ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Ο Κόσμος των Ναρκωτικών

Καλλιεργητές Κόκας στην Κολομβία Ψάχνουν Εναλλακτικές Λύσεις

Βγήκαν από την καλλιέργεια κόκας, ξεκίνησαν την εκτροφή βοοειδών και τώρα ξεκινούν να σκέφτονται για άλλα μοντέλα παραγωγής, χωρίς βοήθεια από την κυβέρνηση.​

Κείμενο Andrés Bermúdez Liévano
10 Νοέμβριος 2017, 6:00am

Φωτογραφίες: Andrés Bermúdez | ¡PACIFISTA!

Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στο ¡PACIFISTA!, την πλατφόρμα του VICE Colombia για την προώθηση της ειρήνης. Είναι μέρος του «The COCA Project», που στόχο έχει να εδραιώσει και να στηρίξει τη δημόσια διαβούλευση για θέματα που έχουν να κάνουν με τις συνέπειες της παραγωγής κοκαΐνης, με ιστορίες από αγροτικές περιοχές.


Τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, το Πουέρτο Καμέλιας στο κολομβιανό γεωγραφικό διαμέρισμα Κακετά, συχνά θεωρούνταν η πρωτεύουσα της κόκας στη χώρα. Το χωριό που βρίσκεται δίπλα στον ποταμό Καγκουάν, ήταν ανάμεσα στα σημεία που παρήγαν τον μεγαλύτερο όγκο επεξεργασμένης κοκαΐνης, στην αγροτική περιοχή της χώρας με τη μεγαλύτερη έμφαση στην παραγωγή κόκας.

Αλλά αυτό συνέβαινε τότε. Από το 2004 ή το 2005, τα πράγματα άλλαξαν σε αυτό το χωριό των 50 σπιτιών, όπου μπορείς να φτάσεις μόνο κάνοντας τέσσερις ώρες με το καράβι από την Καρταχένα ντελ Τσαϊρά. Χάρη στις χρηματοδοτούμενες από τις ΗΠΑ στρατιωτικές επιχειρήσεις της κολομβιανής κυβέρνησης, οι οποίες αποκαλούνται Plan Patriota (Πατριωτικό Σχέδιο), οι μαρξιστές αντάρτες των Επαναστατικών Ενόπλων Δυνάμεων της Κολομβίας (FARC) που δραστηριοποιούνταν στην περιοχή, αποσύρονται.

Είναι εύκολο να κατηγορούμε όσους καλλιεργούσαν κόκα. Αλλά η αλήθεια είναι ότι κανείς δεν τους έδειξε άλλον τρόπο να ζήσουν.

Επιπλέον, ως αποτέλεσμα των ένοπλων συγκρούσεων και των ψεκασμό χημικών που καταστρέφουν τα φυτά, η αγροτική παραγωγή και η παραγωγή κοκαΐνης σχεδόν σταμάτησε. Το φυτό μεταφέρθηκε –όπως γίνεται πάντα- γρήγορα προς το Ναρίνιο, το Πουτουμάγιο και το Νόρτε ντε Σανταντέρ, όπου σήμερα καλλιεργείται ευρέως.

Χωρίς στήριξη από την κυβέρνηση, οι κάτοικοι του Πουέρτο Καμέλιας βρέθηκαν ξαφνικά να ψάχνουν καινούρια δουλειά. Στο παρελθόν, ακόμη και όσοι δεν ήταν καλλιεργητές ή δεν ασχολούνταν με τη συγκομιδή, ζούσαν από τους ανθρώπους που ήταν. Όταν η κόκα εξαφανίστηκε, εμφανίστηκε η εκτροφή βοοειδών ως τελευταία οικονομικά βιώσιμη εναλλακτική, σε μια περιοχή όπου ο μόνος τρόπος να μεταφερθούν αγαθά ήταν μέσω του ποταμού. Εκεί, οι αγρότες ακόμη πουλούν το γάλα και το τυρί που παράγουν, σε ανθρώπους που περνούν με τα καράβια νωρίς κάθε μέρα.

Τα βοοειδή του Hamilton Tapias ζουν σε βοσκοτόπια γεμάτα δέντρα στο Πουέρτο Καμέλιας.

