Διασκέδαση

Σε Αυτό το Ξενοδοχείο της Ομόνοιας Βιώνεις την Εμπειρία της Προσφυγιάς

Το «Traces» είναι μια παράσταση-εγκατάσταση-ντοκιμαντέρ για τους πρόσφυγες στο Μπάγκειον, στο κέντρο της Αθήνας.

Κείμενο Μελπομένη Μαραγκίδου
03 Μάρτιος 2016, 1:41am

Οι φωτογραφίες από το «Τraces» είναι παραχώρηση από το «plays2place productions»

Τους βλέπω να κάθονται στην πλατεία και να επεξεργάζονται τα λιγοστά τους υπάρχοντα. Δεν είναι πολλά άτομα. Ούτε δέκα καλά καλά, καθώς η Ομόνοια έχει υπάρξει στο παρελθόν τόπος συγκέντρωσης προσφύγων. Το δράμα των εγκλωβισμένων ανθρώπων στο κέντρο της Αθήνας αυτή την περίοδο πρωταγωνιστεί στην επόμενη στάση του τρένου, στην Πλατεία Βικτωρίας.

Είμαι μπροστά από το Μπάγκειον, το ιστορικό ανενεργό ξενοδοχείο, ένα από τα αρχιτεκτονικά διαμάντια του Τσίλλερ, το οποίο πήρε ξανά ζωή χάρη στην Μπιενάλε Αθήνας που θα το χρησιμοποιεί ως βασικό εκθεσιακό της χώρο για τα επόμενα δύο χρόνια. Μπαίνω μέσα και στα δεξιά μου βρίσκεται ένα γραφείο υποδοχής. Η παρουσία της νεαρής κοπέλας εκεί είναι επιβλητική και δένει με την ατμόσφαιρα στο εσωτερικό του κτιρίου. Ζητάει τα στοιχεία μου, όνομα, επίθετο, e-mail, υπηκοότητα. Μου δίνει έναν χάρτη για να περιηγηθώ στον χώρο. Έπειτα με κοιτάζει βαθιά μέσα στα μάτια και με ρωτά: «Αν έπρεπε να εγκαταλείψεις γρήγορα το σπίτι σου, τι θα ήταν το πρώτο πράγμα που θα έπαιρνες μαζί σου;» Ο τρόπος που κάνει την ερώτηση, ο τόνος της φωνής της και τα μάτια της που κρύβουν την απόγνωση που εμπεριέχει το ερώτημά της με μεταφέρουν αμέσως σε αυτήν τη συνθήκη. Βιαστικά της απαντώ «την οικογένειά μου». Ήδη έχει καταφέρει να με εντάξει στην εμπειρία της περιήγησης του «Traces».

Είναι δύσκολο να περιγράψεις τι ακριβώς είναι το «Traces». Αφορά τους πρόσφυγες, τις προσωπικές τους ιστορίες και την πορεία τους από τις εμπόλεμες ζώνες στις χώρες τράνζιτ, στα σύνορα και στον τόπο προορισμού. Είναι μια παράσταση-εγκατάσταση ντοκιμαντέρ, μια βιωματική εμπειρία θα έλεγα καλύτερα. Δεν είναι ούτε έκθεση ούτε θεατρική παράσταση ούτε ντοκιμαντέρ ούτε performance – δεν είναι τίποτα από αυτά και συνάμα όλα μαζί. Είναι μια μείξη από εικόνες, ήχους, ιστορίες, προσωπικά αντικείμενα, φωτογραφίες, μαρτυρίες, ντοκουμέντα, αληθινούς ανθρώπους.

Ανεβαίνω τα σκαλιά και πάω στον πρώτο όροφο. «Πατρίδες», γράφει το ταμπελάκι έξω από τη μεγάλη αίθουσα. Μπαίνω μέσα και o συνδυασμός της ανατολίτικης μουσικής και μιας ωραίας μυρωδιάς μου θυμίζουν κατάστημα μπαχαρικών στην Τουρκία. Πλησιάζω το τεράστιο τραπέζι που βρίσκεται φωτισμένο στο κέντρο της αίθουσας και παρατηρώ τις χώρες προέλευσης των μεταναστών φτιαγμένες από μπαχάρια. Από ρας ελ χανούτ το Μαρόκο, τζίντζερ η Νιγηρία, κόκκινο τσίλι το Σουδάν, κουρκουμά η Παλαιστίνη, σουμάκ η Συρία, κόκκινη φακή το Ιράν, κανέλα το Πακιστάν, κόλιαντρο το Αφγανιστάν, μέντα το Ιράκ και μπερμπερέ η Ερυθραία. Συνεχίζω στο επόμενο σημείο που μου υποδεικνύει ο χάρτης της περιήγησης και διαβάζω τη σημείωση «Ερήμωση». Πρόκειται για ένα βίντεο που δείχνει τα ερείπια στις εμπόλεμες ζώνες.

