Stuff

Αυτή Ήταν η Χειρότερη Εμπειρία μου σε Συνέντευξη για Δουλειά

Τρία περιστατικά που δείχνουν ότι στην Ελλάδα της κρίσης, μάλλον θεωρείται φυσιολογικό να σε ρωτούν -σε μια συνέντευξη για δουλειά- αν έχεις κονδυλώματα.

Κείμενο ΚΟΡΙΝΑ ΠΕΤΡΙΔΗ
21 Οκτώβριος 2016, 5:00am

Εικονογράφηση: James Harvey

Κάποιοι εργοδότες έχουν εξωπραγματικές απαιτήσεις, ενώ άλλοι σου απευθύνονται με προσβλητικό τρόπο ή παρεισφρέουν άκομψα στον «ιδιωτικό χώρο» σου - αυτού του τύπου οι συμπεριφορές «ακουμπούν» πάνω στην ανάγκη μας για δουλειά, για επιβίωση. Ανάλογα φαινόμενα παρατηρούνταν και στα χρόνια της ευμάρειας. Η ποιοτική διαφορά, ωστόσο, είναι πως σήμερα συναντάς τέτοια φαινόμενα προτού καν γίνει η πρόσληψη - κοινώς, κατά τη διάρκεια της συνέντευξης. Ο Κώστας, η Στέλλα και ο Γιάννης είναι τρεις νέοι άνθρωποι που έτυχαν αντίστοιχης αντιμετώπισης και μας μίλησαν για τη δική τους ψυχοφθόρα διαδικασία συνέντευξης.

Γιάννης, 25 ετών, «Μήπως έχεις κονδυλώματα;»

Ο Γιάννης αποφοίτησε από την Αρχιτεκτονική σχολή και είχε μόλις αρχίσει να περιπλανιέται στην αγορά εργασίας, όταν απέκτησε μια τραγική εμπειρία στο πλαίσιο μιας συνέντευξης. Φτάνοντας στο γραφείο, ο υποψήφιος εργοδότης, του ζήτησε να απαντήσει σε ένα διαγώνισμα γνώσεων. «Αν και με αιφνιδίασε, το δέχθηκα. Θα έπρεπε ίσως να με έχει προβληματίσει περισσότερο, αλλά δεν αντιλήφθηκα ότι επρόκειτο για το πρώτο σημάδι ενός πλήρους και ασφυκτικού ελέγχου επί του υποψήφιου εργαζόμενου». Σύμφωνα με τον ίδιο, η συνέντευξη περιελάμβανε άκρως προσωπικές ερωτήσεις, όπως το αν έχει κοπέλα και αν έχει επιτυχία στο αντίθετο φύλο. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, ο Γιάννης υπέθεσε ότι πρόκειται απλώς για μία προσπάθεια του εργοδότη να δημιουργήσει ένα κλίμα οικειότητας. «Στη συνέχεια ακολούθησε η φαινομενικά τυπική ερώτηση της τοπικής μου καταγωγής. Η απάντησή μου τον οδήγησε σε μία ψευδοεπιστημονική ανάλυση με σαφείς προσβλητικούς υπαινιγμούς. Συγκεκριμένα, όταν απάντησα πως είμαι από την επαρχία, εξήγαγε το συμπέρασμα πως είμαι ένας "καχύποπτος βλάχος". Προσπάθησα να αντιδράσω λέγοντας στον εργοδότη πως δεν είναι δυνατόν να πιστεύει ότι η καταγωγή ορίζει με οποιονδήποτε τρόπο την προσωπικότητα και την ιδιοσυγκρασία ενός ανθρώπου, αλλά ο τελευταίος επέμενε για τη σημασία του DNA. Ο σουρεαλισμός κορυφώθηκε με μια ασύλληπτη αλληλουχία ερωτήσεων ως προς το αν πάσχω από συγκεκριμένες ασθένειες, όπως κήλη, κονδυλώματα, ηπατίτιδα και άλλες ασθένειες που κατά τη γνώμη του μπορούν να κάμψουν την απόδοση μου ή να μεταδοθούν στους συναδέλφους μου. Η συγκεκριμένη ερώτηση καταλύει βέβαια κάθε έννοια επαγγελματικής δεοντολογίας και τη θεώρησα εξαιρετικά προσβλητική, ως μια ερώτηση αμιγώς προσωπικού χαρακτήρα. Η συγκεκριμενη συνέντευξη με οδήγησε σε οργουελικούς συνειρμούς και πραγματικά κατέβαλε το ηθικό μου».