Αλλά με τον νέο τρόπο ζωής δημιουργήθηκε ένα νέο εμπόδιο: τα κοπάδια αγελάδων απαιτούσαν περισσότερα βοσκοτόπια κι έτσι οι αγρότες ξεκίνησαν να κόβουν τα δέντρα. Στο Πουέρτο Καμέλιας και σε μεγάλο κομμάτι χαμηλά στον Καγκουάν, οι εργάτες αντάλλαξαν ένα οξύτατο (και παράνομο) πρόβλημα με ένα άλλο, που ενώ είναι νόμιμο, δεν παύει να είναι προβληματικό. Σήμερα, η Καρταχένα ντελ Τσαϊρά είναι η τρίτη κοινότητα της Κολομβίας στην αποψίλωση δασών, κόβοντας 10.241 εκτάρια δέντρων ετησίως. Για να το φανταστούμε πιο εύκολα, 1.300 γήπεδα ποδοσφαίρου κάθε χρόνο.

Από την κόκα στις αγελάδες

«Εδώ οι άνθρωποι πιστεύουν ότι για κάθε αγελάδα χρειάζεσαι ένα εκτάριο βοσκοτόπι. Έχω 100 ζώα, χρειάζομαι 100 λιβάδια. Επίσης, ότι τα βοσκοτόπια πρέπει να είναι άδεια, χωρίς δέντρα», εξηγεί ο Hamilton Tapias, καθώς ανεβαίνει στο άλογό του διασχίζοντας τη λοφώδη ρεματιά που συνδέει το Πουέρτο Καμέλιας με τη φάρμα όπου ζει.

Δυο ώρες αργότερα, ο Tapias σταματάει σε ένα ξύλινο φυλάκιο εισόδου. Το τοπίο στη φάρμα του, τη La Hermosa Cinco Estrellas (Τα Πέντε Όμορφα Αστέρια) είναι πολύ διαφορετικό απ’ ό,τι βλέπουμε συνήθως στις όχθες του ποταμού Καγκουάν και τη γύρω περιοχή. Στο εκτεταμένο βοσκοτόπι υπάρχουν δεκάδες δεντράκια, τα περισσότερα γύρω στα δυο μέτρα.

Ο Tapias μάς δείχνει τα δέντρα που χρησιμοποιεί για να δημιουργήσει το δικό του μοντέλο δασώδους βοσκοτοπιού.

«Παλιά έκοβα τα πάντα, αλλά έχω αλλάξει», λέει. Χαμογελάει πλατιά και δείχνει τα δέντρα του, το ένα μετά το άλλο, αναφέροντας τα ονόματά τους σαν βοτανολόγος σε εξόρμηση στο δάσος: Ahumados negros, achapos, cedros (κέδροι), flormorados, medio cominos (αειθαλή).

Σύντομα, όταν μεγαλώσουν λίγο ακόμη, 150 βοοειδή που ανήκουν στην οικογένεια του Tapias θα βόσκουν και θα κοιμούνται εδώ. Αυτό είναι μόνο ένα παράδειγμα ενός ευρύτερου πειράματος, για την καταπολέμηση της αποψίλωσης των δασών της περιοχής, οι επιπτώσεις της οποίας γίνονται ήδη ευρέως αντιληπτές.

Yπάρχουν άλλες 48 οικογένειες αγροτών που κάνουν μικρές αλλαγές στις ιδιοκτησίες τους. Αυτές οι οικογένειες έχουν υπογράψει ένα συμφωνητικό με το οποίο δεσμεύονται σε συγκεκριμένες δραστηριότητες, με αντάλλαγμα τεχνική υποστήριξη.

«Γιατί τα μεγάλα αιλουροειδή βγαίνουν και απειλούν τα ζωντανά μας; Επειδή εισβάλλουμε στο φυσικό τους περιβάλλον. Γιατί οι παπαγάλοι τρώνε τους κοκοφοίνικες; Επειδή κόβουμε τα δέντρα απ’ όπου τρώνε σπόρους. Για να γίνει κατανοητό όλο αυτό, χρειάζεται να αλλάξουμε τρόπο σκέψης», λέει ο Victor Garcés, ο πιο αξιοσέβαστος από τους αρχηγούς της κοινότητας του Πουέρτο Καμέλιας.

