Έτσι Επέζησα από την Εκτέλεση μου στη Διάρκεια της Γενοκτονίας στη Καμπότζη

Κάτοικοι της Πνομ Πεν προσπαθούν να γλιτώσουν από την επίθεση των Χμερ Ρουζ με ρουκέτες (Françoise Demulder © The Image Works)

Ο Sovannora Leng έπρεπε να είναι νεκρός. Λίγο πριν τα 14α γενέθλια του, το 1975, οι Χμερ Ρουζ κατέλαβαν τη γενέτειρά του, Πνομ Πεν. Έδιωξαν τους πολίτες από τις πόλεις και τους έβαλαν να δουλεύουν στην ύπαιθρο, στο πλαίσιο μιας «αγροτικής σοσιαλιστικής» επανάστασης που είχε στο στόχαστρο τους μορφωμένους και τους πλούσιους. Αφού επέζησε σοβαρής ασθένειας, ο έφηβος Sovannora κατατάχθηκε και η δουλειά του ήταν να «δίνει αναφορά» για τους γείτονες, τους φίλους και την οικογένειά του – κάτι που μπορούσε να οδηγήσει στο θάνατό τους. «Ο μόνος τρόπος που μπορώ να το εξηγήσω είναι ότι οι άνθρωποι δεν είχαν άλλη επιλογή» είπε ο Sovannora στο VICE.

Videos by VICE

Λίγα χρόνια μετά, ο Sovannora απαλλάχθηκε από αυτήν την υποχρέωση και κατάφερε να επιβιώσει από τη φυλακή, από μια απόπειρα εκτέλεσης και από ένα απερίγραπτο ταξίδι σε ένα ναρκοπέδιο, κοντά στα σύνορα με την Ταϊλάνδη. Τα μέλη της οικογένειάς του, τελικά, το 1980, κατάφεραν να φθάσουν ως πρόσφυγες στην Αυστραλία. Δεν ήταν όμως όλοι τόσο τυχεροί. Εκτιμάται ότι 1,7 εκατομμύρια άνθρωποι –το 21% του συνολικού πληθυσμού- πέθαναν στη διάρκεια της 4ετούς κυριαρχίας των Χμερ Ρουζ στην Καμπότζη, λόγω λιμοκτονίας, αναγκαστικής εργασίας ή εκτέλεσης στα διαβόητα πλέον «χωράφια θανάτου» της Καμπότζης.

Το να εξηγήσει κανείς περαιτέρω αυτή την περίοδο -σήμερα γνωστή ως γενοκτονία της Καμπότζης- μπορεί να είναι δύσκολο, ιδιαιτέρως επειδή το καθεστώς του Πολ Ποτ ουσιαστικά δολοφόνησε τον ίδιο το λαό του και τη φυλή. Κατά τον Sovannora, ήταν «μια εκδίκηση του ενός προς τον άλλον». Στα πιο σκοτεινά σημεία της ιστορίας της Καμπότζης, μητέρες έτρωγαν ακόμα και τα πτώματα των νεκρών παιδιών τους. Σήμερα, 40 χρόνια μετά, οι επιζώντες ακόμα περιμένουν απαντήσεις, παρά την πρόσφατη οριστική καταδίκη δυο αξιωματούχων των Χμερ Ρουζ. Το VICE πήρε συνέντευξη από τον Sovannora για το πώς επιβίωσε και για το τι έμαθε ο κόσμος από τη γενοκτονία.

VICE: Πως ήταν η ζωή σας ως νεαρό αγόρι πριν από τον πόλεμο;

Sovannora Leng: Πάντα ονειρεύομαι να μπορούσα να πάω πίσω, στη ζωή πριν από τον πόλεμο. Πήγαινες σχολείο και έπαιζες. Ίσως ήμουν απλώς νέος, αλλά δεν σκεφτόμουν την πολιτική. Ήμουν μαθητής  από μια οικογένεια της εργατικής τάξης και πάντα ήθελα να δοκιμάσω κάτι καινούριο. Όταν μεγάλωσα, βρήκα μια δουλειά μερικής απασχόλησης και είχα εισόδημα για να βοηθήσω την οικογένειά μου. Η μητέρα μου πέθανε όταν ήμουν έξι ετών. Είχα μητριά, αλλά η αγάπη και ο δεσμός, κατά κάποιο τρόπο έλειπαν. Έμαθα να διεκδικώ τα δικαιώματά μου και να παλεύω για τη ζωή μου.

