Διασκέδαση

Έζησα Δυο Μέρες Χωρίς Ίντερνετ στην Αθήνα και Ήταν Κόλαση

Ούτε ντελίβερι, ούτε διασκέδαση, ούτε ζωή. Τι έχουμε πάθει;

Κείμενο Θοδωρής Χονδρόγιαννος
23 Νοέμβριος 2017, 6:15am

Είναι Παρασκευή βράδυ. Κάθομαι στον καναπέ του σαλονιού και στα χέρια μου κρατάω τη συσκευή που καθορίζει τη ζωή μου, όσο τίποτα άλλο: το ρούτερ. Αυτό το μικρό, άχαρο και σκονισμένο μηχάνημα, μου προσφέρει καθημερινά τον άυλο θησαυρό της εποχής μας, το Ίντερνετ. Χάρη σε αυτό, μπορώ να μιλάω με τους φίλους μου σε μια ντουζίνα εφαρμογές, να πληρώνω λογαριασμούς από το κρεβάτι μου, να διαβάζω, να ακούω μουσική στο Spotify, να βλέπω σειρές στο Netflix, να μπαίνω στο Tinder ή να βρίσκω μια προσωπική διέξοδο για τις ορμόνες μου. Για να μην τα πολυλογώ, ό,τι κάνω στη ζωή μου, το κάνω με το Ίντερνετ και τα social media. Μάλλον και εσείς.

Ήρθε η ώρα να το παραδεχθούμε όμως: Η φάση με το Ίντερνετ δεν είναι τόσο υπέροχη όσο φαίνεται. Οι διαγνώσεις ναρκισσιστικής διαταραχής προσωπικότητας έχουν σημειώσει εκρηκτική άνοδο την τελευταία δεκαετία -ανάλογη με εκείνη της παχυσαρκίας- και σε μεγάλο βαθμό, η αύξηση οφείλεται στην εξάπλωση των social media και τη γενικευμένη χρήση του Διαδικτύου. Μια ημέρα, την ώρα που περίμενα έναν κύριο, μέχρι να έρθει η σειρά μου να βγάλω λεφτά από το ΑΤΜ, έπιασα τον εαυτό μου να βγάζει το κινητό από την τσέπη, για να χαζέψει στο Facebook αυτά τα ελάχιστα δευτερόλεπτα που έπρεπε να κάνω υπομονή. Ένιωσα εθισμένος, μάλλον γιατί ήμουν. Λίγο αργότερα διάβασα ότι αυτή η συμπεριφορά είναι ένδειξη εθισμού στα κοινωνικά δίκτυα. Και ναι, το διάβασα στο ίντερνετ.

Διαβάστε ακόμη: Προσπάθησα να Mπω στα Παράνομα Downloading Sites Μουσικής των Νεανικών μου Χρόνων

Και μετά ήρθε η ιδέα. Αναρωτήθηκα αν τελικά μπορώ να ζήσω και χωρίς αυτό. Μπορώ να κερδίσω ξανά την αθώα και απλή αναλογική ζωή που απολάμβανα κάποτε ως παιδί, μακριά από τα «Μου αρέσει», τα «χαχαχα» και τα «ουάου»;

Το ερώτημα με έβαλε στον πειρασμό να κάνω ένα πείραμα: να αποσυνδεθώ από το Ίντερνετ και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για ένα ολόκληρο Σαββατοκύριακο. Αυτήν τη στιγμή βρίσκομαι εδώ, με το ρούτερ στα χέρια. Το αποσυνδέω. Νιώθω ότι θα επιβιώσω και χωρίς αυτό. Ο εφιάλτης έχει μόλις ξεκινήσει.

Πρώτες ώρες: Ο ιδρώτας για ένα τραγούδι σε CD χωμένο στο πατάρι

Eικονογράφηση: Andy Baker

Βάζω το ρούτερ σε μια σκοτεινή γωνία της ντουλάπας. Παίρνω βαθιά ανάσα. Έχω περάσει άλλη μία μίζερη και πιεστική Παρασκευή, γεμάτη μηνύματα με συναδέλφους, φίλους και επίδοξους συνεντευξιαζόμενους. Έτσι, η αποσύνδεση συνοδεύεται από ένα πρώτο αίσθημα ανακούφισης. «Επιτέλους, θα ηρεμήσω, δεν μπορεί κανείς να με ενοχλήσει τώρα», σκέφτομαι. Βάζω τα μακαρόνια να βράζουν και ανοίγω ένα μπουκάλι κρασί. «Ναι ρε Ίντερνετ, δεν σε έχω και τόσο ανάγκη», λέω από μέσα μου με αυτοπεποίθηση.