Άλλο ένα από τα προβλήματα που έχουν οι αγρότες στην περιοχή είναι ότι ο ποταμός Καγκουάν διευρύνθηκε πριν από μερικά χρόνια -σχεδόν διπλασιάστηκε-, λόγω της αδιάκριτης αφαίρεσης δέντρων στις όχθες του και έτσι δημιουργήθηκε αποσάθρωση. Τώρα, πολλά σπίτια είναι πιο κοντά στον ποταμό. «Κέρδισαν μερικά μέτρα βοσκοτόπια, αλλά τώρα κανείς δεν μπορεί να το σταματήσει αυτό. Ό,τι χάσαμε μπορεί ήδη να μετρηθεί σε εκτάρια», λέει ο Garcés. Ήρθε εδώ πριν από 30 χρόνια, για να εργαστεί πρώτα ως θεριστής, ύστερα μετέφερε βαρέλια γεμάτα χημικά για την επεξεργασία κοκαΐνης και στο τέλος είχε το δικό του κομμάτι γης με φυτά κόκας.

Η όψη της όχθης του ποταμού Καγκουάν σήμερα, όπως διευρύνθηκε εξαιτίας της αποσάθρωσης που προκάλεσε η αποψίλωση.

Είναι εύκολο να κατηγορούμε όσους καλλιεργούσαν κόκα. Αλλά η αλήθεια είναι ότι κανείς δεν τους έδειξε άλλον τρόπο να ζήσουν. Για τον λόγο αυτό, οι χαμηλότερες περιοχές του Καγκουάν είναι καλό παράδειγμα του τι μπορεί να συμβεί, όταν μια οικονομία μετά την καλλιέργεια κόκας δεν είναι περιβαλλοντικά βιώσιμη και το κράτος δεν βοηθάει τους κατοίκους αγροτικών περιοχών, που όπως ο Tapias, φτιάχνουν ξανά τη ζωή τους.
«Αυτό λέγεται silvopastoral. Σημαίνει ότι τα ζώα ζουν με τα δέντρα», εξηγεί ο Tapias, καθώς κοιτάζει τη γη του. Εφόσον η ευημερία που προερχόταν από την κόκα τη δεκαετία του ’80 δεν υπάρχει πια και καθώς δεν υπήρχαν σχολεία στην περιοχή, ατενίζει το μέλλον έχοντας φτάσει ως την Γ΄ Δημοτικού.

Όταν ήταν έφηβος, πήγε να δουλέψει ως θεριστής στο Γιορέντε, στην ακτή του Ναρίνιο, με το όνειρό να βγάλει λεφτά, ώστε να αγοράσει μια φάρμα. Επέστρεψε λίγα χρόνια αργότερα άφραγκος και ξεκίνησε να δουλεύει σε φάρμες άλλων, μαζεύοντας αρκετά, ώστε να αγοράσει 50 εκτάρια στα οποία πρόσφατα πρόσθεσε άλλα 50.


[VICE Video] The Real Greek Survivors: Από το Web Developing στην Κτηνοτροφία Λόγω Κρίσης

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook.


Σήμερα, τα δέντρα στα βοσκοτόπια είναι το μόνο πράγμα που ξεχωρίζει τη φάρμα αυτού του ανθρώπου. Ήδη έχει αποκλείσει κοντινές πηγές νερού με σύρμα, ώστε να μην τις μολύνουν τα ζώα του. Έχει χωρίσει το βοσκοτόπι με φράχτες από εγχώρια δέντρα, ώστε στα τμήματα αυτά τα δέντρα να ξεκινήσουν να μεγαλώνουν ξανά, ενώ τα ζώα του περνούν γύρω τους. Επίσης, από τότε που έμαθε ότι το μυστικό για να τα βγάλεις πέρα με ένα μικρότερο βοσκοτόπι είναι να τρώνε πιο θρεπτικά τα ζώα σου, έχει φτιάξει ένα καινούριο μαντρί, γεμάτο βλάστηση.