Συνεχίζω στον δεύτερο όροφο. Πρώτα μπαίνω σε ένα δωμάτιο που μοιάζει με παιδότοπο. Μια τεράστια φωτογραφία στον τοίχο δείχνει ένα κορίτσι να κοιτάζει τα συντρίμμια. Διαβάζω ότι η φωτογραφία έχει τραβηχτεί από τον ανήλικο Παλαιστίνιο πρόσφυγα Ali Abdallah σε καταυλισμό του Λιβάνου. Τριγύρω υπάρχουν τραπεζάκια φτιαγμένα για παιδιά, μαρκαδόροι, ζωγραφιές από ασυνόδευτα ανήλικα και μια μικρή τηλεόραση που δείχνει μικρούς πρόσφυγες και έναν ψυχίατρο να μιλά για την ψυχολογία των παιδιών προσφύγων. Συνεχίζω στο επόμενο δωμάτιο. «Δωμάτιο ξενοδοχείου στα παράλια της Τουρκίας, Αϊβαλί: Άνθρωπος που περιμένει», γράφει στον χάρτη. Ξαφνιάζομαι, γιατί βρίσκεται μέσα ένας άντρας. Κάθεται στην αρχή στο κρεβάτι, σηκώνεται, τριγυρίζει στον χώρο και μιλάει στο τηλέφωνο. Μια σόμπα είναι αναμμένη δίπλα από την τηλεόραση που παίζει ειδήσεις. Δίπλα είναι αφημένο ένα σωσίβιο. Το βλέμμα μου μένει περισσότερο κολλημένο σε αυτό παρά σε εκείνον. Συνεχίζω στο διπλανό δωμάτιο, στο οποίο δείχνει σε δύο οθόνες ένα βίντεο με το πέρασμα με τις βάρκες προς τη Λέσβο. Μπαίνοντας στο επόμενο δωμάτιο με καλωσορίζει ο Τηλέμαχος, κοινωνικός λειτουργός που εργάζεται σε ξενώνα ασυνόδευτων ανηλίκων και στην πραγματικότητα, όπως το δωμάτιο που έχει διαμορφωθεί κατάλληλα για να μοιάζει έτσι. Στο επόμενο δείχνει ένα βίντεο με πρόσφυγες να περπατούν στη Γευγελή. Εκεί ένας μετανάστης μου προσφέρει τσάι και μου διηγείται πώς εκείνος τη δεκαετία του '90 ήρθε με τα πόδια από την Κωνσταντινούπολη μέσω του Έβρου στην Αθήνα. Το τσάι που μου προσφέρει έχει υπέροχη γεύση. Αστειεύεται ότι στην Πόλη δεν αποκαλύπτουν τα μυστικά συστατικά αλλά τελικά μου λέει ότι είναι με μήλο και κανέλα. Προχωρώντας στον διάδρομο για το επόμενο δωμάτιο βλέπω φωτογραφίες του Ιάσωνα Πιερράκου και της Μάρθας Μπουζιούρη από το ταξίδι των προσφύγων. Στο βάθος, πίσω από ένα συρματόπλεγμα που παραπέμπει σε φράχτη, αναβοσβήνει ένα νέον φως. Γράφει με πράσινο «Συρία και Αφγανιστάν» και με κόκκινο «Μαρόκο, Ιράν και Σουδάν», παραπέμποντας στην απόφαση να κλείσουν τα σύνορα για τους μετανάστες από χώρες της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας και Κεντρικής Αφρικής (Ιράν, Παλαιστίνη, Μαρόκο, Τυνησία, Αλγερία, Σομαλία κ.ά.), εκτός από εκείνους που προέρχονται από Συρία, Ιράκ και Αφγανιστάν. Μπαίνω στην αίθουσα που τιτλοφορείται «Νύχτα, Βαλκάνια: κάτω απ' τον γυμνό ουρανό» και ακούγονται φυσικοί ήχοι από τη διαδρομή προσφύγων. Ένας φράχτης που έχει πάνω του καρφιτσωμένες μαρτυρίες μεταναστών είναι το τέλος της νοητής διαδρομής.