Στέλλα, 23 ετών, «Έτσι όπως είσαι, δεν μπορούμε να συνεργαστούμε»

Η Στέλλα, λίγους μήνες αφού πήρε το πτυχίο της από τη Νομική, άρχισε να στέλνει μανιωδώς βιογραφικά. Μετά από κάποιες εβδομάδες, ένα γραφείο της απάντησε θετικά κι έτσι όρισαν μία συνέντευξη για να κρίνουν αν είναι κατάλληλη γι΄ αυτήν τη θέση. Όταν πήγε πρώτη φορά στο γραφείο, δεν την υποδέχτηκε εκείνος με τον οποίο είχε κλείσει τη συνέντευξη, αλλά μια κοπέλα που εργαζόταν εκεί. Αποτελούσε ένα είδος «φίλτρου». Απ' ό,τι φαίνεται, δεν αξίζουν όλοι οι υποψήφιοι τον χρόνο του εργοδότη. Μόνο όταν «κέρδισε» την έγκριση, κατάφερε να τον γνωρίσει. «Μου έκανε κάποιες -λίγες- ερωτήσεις σε σχέση με τις σπουδές μου. Σε ανύποπτο χρόνο με ρώτησε : "Είσαι αγχωμένη;". Πράγματι, ήταν από τις πρώτες μου συνεντεύξεις για δουλειά κι ένιωθα κάπως άβολα. Όταν, λοιπόν, του απάντησα καταφατικά μου αποκρίθηκε: "Στρίψε ένα τσιγάρο να χαλαρώσεις, φαίνεσαι για άνθρωπος που στρίβει". Αρνήθηκα, αλλά εκείνος επέμενε. Άναψα τσιγάρο. Ήταν εκείνη η στιγμή που ο υποψήφιος εργοδότης άρχισε να μου απευθύνει μία σειρά από προσωπικές ερωτήσεις. "Πού πήγες διακοπές; Φαντάζομαι Ικαρία", "Για ποτάκι βγαίνεις στα Εξάρχεια;", "Στις τελευταίες εκλογές τι ψήφισες;"». Η Στέλλα απέφευγε να απαντήσει. Η ίδια θεωρεί ότι όλες αυτές οι ερωτήσεις αποτελούσαν κάποιου είδους σπόντα επειδή φορούσε φλατ παπούτσια και είχε σκουλαρίκι στη μύτη, αν και εκείνος είχε, καθ' όλη τη διάρκεια της συζήτησης, ανοιχτό το πάνω κουμπί του πουκαμίσου και καθόταν αραχτός στην καρέκλα του. «Προσπάθησα να επαναφέρω τη συζήτηση στο αμιγώς επαγγελματικό του πράγματος. Τον ρώτησα για το ωράριο και το μισθό και τις υποθέσεις που αναλαμβάνει. Δεν μου απάντησε σε τίποτα από τα δύο με σαφήνεια και μου ζήτησε να ξανασυναντηθούμε την επόμενη εβδομάδα. Εκείνος προσέφερε τη δουλειά, εκείνος όριζε και το περιεχόμενο της συζήτησης».