Εφόσον τα ζώα του τρώνε καλύτερα χρησιμοποιώντας λιγότερο βοσκοτόπι, έχει κάνει μια δέσμευση που δεν πρόκειται να παραβεί: θα προστατεύσει τα 25 εκτάρια δάσους που περιβάλλουν το βοσκοτόπι, όπου χτίζει ένα ξύλινο σπίτι. Επιπλέον, αφήνει έναν διάδρομο cañero -έτσι λένε το δάσος κατά μήκος του Καγκουάν και είναι αυτό που οι επιστήμονες αποκαλούν «δευτερεύον δάσος»- να επανέλθει, ώστε τα διάφορα ζώα να μπορούν να περνούν από τη μια πλευρά στην άλλη και να αναπαραχθούν πιο εύκολα.
Πρόκειται για μικρές ενέργειες, αλλά συνδυαστικά μπορούν να έχουν μεγάλη επίδραση στο περιβάλλον.

Ζώντας από το δάσος, ζώντας με το δάσος

Ένα τέταρτο από τη φάρμα του Tapias, ο Juan Esteban Rodríguez και η γυναίκα του, Cristina López, μόλις μετέφεραν μια κολοκύθα φάρδους 70 εκατοστών. Μετά την πηγή νερού που έχουν αποκλείσει, για να την προστατεύσουν από τα γουρούνια και τις αγελάδες, υπάρχει ένα μπαχτσές όπου καλλιεργούν ντομάτες, κρεμμύδια, καρότα, λάχανα και αγγούρια, τόσο για τους ίδιους όσο και για να τα πουλάνε στους γείτονες. Λίγα μέτρα πιο πέρα, υπάρχει μια μικρή λιμνούλα προστατευμένη με τσίγκινα φύλλα, όπου, από τον Ιανουάριο ως την Αγία Εβδομάδα (το κολομβιανό αντίστοιχο του Πάσχα), εκτρέφουν ψάρια τιλάπια, για να τα πουλήσουν.

«Παλιά, δεν έβλεπες καν μπανανιές εδώ, μόνο φύλλα κόκας και χορτάρι – και κοίτα τώρα», λέει η López, μια 22χρονη γυναίκα, κόρη μιας οικογένειας που καλλιεργούσε φύλλα κόκας και που μετακόμισε εδώ από το Κιντιό, προτού εκείνη γεννηθεί. Ο Rodríguez, που γεννήθηκε στην ίδια πόλη, ήρθε εδώ έφηβος και ξεκίνησε να δουλεύει στη συγκομιδή φύλλων κόκας. Η φάρμα όπου ζουν τώρα και οι δύο ήταν κάποτε, υπό άλλη ιδιοκτησία, ένα τεράστιο χωράφι κόκας.

Βγήκαν από την καλλιέργεια κόκας, ξεκίνησαν την εκτροφή βοοειδών και τώρα ξεκινούν να σκέφτονται για άλλα μοντέλα παραγωγής, χωρίς βοήθεια από την κυβέρνηση.

Υπάρχουν παντού πράγματα που θυμίζουν εκείνη την εποχή. Από ένα ψηλό σημείο της γης μπορείς να δεις εναπομείναντα βάζα, δοχεία και μπετόν: πριν από 20 χρόνια, ήταν ένα από τα εκατοντάδες σημεία παρασκευής, όπου με τη βοήθεια του υδροχλωρικού οξέος και άλλων χημικών, έβγαζαν την αλοιφή που αποτελούσε τη βάση της κοκαΐνης από τα φύλλα της κόκας και ύστερα την πουλούσαν σε εμπόρους, στον ποταμό Καχουάν. Σήμερα, το ζευγάρι θα φυτέψει εκεί τους σπόρους που μπορεί σύντομα να ταΐζουν βοοειδή.

O Juan Esteban Rodríguez με μια τεράστια κολοκύθα, εκεί όπου καλλιεργούνταν κάποτε φυτά κόκας.

Ο μόνος τρόπος για να διατηρηθούν σε βάθος χρόνου τέτοια project είναι να γίνουν αυτές οι μικρές πράξεις μεγαλύτερες win-win προτάσεις. Η πρώτη νίκη, θεωρητικά, θα πρέπει να είναι για τους κατοίκους των αγροτικών περιοχών: αν δεν τους βοηθήσουν να ζήσουν καλύτερα σε μια περιοχή όπου η απουσία της κυβέρνησης είναι σχεδόν καθολική, θα είναι δύσκολο να ασχοληθούν με αυτά τα project μέχρι τέλους.