Όμως, η χαλάρωση μετά από μια δύσκολη εβδομάδα δεν θέλει μόνο κρασί, αλλά και μουσική. Τότε, το χαμόγελο αυτοπεποίθησης σβήνει από τα χείλη. Τις περισσότερες φορές ακούω μουσική μέσω Spotify και YouTube, τα οποία τώρα ήταν απαγορευμένα. «Θα υπάρχει κάποια λύση, δεν μπορεί», λέω προσπαθώντας να ηρεμήσω τον αγχωμένο εαυτό μου, που δεν αντέχει στη σκέψη ενός Σαββατοκύριακου χωρίς μουσική, ενός Σαββατοκύριακου χωρίς ζωή, χωρίς ίντερνετ, χωρίς ανάσα.

Τελικά, θυμάμαι ότι στο πατάρι έχουν ξεμείνει κάτι παλιά CD από την τελευταία μετακόμιση. Παίρνω μία καρέκλα από την κουζίνα, ανεβαίνω πάνω και με δυσκολία σκαρφαλώνω στο πατάρι. Ανοίγω κούτες, την ώρα που ιδρώνω από την προσπάθεια και την κλειστοφοβία. Μετά πολλών κόπων και βασάνων, καταφέρνω να ξεθάψω από μία σκονισμένη χαρτόκουτα τρία αραχνιασμένα CD από τα εφηβικά μου χρόνια: To Master of Puppets των Metallica, το Love at First Sting των Scorpions και το Metal Heart των Accept. «Μόνο η Ηλιάνα λείπει», σκέφτομαι, η πρώτη κοπέλα που φίλησα στο γυμνάσιο. Η ζωή χωρίς Ίντερνετ, σου φέρνει παλιές αναμνήσεις και σου παίρνει τη μουσική.

Διαβάστε ακόμη: Τι Λέει το Μεταμεσονύκτιο Γκουγκλάρισμα για τον Ψυχισμό σου

Έστω και έτσι, έχω κάτι να ακούσω.

Βάζω τους Metallica. Το CD κολλάει. Ξενέρωμα. Βάζω τους Scorpions. Και αυτοί κολλάνε. Φρίκη.

Τελευταία μου ελπίδα να ακούσω ένα ρημάδι τραγούδι είναι οι Accept. Βάζω το CD στον υπολογιστή, σχεδόν με θρησκευτική ευλάβεια. «Σε παρακαλώ, παίξε», πιάνω τον εαυτό μου να λέει. Το θαύμα γίνεται και το Metal Heart παίζει.

Έπος. Σχεδόν πανηγυρίζω. Είναι έπος να καταφέρνεις να ακούς ένα τραγούδι, αν δεν έχεις Ίντερνετ. Ο ενθουσιασμός σύντομα περνάει, όμως, διότι προφανώς βαριέμαι γρήγορα. Ακούω το τραγούδι μία, δύο, τρεις φορές. Ακούω τον δίσκο μία, δύο, τρεις φορές. Κάποια στιγμή, το κλείνω. Και τώρα, τι;

Πολύ σύντομα έβγαλα το πρώτο συμπέρασμα από το πείραμά μου: ήταν μία απαίσια ιδέα που κακώς ήθελα να μετατρέψω σε κείμενο, καθώς μέσα σε λίγα λεπτά, εκεί που μπορούσα να ακούω ό,τι θέλω από δισεκατομμύρια τραγούδια, πλέον έπρεπε να αρκεστώ σε έναν δίσκο δέκα τραγουδιών. Αυτό λέγεται ήττα. Αυτο λέγεται μια απροετοίμαστη είσοδο στην αναλογική εποχή.