Στο δεύτερο ραντεβού παρευρίσκονταν και οι δύο συνέταιροί του, οι οποίοι έκαναν περισσότερες ερωτήσεις σχετικές με τη δουλειά. Και μετά πάλι τα ίδια - τσιγάρο, Ικαρία, Εξάρχεια. «Ο ελεύθερός μου χρόνος τον απασχολούσε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Ποτέ δεν έμαθα τι μισθό θα παίρνω, μόνο ότι πρέπει να δουλεύω τουλάχιστον 11 ώρες καθημερινά. Το ρεσιτάλ μισανθρωπιάς έκλεισε με την εξής ατάκα: "Έτσι όπως είσαι, δεν μπορούμε να συνεργαστούμε. Πόσο σύντομα πιστεύεις ότι μπορείς να αλλάξεις;". Τσαντίστηκα, του είπα ότι μάλλον δεν μπορώ και έφυγα».

Κώστας, 26 ετών - Αφιερώσεις τραγουδιών και ακραίο φλερτ

Ο Κώστας ζει στη Θεσσαλονίκη. Αποφοίτησε πριν από λίγα χρόνια από τη Νομική. Σήμερα είναι ασκούμενος δικηγόρος. Όπως λέει, τελείωσε τη σχολή του έχοντας πλήρη επίγνωση της τραγικής κατάστασης που επικρατεί στον χώρο, ως προς τις εργασιακές συνθήκες, τα ωράρια και τις απολαβές. Παρ' όλα αυτά επέμεινε στην αρχική του απόφαση να κυνηγήσει την τύχη του ως δικηγόρος, να διεκδικήσει το καλύτερο δυνατόν και να κάνει πράξη τον τρόπο που αντιλαμβανόταν τη δικηγορία. «Είχα ένα πτυχίο, κάποιες ξένες γλώσσες, μια σχετικά μικρή εργασιακή εμπειρία αλλά κυρίως μεγάλη όρεξη και θέληση για να ξεκινήσω. Φτωχαδάκι στο βιογραφικό, αλλά πλούσιος στη θέληση. Η πρώτη δουλειά που έκανα κάθε πρωί ήταν να ψάχνω στο Ίντερνετ για αγγελίες εργασίας. Ελάχιστες ήταν οι θετικές απαντήσεις για συνέντευξη. Αντιθέτως, η σιωπηρή απόρριψη ήταν ο κανόνας».

Η πραγματικότητα όπως είναι, μέσα από το Newsletter του VICE Greece

Κάπου στον τρίτο μήνα προσπάθειας, αφού πέρασε από διάφορες αποτυχημένες συνεντεύξεις, του απάντησε ένα γραφείο. Αν και το ηθικό του ήταν πεσμένο, οι ελπίδες του κάπως αναπτερώθηκαν. Το μέρος και η ώρα της συνέντευξης, βέβαια, τον παραξένεψαν. Του ζητήθηκε να συναντηθούν μετά τις οχτώ και σε σημείο κάπως ασυνήθιστο για δικηγορικό γραφείο. «Λέω ας το δοκιμάσω, δεν έχω να χάσω κάτι. Έτσι και πήγα. Δεν θα σου πω πολλά. Η "συνέντευξη" διήρκεσε δύο ώρες και παρεμβαλλόταν από τραγούδια... αφιερωμένα σε μένα, ερωτήσεις για τη σεξουαλική μου ζωή και συνεχή κομπλιμέντα. Αφού ερωτήθηκα αν έχω κοπέλα ή όχι, έπειτα ήταν απολύτως θετικός να με προσλάβει. Αργά το βράδυ, στο δρόμο για το σπίτι, δεν μπορούσα να πιστέψω ότι αυτό που πέρασα τις τελευταίες δύο ώρες θα μπορούσε να χαρακτηριστεί με οποιοδήποτε τρόπο ως συνέντευξη για δουλειά».

Περισσότερα από το VICE

Γνωρίστε τον 19χρονο Νεοζηλανδό που Πλουτίζει Κάνοντας Κομπίνες στο Dark Web

Τι Γνώμη Έχουμε για την Ελληνική Αστυνομία;

Ένας Διοργανωτής Πολυτελών Οργίων Μιλάει για τα Βίτσια των πιο Πλούσιων Ανθρώπων του Κόσμου

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.