Η φάρμα του Tapias είναι πιο μικρή και συνεπώς πιο διαχειρίσιμη και αυτό του επέτρεψε να αυξήσει την παραγωγικότητα και να ξεκινήσει να φτιάχνει ένα ξύλινο σπίτι που σχεδίασε βασισμένος σε μια έρευνα στο Google για «country houses». Επίσης, οι Rodríguez και López έχουν μπορέσει να αποκτήσουν δυο επιπλέον πηγές εισοδήματος που δεν έχουν καμία σχέση με τα βοοειδή.

«Αν οι αγρότες ήξεραν αυτά που ξέρουν σήμερα, ποτέ δεν θα είχαμε τόσες αποψιλώσεις» - Victor Garcés, αρχηγός της κοινότητας του Πουέρτο Καμέλιας

Υπάρχουν επίσης λόγοι να είναι κανείς αισιόδοξος για τα περιβαλλοντικά οφέλη από αυτές τις καινοτόμες προσεγγίσεις. Πρώτα-πρώτα, φαίνεται ότι έτσι μπορεί να μειωθεί η δασική απώλεια στην Κακετά, που θεωρείται μια από τις πιο ευπαθείς περιοχές της Κολομβίας και όντας μια είσοδος για τη ζούγκλα του Αμαζονίου, είναι σημαντική για τη διατήρηση των αποκαλούμενων πνευμόνων του κόσμου. Το ότι κάποια μέρη του δάσους έχουν ενσωματωθεί στις φάρμες, δείχνει έναν βαθμό συνδεσιμότητας -όρος που χρησιμοποιούν οι βιολόγοι, για να περιγράψουν την ελεύθερη μετακίνηση ζώων και σπόρων-, καθώς και ότι υπάρχει γενετική ποικιλία στα ζώα.

Εξίσου σημαντικό είναι ότι αυτοί οι αγρότες πειραματίζονται με λύσεις για ένα πρόβλημα που προκαλούν τα βοοειδή που απελευθερώνουν τα περισσότερα αέρια του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα της Κολομβίας – ακόμη περισσότερο και από το πετρέλαιο, τα αυτοκίνητα ή τα εργοστάσια. Το να έχεις περισσότερα δέντρα κοντά σε ζωντανά, βοηθάει να μετατραπεί το μεθάνιο που εκλύουν σε οξυγόνο, εξουδετερώνοντας κάποιες επιβλαβείς επιπτώσεις στο κλίμα.

Ο χάρτης που ο Tapias ονειρεύεται να κάνει πραγματικότητα στη φάρμα του, με τους διαδρόμους σύνδεσης.

Αν νομίζετε ότι πρόκειται μόνο για δυο περιπτώσεις καινοτόμων, εκτός από τους Tapias, Rodríguez και López, υπάρχουν άλλες 48 οικογένειες αγροτών στο Πουέρτο Καμέλιας που κάνουν μικρές αλλαγές στις ιδιοκτησίες τους, στο πλαίσιο ενός πιλοτικού project χορηγούμενου από την ΜΚΟ Fondo Acción, το οποίο ονομάζεται Paisajes conectados («Συνδεδεμένα Τοπία») και στηρίζεται σε διεθνείς πόρους.

Αυτές οι 50 οικογένειες έχουν υπογράψει ένα συμφωνητικό με το οποίο δεσμεύονται σε συγκεκριμένες δραστηριότητες, με αντάλλαγμα τεχνική υποστήριξη. Για παράδειγμα, μπορεί να τους δώσουν το σύρμα που τους επιτρέπει να χτίσουν φράχτες ή τους σπόρους για τα εγχώρια δέντρα. Αργότερα, ένας τεχνικός από τη Fondo Acción τους επισκέπτεται, για να δει πώς πάνε τα πράγματα.

Διαβάστε ακόμη: Τα Φύλλα Κόκας Γίνονται η Νέα Υπερτροφή της Κολομβίας

Αν και μόλις έχουν ξεκινήσει με αυτά τα νέα αγροτικά μοντέλα, οι οικογένειες που εμπλέκονται διαθέτουν συνολικά πάνω από 5.500 εκτάρια. Αν κάθε συμμετέχων καταφέρει να κρατήσει το δικό του κομμάτι δάσους άθικτο, τότε θα έχουν εμποδίσει την απώλεια του ενός δέκατου της ετήσιας αποψίλωσης που συμβαίνει σ’ αυτήν την κοινότητα.