Δυο ώρες μετά: Το κανάλι της Βουλής αντί για Netflix

Αρχίζω να περιφέρομαι στο σπίτι, ψάχνοντας απελπισμένα κάτι ενδιαφέρον να κάνω. Δεν υπάρχει τίποτα, απολύτως τίποτα. Το σπίτι μου έχει μεταμορφωθεί σε χώρο που θυμίζει σπηλιά πρωτόγονων ανθρώπων. Το μόνο που φαίνεται να λειτουργεί αναλογικά ως μορφή ψυχαγωγίας είναι τα βιβλία, όμως, ας είμαι ειλικρινής, θα διαβάσω Παρασκευή βράδυ; Με τίποτα.

Κάθομαι στον καναπέ και ανοίγω την τηλεόραση. Μετά από λίγα λεπτά καταλαβαίνω ότι το επίπεδο του trash στη ελληνική TV έχει μεγαλώσει αρκετά, από την τελευταία φορά που την άνοιξα. Μετά από ένα πεντάλεπτο νευρικού ζάπινγκ, καταλήγω στο κανάλι της Βουλής, όπου παίζει το άκρως ενδιαφέρον κοινοβουλευτικό έργο σε επανάληψη, κατά τη διάρκεια του οποίου κάποιοι άγνωστοι σε μένα βουλευτές συζητούν για «ΕΣΠΑ», το «κοινωνικό μέρισμα» και άλλα «ανακουφιστικά μέτρα για τους νεόπτωχους Έλληνες». Τι να κάνω; Αράζω στον καναπέ και χαζεύω τους βουλευτές να τσακώνονται. Οι ομιλίες είναι νανουριστικές και χωρίς να το καταλάβω με παίρνει ο ύπνος από τις εννιά το βράδυ. Ναι, εννιά το βράδυ. Λίγες ώρες μετά την έναρξη του πειράματος, κοιμάμαι. Ο ύπνος μειώνει την θητεία.


[VICE Video] Επισκεφτήκαμε το Τυπογραφείο των New York Times και Γνωρίσαμε τους Μηχανουργούς του

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook.


Το δεύτερο συμπέρασμα από το πείραμά μου είναι ότι η ζωή χωρίς το Ίντερνετ είναι πολύ βαρετή, επειδή πλέον η παγκοσμιοποιημένη ψυχαγωγία μας περνάει σχεδόν αποκλειστικά από το Διαδίκτυο. Κάπως έτσι έχασα ένα βράδυ Παρασκευής.

Η σημασία του αναλογικού ύπνου

Από την άλλη, αυτό είχε το θετικό ότι χωρίς το Ίντερνετ κατάφερα μετά από καιρό να κοιμηθώ καλύτερα, προφανώς επειδή δεν είχα τι να κάνω. Ο κακός ύπνος την εποχή του Ίντερνετ είναι ο κανόνας για κάτι ψυχάκηδες σαν εμένα (και εσένα). Κάθε βράδυ, παρότι κουτουλάω από τη νύστα, με βασανίζω κρατώντας με ξύπνιο και βλέποντας σειρές ή τσατάροντας για πέντε και έξι ώρες. Αυτό κρατάει μέχρι τις 3 το πρωί και το αποτέλεσμα είναι κάθε πρωί να σηκώνομαι κομμάτια και να είμαι κουρασμένος 24 ώρες το 24ωρο, επτά ημέρες την εβδομάδα. Όμως εκείνο το βράδυ της Παρασκευής, όλα άλλαξαν: Η βαρεμάρα από την έλλειψη ερεθισμάτων και το μέτριο πρόγραμμα της ελληνικής τηλεόρασης είχαν ευεργετικές συνέπειες στην ξεκούρασή μου, καθώς το επόμενο πρωί σηκώθηκα -χωρίς ξυπνητήρι, εδώ θέλει αντίδραση «ουάου»- από τις οκτώ το πρωί, ετοίμασα κανονικό πρωινό -μετά από αρκετούς μήνες, εδώ βάλτε «τέλειο»- και μέχρι το μεσημέρι, είχα κάνει τα ψώνια μου, είχα καθαρίσει το σπίτι και είχα πληρώσει λογαριασμούς - στους λογαριασμούς βάλτε αντίδραση «λυπάμαι».