Ο Sovannora (δεύτερος από αριστερά με το μεγάλο χαμόγελο) και ο πατέρας του.

Τι θυμάστε από τις πρώτες μέρες του πολέμου, όταν εσείς και η οικογένειά σας ήσασταν ακόμα στο σπίτι στην πόλη;

Ο πόλεμος άρχισε στην ύπαιθρο, αλλά δεν έφθασε στα προάστια της Πνομ Πεν μέχρι και τα τέλη του 1974. Τότε, γίνονταν πολλοί βομβαρδισμοί. Μας ανησυχούσε όλο αυτό και αρχίσαμε να κατασκευάζουμε ένα καταφύγιο, αλλά δεν γνωρίζαμε τι σήμαινε πόλεμος. Είχαμε ακούσει μόνο για τον Α’ και τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τώρα αναρωτιόμασταν εάν συνέβαινε το ίδιο και σε εμάς. Όμως ήμουν ακόμα νέος, οπότε δεν το σκέφτηκα και τόσο πολύ. Εξακολουθούσα να σκέφτομαι το παιχνίδι και τη ζωή σαν παιδί.

Έπειτα οι αξιωματούχοι των Χμερ Ρουζ είπαν σε όλους να εκκενώσουν την πόλη. Στο βιβλίο σας Surviving Year Zero, αισθάνεται κανείς ότι είτε οι άνθρωποι δεν καταλάβαιναν τι συνέβαινε ή απλά δεν ήθελαν να σκεφτούν για το χειρότερο σενάριο. Τι πιστεύετε ότι συνέβαινε;

Λοιπόν, γινόταν προπαγάνδα. Από τα μεγάφωνα στους δρόμους και με ανακοίνωση των Χμερ Ρουζ, μάθαμε ότι οι Αμερικανοί θα μας βομβαρδίσουν και όλοι είχαν τόσο άγχος, κοίταζαν με ανησυχία τον ουρανό για να δουν εάν υπήρχαν αεροπλάνα και μετά αρχίσαμε να μετακινούμαστε. Δεν ξέρω εάν αυτό συνέβαινε με όλους τους άλλους, όμως αφότου φύγαμε από την Πνομ Πεν εξακολουθούσα να πιστεύω ότι θα γύριζα στο σπίτι. Μόνο όταν ήμουν ένα βήμα πριν από το θάνατο, συνειδητοποίησα ότι δεν υπήρχε επιστροφή.

Μια από τις πιο δυνατές αναμνήσεις στο βιβλίο σας είναι τότε που φθάνετε σε ένα αγροτικό στρατόπεδο εργασίας και κατά λάθος βρήκατε ένα Χωράφι Θανάτου, ενώ είσασταν άρρωστος. Το περιγράψατε σαν να περπατούσατε πάνω σε πράγματα που νομίζατε ότι ήταν φρούτα αλλά ήταν ίσως οστά ή πτώματα σε αποσύνθεση. Νιώσατε ότι ο πατέρας σας γνώριζε τι ήταν αυτό το χωράφι, αλλά δεν είχατε καταλάβει καλά;

Σωστά. Εκείνη την εποχή, δεν σκεφτόμουν πολύ. Προσπάθησα μόνο να εστιάσω την ενέργεια μου στο να πολεμήσω για τη ζωή μου. Τίποτα άλλο. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο στο κεφάλι μου, εκτός από την μητέρα μου από την οποία ζήτησα δύναμη. Έχω συγκινηθεί πολύ τώρα που μιλάω για αυτό το θέμα. Αλλά με ακούμπησε στην πλάτη και είπε «δεν είσαι έτοιμος». Συνέχισα να περπατάω και ποτέ δεν είδα κάτι άλλο και δεν σκέφτηκα παρά το πώς θα παραμείνω ζωντανός.