«Αυτό το νανούρισμα μου το τραγουδούσε η μητέρα μου στο Αφγανιστάν όταν ήμουν παιδί. Η μητέρα μου δεν ζει πια», διαβάζω το σημείωμα του Hossain Amiri βάζοντας τα ακουστικά να ακούσω τη μελωδία. Ξαφνικά, από το τζάμι του παραθύρου βλέπω απέναντι μια γυναίκα να κάθεται στις σκάλες και να μοιρολογεί. Σχεδόν μου κόβεται η ανάσα. Είμαι στον τρίτο όροφο, που προμηνύεται ο πιο σκληρός. Μέσα στο πρώτο δωμάτιο υπάρχουν σημειώματα και ημερολόγια από διάφορες περιοχές από τα νησιά μέχρι την Ειδομένη, σημειώματα από πρόσφυγες, εθελοντές, κατοίκους, ενώ σε ένα τάμπλετ που είναι αφημένο εκεί μπορεί ο καθένας να αφήσει το δικό του σημείωμα. Στο δίπλα δωμάτιο ένα βίντεο παίζει τη μαρτυρία του Bukhert Veigel, Γερμανού που μετά την κατασκευή του Τείχους του Βερολίνου έγινε ένας από τους πιο πετυχημένους διακινητές προσφύγων στην ιστορία. Τον ακούω να μιλά για τους λόγους, την ιδεολογία, τα τεχνάσματα, αλλά και το πώς βλέπει τους διακινητές σήμερα. Ο ίδιος θεωρεί τον εαυτό του «βοηθό διαφυγής» και όχι διακινητή που κέρδιζε χρήματα χωρίς να σκέφτεται την ασφάλεια του άλλου, όπως συμβαίνει σήμερα. Ο ήχος του βιολιού με οδηγεί στο προτελευταίο δωμάτιο. Μπαίνοντας, παγώνω. Οι εικόνες από τα χιλιάδες ναυάγια μου έρχονται αυτομάτως στο μυαλό. Μια γυναίκα κάθεται πλάτη στο παράθυρο και παίζει με το βιολί της requiem. Το μοναδικό φως πέφτει πάνω σε ένα μικρό παιδικό άδειο κρεβάτι που έχει πάνω μια ζωγραφιά που δείχνει ένα ναυάγιο. Τελευταίος σταθμός της περιήγησης είναι ένα μεγάλο δωμάτιο που δείχνει την άφιξη ενός πρόσφυγα και έχει μια σειρά από κρεβάτια και προσωπικά αντικείμενα με γραμμένες πάνω μαρτυρίες προσφύγων.

Πριν φύγω σκέφτομαι πόσο πολύ με έχει αγγίξει η συγκεκριμένη εμπειρία και σκέφτομαι πόσο αξιοπρεπές ήταν τελικά το δύσκολο εγχείρημα να μετατρέψεις τις μαύρες σελίδες της ιστορίας που γράφονται σήμερα δίπλα μας σε καλλιτεχνικό γεγονός. Σε ένα καλλιτεχνικό γεγονός που τελικά όχι μόνο προκαλεί συναισθήματα και σκέψεις, αλλά ανοίγει τον διάλογο για καίρια ζητήματα γύρω από το προσφυγικό, βγάζει τους αριθμούς στην άκρη και επικεντρώνεται στον άνθρωπο και γίνεται παρεμβατικό την πιο καίρια στιγμή, όπως οφείλει να κάνει η τέχνη.

«Αυτήν τη στιγμή η ιστορία των πολλών προσφύγων έχει επισκιάσει την ιστορία του ενός. Κι εδώ μέσα θα δεις την ιστορία του ενός. Δεν μιλάμε με νούμερα αλλά με πρόσωπα», μου λέει η Γιολάντα Μαρκοπούλου, που μαζί με τη Μάρθα Μπουζιούρη έχουν κάνει τη δραματουργία και τη σκηνοθεσία του «Traces» που συνεχίζεται μέχρι την Κυριακή 6 Μαρτίου στο πλαίσιο του Dome Event, μιας διεθνούς διοργάνωσης για το προσφυγικό ζήτημα που το παρουσιάζουν μαζί με την plays2place productions και την Μπιενάλε της Αθήνας και σε συμπαραγωγή με τον Πολιτιστικό Χώρο Συνεργείο.