Εικονογράφηση: Marta Parszeniew

Μια μέρα μετά: Υπάρχει κάποιος που να ενδιαφέρεται πραγματικά για μένα εκεί έξω;

Τo πρωί του Σαββάτου με βρίσκει αγκαλιά με το τηλεκοντρόλ. Το κανάλι της Βουλής συνεχίζει απτόητο με ντοκιμαντέρ, προφανώς σε επανάληψη. Το πρώτο πράγμα που κάνω μόλις ξυπνάω, είναι να ψαχουλέψω πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού, για να βρω το κινητό. Ανοίγω το Facebook. Σημείωση: το να ανοίγεις τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αμέσως μόλις ξυπνήσεις είναι άλλη μία ένδειξη εθισμού στα social media, όπως λένε έρευνες.

«Δεν υπάρχει σύνδεση στο Ίντερνετ», διαβάζω στην οθόνη και θυμάμαι το βασανιστικό πείραμά μου. Βάζω μία τυχαία πρωινή εκπομπή να παίζει στην τηλεόραση, ρίχνω λίγο κρύο νερό στο πρόσωπό μου και ανάβω την καφετιέρα. Ευτυχώς, αυτή λειτουργεί χωρίς Ίντερνετ.

Είναι δύσκολο να είσαι μόνος σου, όμως είναι ακόμη πιο δύσκολο να παραδεχτείς ότι είσαι μόνος σου, χωρίς τα social media, χωρίς τα like και την ψεύτικη προσοχή της καρδούλας του Instagram.

Αν και είναι νωρίς και έχω άπλετο χρόνο μπροστά μου, νιώθω ένα πρωτοφανές άγχος. Η αποσύνδεση από τα social media με έκανε να νιώθω ότι κάπου εκεί έξω συμβαίνει κάτι που εγώ δεν ξέρω. «Αν γίνει κάτι σημαντικό, θα το πει η τηλεόραση», σκέφτομαι. Όμως, αν συνέβαινε κάτι στον προσωπικό μου κύκλο; Αν με χρειάζονταν στη δουλειά; Αν με χρειαζόταν κάποιος φίλος μου; Όλοι επικοινωνούν μαζί μου μέσω κάποιας εφαρμογής. Ξέρω ότι όλοι θεωρούν δεδομένο ότι θα με βρουν στα social και εγώ δεν είμαι εκεί. Πιο πολύ από όλα φοβάμαι μήπως μου έστειλε στο Tinder η υπέροχη τύπισσα που είχα κάνει match την προηγούμενη εβδομάδα και έτσι χάνω την ευκαιρία για ένα πολλά υποσχόμενο σαββατόβραδο.

Δέκα ώρες μετά: Το άγχος

Το άγχος συνδυάζεται με ένα συναίσθημα στεναχώριας. Ξαφνικά, το κινητό δεν χτυπά και αισθάνομαι ότι κανείς δεν με αναζητά, ότι κανείς δεν με ψάχνει. Προσπαθώ να καταλάβω από πού προέρχεται αυτό το αρνητικό συναίσθημα και -τέταρτο συμπέρασμα- καταλαβαίνω ότι τα social media σε μεγάλο βαθμό καλύπτουν (με επίπλαστη επικοινωνία) την έλλειψη πραγματικής επικοινωνίας, που κυριαρχεί στην κανονική ζωή. Είναι δύσκολο να είσαι μόνος σου, όμως είναι ακόμη πιο δύσκολο παραδεχτείς ότι είσαι μόνος σου, χωρίς τα social media, χωρίς τα like, τις φωτογραφίες, τα σχόλια, τη διάδραση, χωρίς την ψεύτικη προσοχή της –εύκολης- καρδούλας που σου προσφέρουν όσοι σε ακολουθούν στο Instagram. Στην εποχή του Ίντερνετ, δεν έχει τόση σημασία αν είσαι μόνος σου. Περισσότερη σημασία έχει να μπορείς να θάψεις τη μοναξιά σου βαθιά μέσα σου, μπαίνοντας σε δίκτυα με χιλιάδες φίλους, τους περισσότερους από τους οποίους θα αποφύγεις όταν τους δεις στον δρόμο, αλλά τους θες όταν έρχεται η ώρα του like.

