυνατά.

Περισσότερα από το VICE

Η Μεγάλη και Αιματηρή Ιστορία των Ελλήνων Σατανιστών της Παλλήνης

Μια Γειτονιά στη Θεσσαλονίκη Φτιάχνει το Δικό της Πάρκο Τσέπης

Μπορείς Όντως να Επικοινωνήσεις με τη Φύση Όταν Παίρνεις LSD;

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.