«Η έμπνευση για το "Traces" ξεκίνησε πέρυσι όταν ολοκλήρωσα μια εθνογραφική έρευνα, ένα οδοιπορικό στα σύνορα, ξεκινώντας από τα ελληνοτουρκικά και φτάνοντας μέχρι την Ουγγαρία, όπου το ενδιαφέρον εκεί ήταν το είδος των σχέσεων που αναπτύσσονται σε αυτές τις περιοχές τράνζιτ, οι προσωρινές δηλαδή σχέσεις των ανθρώπων, τόσο μεταξύ των ίδιων των προσφύγων όσο και μεταξύ των προσφύγων και της τοπικής κοινωνίας, αλλά και των προσφύγων και των ανθρώπων που στέκονται αλληλέγγυοι στις συνοριακές περιοχές», λέει η Μάρθα και συνεχίζει: «Είναι ενδιαφέρον να δει κανείς σε ανθρώπινο επίπεδο κι όχι σε επίπεδο αριθμών αυτού του είδους τις σχέσεις και τις διαδράσεις. Έτσι, όταν γύρισα στην Αθήνα κι έχοντας επαφή με τη δουλειά της Γιολάντας κάναμε μια αρχική συζήτηση για το πώς θα μπορούσε να αποτυπωθεί το προσωπικό στοιχείο, το ξεχωριστό στοιχείο του κάθε ανθρώπου μέσω ενός παραστασιακού θεάματος».

«Εγώ έξι χρόνια τώρα δουλεύω με μια ομάδα που λέγεται station Athens, που μαζί με τη ΜΚΟ ΑΜΑΚΑ και το Συνεργείο έχουμε δημιουργήσει ένα εργαστήρι τεχνών για πρόσφυγες. Στην ουσία κάνουμε κάθε χρόνο θέατρο και μέσα από αυτό προκύπτει μια παράσταση», εξηγεί η Γιολάντα. «Το θέμα του πώς μεταφέρεις κάτι προσωπικό και αληθινό στο θέατρο και το κάνεις τέχνη πάντα έχει μια λεπτή γραμμή. Κι εδώ ψάξαμε πραγματικά να βρούμε τις ισορροπίες και πώς όλο αυτό το υλικό θα μεταμορφωθεί και θα βρει τόπο σε αυτό το ξενοδοχείο».

«Αυτό που εξηγούμε είναι ότι με όρους ορολογίας αυτό που θα δει κανείς είναι μια παράσταση-εγκατάσταση-ντοκιμαντέρ. Αλλά στην πραγματικότητα είναι μια βιωματική περιήγηση μέσα σε ένα θραυσματικό χώρο μνήμης. Γι' αυτό κι έχει πολύ μεγάλη σημασία η επιλογή του ξενοδοχείου ως χώρου που στεγάζει αυτήν τη δουλειά, γιατί το ξενοδοχείο εμπεριέχει αυτό τον συμβολισμό της προσωρινής κατοίκησης, ενός τόπου μετάβασης. Δεν μιλάμε μόνο για αφηγήσεις και πραγματικά ντοκουμέντα, αλλά και για παρουσία ανθρώπων που εμπλέκονται με διαφορετικούς τρόπους στο προσφυγικό ζήτημα, αλλά και με ανθρώπους, πρόσφυγες και μη, στον πραγματικό τους ρόλο», καταλήγει η Μάρθα.

Ολοκληρώνοντας τη δική μου εμπειρία με το ταξίδι της περιήγησης μέσα στο Μπάγκειον σκέφτομαι ξανά την ερώτηση που μου έκανε η κοπέλα στην είσοδο και καταλήγω ότι επιμένω στην αρχική μου απάντηση. Εκείνες, άραγε; Τι θα έπαιρναν μαζί αν εγκατέλειπαν βιαστικά το σπίτι τους; Η Γιολάντα μου λέει φωτογραφίες. Η Μάρθα το ψηφιακό της ημερολόγιο. Εσύ;

Ξενοδοχείο Μπάγκειον, Πλατεία Ομονοίας
Έως 6 Μαρτίου
Ώρες λειτουργίας: 19.00 – 23.00 (οι πόρτες κλείνουν στις 22.30)

Περισσότερα από το VICE

Φωτογραφίες Γεμάτες Ένταση και Φόβο Μέσα από τη Χριστιανική Κοινότητα της Συρίας

Φωτογραφίζοντας τους Εγκλωβισμένους Πρόσφυγες της Ελλάδας

Για Αυτά τα Παιδιά η Κατάληψη Είναι Κάτι Περισσότερο από Απλή Επιβίωση

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.