O χρήστης των κοινωνικών δικτύων στον «πρώτο κόσμο» αγγίζει το κινητό του 2.600 φορές την ημέρα.

Η αποσύνδεση με κάνει να νιώσω ασήμαντος. Δεν έχω ποστάρει κάποια φωτογραφία από τον αθηναϊκό ουρανό με hashtag #skyporn και ως εκ τούτου δεν έχω πάρει μερικές δεκάδες like, που θα με κάνουν «γνωστό» ανάμεσα σε αγνώστους και θα με βοηθήσουν να ξεπεράσω τις αποτυχίες της πραγματικής ζωής. Η ψηφιακή ζωή σού δίνει τη δυνατότητα να ξεπεράσεις με επίπλαστο τρόπο το μειονεκτικό συναίσθημα που νιώθεις απέναντι σε πρόσωπα και προκλήσεις της κανονικής ζωής. Σου δίνει την ψευδαίσθηση ότι είσαι πιο σημαντικός όταν παίρνεις 150 like, την ώρα που ο άλλος παίρνει 50 ή 20. Σε κάνει να νομίζεις ότι μας ενδιαφέρει σε τι κούπα πίνεις τον πρωινό καφέ σου που ποστάρεις με hashtag #morning #saturday_morning #coffee #coffee_lover και ό,τι άλλο σκεφτείς, για να πάρεις περισσότερα like.

Σε όλο αυτό το παιχνίδι παίζω κι εγώ προφανώς. Μένοντας offline, δεν πήρα τα 100 like επίπλαστης προσοχής με τα οποία με τροφοδοτούν οι φίλοι μου. Το αίσθημα μοναξιάς έγινε πιο έντονο από τη σιωπή: όχι από τη σιωπή κάποιου ανθρώπου, αλλά από τη σιωπή του Messenger, του Viber, του WhatsΑpp, οι ήχοι των οποίων θα χτυπούσαν ως καμπάνες προσοχής: «Ε, Θοδωρή, κάποιος σε σκέφτηκε».

«Υπάρχει κάποιος που να ενδιαφέρεται πραγματικά για μένα εκεί έξω;», αναρωτιέμαι. Η απόλυτη σιωπή και η μιζέρια που αυτή αποπνέει με στέλνουν έξω από το σπίτι. Ξεκινώ να περπατάω ανάμεσα σε κόσμο. Πηγαίνω στη Βαρβάκειο, περνάω από τη λαϊκή, επισκέπτομαι το σουπερμάρκετ της γειτονιάς. Το αίσθημα μοναξιάς υποχωρεί, όταν η έλλειψη ψηφιακής επικοινωνίας αντικαταστάθηκε από την παραδοσιακή λεκτική και από τον συγχρωτισμό μου με άλλους ανθρώπους. Ωστόσο, δεν εξαλείφεται, καθώς στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης περιτριγυρίζεσαι από ανθρώπους που -θεωρητικά και σε κάποιον βαθμό- γνωρίζεις. Τώρα, είμαι ανάμεσα σε ξένους.

15 ώρες μετά: Η απελπισία και τα βιβλία

Γυρίζω σπίτι με κακή διάθεση. «Πώς γεμίζουμε τώρα τόσο ελεύθερο χρόνο με ουσία;», αναρωτιέμαι. Η βιβλιοθήκη μου είναι η μοναδική σανίδα σωτηρίας. Πράγματι, πρώτη φορά χώρεσα τόσο Brecht, Hemingway, Rilke και Dostoyevsky σε ένα απόγευμα. Αυτό που μου κάνει εντύπωση είναι ότι στην αρχή μού ήταν πολύ δύσκολο να συγκεντρωθώ πάνω από το βιβλίο, αφού κάθε λίγο και λιγάκι κοίταζα το κινητό μου, έχοντας συνηθίσει να με αποσπούν από ό,τι κάνω οι ειδοποιήσεις των διάφορων εφαρμογών. Μετά από αρκετή προσπάθεια, απολαμβάνω σιγά-σιγά το γεγονός ότι πλέον μπορώ να αφιερωθώ απερίσπαστος σε μια δραστηριότητα που ήθελε αφοσίωση, την οποία συχνά δεν έχουμε, αφού επιστρέφουμε συνέχεια στην οθόνη μας. Πώς να συγκεντρωθείς πάνω σε κάτι, όταν σύμφωνα με έρευνες, ο χρήστης των κοινωνικών δικτύων στον «πρώτο κόσμο» αγγίζει το κινητό του 2.600 φορές την ημέρα;