Αυτό δείχνει τις δυνατότητες μιας τέτοιας δουλειάς στις πιο αποψιλωμένες περιοχές της χώρας, όπως η Κακετά, η Γκουαβιάρε, τα νότια της Μέτα, τα βόρεια του Τσοκό, το Κατατούμπο, τα νότια του Μπολιβάρ ή η κάτω Κάουκα, όπου η αποψίλωση έχει γίνει λόγω της εκτεταμένης εκτροφής βοοειδών. Μάλιστα, μια έρευνα που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό BioScience και πραγματοποιήθηκε από την κολομβιανή βιολόγο Liliana Dávalos (που διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Stony Brook στις ΗΠΑ) έδειξε ότι η ανεξέλεγκτη ανάπτυξη της γεωργίας και εκτροφής βοοειδών είναι από τους πιο σημαντικούς παράγοντες για την απώλεια των δασών του Αμαζονίου – ακόμη περισσότερο και από την καλλιέργεια κόκας.

Ο Tapias, στο άλογό του, δείχνει δέντρα που αποτελούν το δάσος εγχώριων δέντρων που διατηρεί στη φάρμα του.

Ίσως πει κανείς ότι το Πουέρτο Καμέλιας έχει κάνει τα πάντα μόνο του. Βγήκαν από την καλλιέργεια κόκας, ξεκίνησαν την εκτροφή βοοειδών και τώρα ξεκινούν να σκέφτονται για άλλα μοντέλα παραγωγής, χωρίς βοήθεια από την κυβέρνηση. Οι Αρχές θα έπρεπε να προσέξουν τις πιθανές λύσεις, αλλά και το πόσο άσχημα μπορούν να γίνουν τα πράγματα στις περιοχές όπου η απαλοιφή και αντικατάσταση της κόκας προχωρά με γοργό ρυθμό.

«Η παρουσία του κράτους είναι προβληματική: δεν υπάρχουν δημόσιες υπηρεσίες, το επίπεδο εκπαίδευσης είναι χαμηλό και ο μοναδικός γιατρός (στο Ρεμολίνος) έφυγε πριν από έναν χρόνο και δεν επέστρεψε ποτέ», λέει ο Rodrigo Velaidez, αγρονόμος που εργάστηκε με τον αγροτικό πληθυσμό της περιοχής από τη δεκαετία του ’90, όταν το Chocaguán, ένα πρότζεκτ που κέρδισε εθνικό βραβείο ειρήνης, καθώς αντικατέστησε την καλλιέργεια κόκας με κακάο, ήταν σε ισχύ. Σήμερα, η περιοχή έχει παραλύσει από την έλλειψη πόρων.

«Αν οι αγρότες ήξεραν αυτά που ξέρουν σήμερα, ποτέ δεν θα είχαμε τόσες αποψιλώσεις. Είναι πολύ σημαντικό το ότι οι άνθρωποι συζητούν για συντήρηση, πηγές νερού, απομόνωσης και ζώνες συνδεσιμότητας - λέξεις που δεν είχαν ακούσει ποτέ», λέει ο Garcés συμπληρώνοντας: «Δεν αρκεί να πεις “έχω πονοκέφαλο”, αλλά και “τι θα κάνω για να μου περάσει;”».

Περισσότερα από το VICE

Πορτρέτα και Mαρτυρίες των Τελευταίων Επιζώντων του Ολοκαυτώματος

Ο Εύοσμος Έχει τον Αγροτικό Αστέρα, το «Μαρόκο» και μια Πολυκατοικία-Καράβι

Στην Αθήνα Υπάρχει Ένα Κινητό Skatepark που Μαθαίνει τα Παιδιά Προσφύγων να Ρολάρουν

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.

Tagged:
κόκα
δάσος
κυβέρνηση
κοκαΐνη
αγρότες
Κολομβία
καλλιέργεια
κτηνοτροφία
εναλλακτικές λύσεις
Πουέρτο Καμέλιας