Μετά το διάβασμα, πηγαίνω για τρέξιμο. Είναι εντυπωσιακό ότι η αίσθηση μοναξιάς υποχωρεί όσο κάνω δραστηριότητες που μου αρέσουν και με γεμίζουν. Συνειδητοποιώ -πέμπτο συμπέρασμα- ότι αν δεν έχεις Ίντερνετ, δεν έχεις την ψευδαίσθηση ότι είσαι σημαντικός, αλλά έχεις πολύ περισσότερο χρόνο – και μάλιστα, ποιοτικό χρόνο. Πράγματι, αντί να τσατάρω με τις ώρες ή να ανεβάζω ηλίθια Instagram stories, μπορούσα να αφιερωθώ σε πράγματα που με χαλάρωναν και απολάμβανα, τα οποία πάντα ανέβαλα, «επειδή δεν είχα χρόνο».

20 ώρες μετά: Η πείνα

Γυρίζω σπίτι, κάνω ένα γρήγορο μπάνιο και προσπαθώ να δραπετεύσω όσο πιο γρήγορα γίνεται. Κανονίζω να βγω με τη Μαρία, μια φίλη μου που έχω καιρό να δω. Όταν καθόμαστε στο τραπέζι, βγάζει αμέσως το κινητό της από την τσάντα της.

«Μήπως μπορείτε να μου πείτε τον κωδικό του Wi-Fi;», είναι το πρώτο πράγμα που ρωτά τον σερβιτόρο, προτού καν τον ρωτήσει αν έχουν το αγαπημένο της ουίσκι.

Συνδέεται. «Δεν θα βάλεις το Wi-Fi; Τσάμπα θα φας τα δεδομένα σου», μου λέει την ώρα που πληκτρολογεί τον κωδικό.

«Προτιμώ να μείνω offline», απαντάω.

«Εσύ; Εσύ χωρίς Ίντερνετ θα πεθάνεις», λέει γελώντας.

Πρoτού προλάβω να απαντήσω, χτυπάει στο κινητό της το Messenger. «Με συγχωρείς, δώσε μου ένα λεπτό», μου λέει και το αρπάζει.

Με τη Μαρία περάσαμε μαζί ένα τρίωρο. Έπιασε το κινητό της 32 –μετρημένες- φορές, για να απαντήσει σε μήνυμα ή για να μου δείξει κάτι για το οποίο μου μιλούσε. Οι συζητήσεις μας διακόπτονταν κάθε πέντε λεπτά. Το αποτέλεσμα ήταν η κουβέντα να χάνει τον ειρμό της, να ξεχνάμε τι λέμε, να χανόμαστε. Συχνά, η Μαρία φάνηκε να σκέφτεται περισσότερο τι της γράφουν στο chat και λιγότερο τι της λέω εγώ, ενώ διέκοπτε την κουβέντα μας, για να μου πει για ποιο πράγμα μιλούσε στο κινητό και όλο αυτό έκανε τη συνάντηση λιγότερο ενδιαφέρουσα και από το φτηνό ρούμι που έπινα.

Εικονογράφηση: Joel Benjamin

Το έκτο συμπέρασμα που προέκυψε από τη σαββατιάτικη έξοδό μου ήταν απλό: τα κοινωνικά δίκτυα και το Ίντερνετ καταστρέφουν ολοκληρωτικά τη δια ζώσης επικοινωνία, είτε αυτή οφείλεται σε επιλογή του χρήστη (τσεκάρω τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και το chat, επειδή μου αρέσει) είτε σε ανάγκη του, καθώς σε κάποια επαγγέλματα, το να είσαι ενεργός 24 ώρες το 24ωρο σημαίνει ότι είσαι προσβάσιμος 24 ώρες το 24ωρο από το αφεντικό σου.

30 ώρες μετά: Νέα μοναξιά

Παρότι η τοξική χρήση του Ίντερνετ καταστρέφει την επικοινωνία και τον ποιοτικό χρόνο, κατάλαβα ότι η ζωή χωρίς αυτό έχει κάποιες ανυπέρβλητες δυσκολίες. Η μεγαλύτερη από αυτές -έβδομο συμπέρασμα- είναι ότι χωρίς Ίντερνετ γίνεται εξαιρετικά δύσκολη η πρόσβαση ακόμη και στην απλούστερη πληροφορία. Για παράδειγμα, το μεσημέρι της Κυριακής αποφασίζω ότι θέλω να φάω κινέζικο. Ωστόσο, για να κάνω την παραγγελία, έπρεπε να έχω το τηλέφωνο και για να έχω το τηλέφωνο, έπρεπε να έχω Ίντερνετ, μιας και προφανώς δεν έχω στο σπίτι άχρηστη χαρτούρα από εστιατόρια που κάνουν ντελίβερι στην περιοχή όπου μένω. Αντί λοιπόν να κάνω ένα ψάξιμο και σε 20 λεπτά να τρώω το κοτόπουλο με τα καυτερά καρυκεύματά του, μου παίρνει μισή ώρα να περπατήσω μέχρι το κινέζικο, άλλο ένα τέταρτο να περιμένω μέχρι να ετοιμαστεί το φαγητό και άλλο ένα μισάωρο, μέχρι να επιστρέψω. Τριπλάσιος χρόνος.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που δείχνει ότι το Ίντερνετ αποτελεί -όπως τα περισσότερα πράγματα στη ζωή μας- ένα εργαλείο με θετικά και αρνητικά ήταν το ντέρμπι Παναθηναϊκού-ΑΕΚ το βράδυ της περασμένης Κυριακής. Κατά κανόνα, τέτοια ματς τα παρακολουθώ από το ραδιόφωνο και μέσω εφαρμογών. Καθώς όμως δεν έπαιζε ραδιόφωνο στο σπίτι και υπήρχε το εμπάργκο στο Ίντερνετ, αποφασίζω να ακολουθήσω την παραδοσιακή οδό και να δω το παιχνίδι στην τηλεόραση, σε κάποια καφετέρια.

Το αρνητικό της υπόθεσης είναι ότι με το Ίντερνετ θα μπορούσα, παρακολουθώντας το παιχνίδι, να κάνω και κάτι άλλο στο σπίτι. Από την άλλη, αυτό θα σήμαινε ότι θα είχα περισσότερες ασχολίες ταυτόχρονα και άρα δεν θα ήμουν σε καμία εντελώς συγκεντρωμένος.

Αφού κάθομαι στο τραπεζάκι μου, παρατηρώ ότι οι περισσότεροι παρακολουθούν λιγότερο το παιχνίδι και περισσότερο τις οθόνες των κινητών τους. Το κορυφαίο σκηνικό έρχεται, όταν ο Παναθηναϊκός σκοράρει και ένας από αυτούς που σκρόλαρουν με μανία λέει: «Όχι, ρε γαμώτο, έχασα το γκολ».

Κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού, πιάνω κουβέντα με τον τύπο που δεν έχει ρίξει ούτε μία ματιά στο κινητό του. Μου έκανε τόση εντύπωση και τον ρωτάω γιατί. Αποκαλύπτεται ότι δεν έχει Facebook. «Πού ζεις ρε φίλε;», αντιδρά ένας από το διπλανό τραπέζι, που τον άκουσε. «Εγώ, τουλάχιστον, δεν χάνω τα γκολ», απαντά.

Ακολουθήστε τον Θοδωρή Χονδρόγιαννο στο Facebook, στο Twitter και στο Instagram.

Περισσότερα από το VICE

Πώς Είναι να Ζεις τα Δεκεμβριανά, τον Εμφύλιο, την ΕΣΣΔ και τη Μεταπολίτευση

Πόσο Εθισμένος Είσαι στο Ελληνικό Ίντερνετ; Κάνε το Τεστ του VICE για να Μάθεις

Πέρασα μια Εβδομάδα σαν Ένας Επαγγελματίας Instagrammer

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.

Tagged:
Instagram
Facebook
Features
Netflix
Internet
Social Media
CD
Spotify
ντελίβερι