Η οικογένεια του Sovannora στο σπίτι τους το 1975

Στο βιβλίο σας, λέτε πως κάποιοι αξιωματικοί των Χμερ Ρουζ ήταν μερικές φορές καλοί ή ήρεμοι. Μερικοί από αυτούς παντρεμένα ζευγάρια. Πως εξηγείτε ότι οι άνθρωποι μπορούν να είναι καλοί και έπειτα να αλλάξουν και να σκοτώνουν ο ένας τον άλλον;

Όλα τα ανθρώπινα πλάσματα, νομίζω πρώτα θα έλεγαν «Θέλω να μείνω ζωντανός». Θέλετε να ζήσετε ή να πεθάνετε; Δεν υπάρχει άλλη λύση. Κάποια παιδιά κατέδιδαν τους ίδιους τους γονείς τους. Τους είχαν κάνει πλύση εγκεφάλου και έλεγαν «ναι, ο πατέρας μου ήταν καθηγητής και είχαμε ένα σπίτι». Όταν το άκουγαν αυτό, οι Χμερ Ρουζ συλλάμβαναν τους γονείς τους. Έπειτα τους εκτελούσαν και ήταν πολύ αργά. Τα παιδιά μερικές φορές δεν καταλάβαιναν αυτό που έλεγαν, μια και βρίσκονταν μίλια μακριά από το χωριό. Έπειτα επέστρεφαν και δεν μπορούσαν να βρουν τους γονείς τους.

Γράψατε πολλά για το ότι δεν είχατε φαγητό και σωματική αντοχή για να επιβιώσετε στα στρατόπεδα. Αλλά πως επιβιώσατε ψυχολογικά;

Ω, τι μπορώ να πω;  Ευχόμουν να ήμουν Θεός. Όμως συνειδητοποίησα ότι όλα συνέβαιναν και ήταν αληθινά. Δεν ξέρω γιατί, αλλά η αίσθηση ότι η μητέρα μου εξακολουθούσε να έρχεται κοντά μου, μού έδινε δύναμη και με καθοδηγούσε. Αυτό μου έδινε κάποιου είδους αυτοπεποίθηση, αλλά επίσης ονειρευόμουν. Μέχρι που μια μέρα, σηκώθηκα, άρπαξα τα πράγματά μου και περπάτησα έξω από το στρατόπεδο για εφήβους. Έπειτα με συνέλαβαν, με έριξαν σε μια σκοτεινή φυλακή και με κλείδωσαν για εβδομάδες, πριν με στείλουν πίσω στο χωριό μου.

Οπότε, γιατί αποφασίσατε να σηκωθείτε μια μέρα και να προσπαθήσετε να φύγετε;

Να σου πω ένα παράδειγμα. Είναι σα να είμαι ψάρι σε ένα ποτάμι και το νερό να αρχίζει να στερεύει. Ζεσταίνομαι και ξέρω ότι υπάρχει ένα δελφίνι στη μέση του ποταμού, το οποίο θα με πιάσει. Όμως πίσω από το δελφίνι υπάρχει μια μεγάλη λίμνη και το νερό ρέει άφθονο. Ξέρεις ότι εάν μείνεις, σίγουρα θα πεθάνεις. Έτσι αποφασίζεις να αρπάξεις την ευκαιρία και να μετακινηθείς.

Αφού σας πήρε ο ύπνος ενώ φυλάγατε το στρατόπεδο, οι Χμερ Ρουζ σας πήγαν για εκτέλεση. Τι σκεφτόσασταν;

Μου έδεσαν σφιχτά και τα δυο χέρια μου. Μέσα μου, ήξερα ότι πέφτοντας για ύπνο είχα παραβεί τον κανόνα του Angkar, τίποτα άλλο. Τότε, μπορούσα να αισθανθώ τα νεύρα στη σπονδυλική στήλη μου. Ούτε να περπατήσω καλά δεν μπορούσα. Νωρίς το βράδυ, με πήγαν σε ένα μέρος, το οποίο το γνωρίζαμε ως δάση των Χωραφιών Θανάτου. Τους ρωτούσα συνέχεια «τι συμβαίνει;» και δεν έλεγαν τίποτα. Μέχρι που φθάσαμε στο τέλος και μου ζήτησαν να ομολογήσω για κάτι το οποίο δεν γνώριζα, όπως η κλοπή κράκερ ρυζιού. Έπειτα μου είπαν να γονατίσω και έλεγαν συνέχεια «έχεις επαφή με τον εχθρό». Δεν είχα ιδέα για ποιον εχθρό μιλούσαν. Κατά κάποιο τρόπο, πιστεύω ότι προσπαθούσαν να με κάνουν να ομολογήσω πως ο πατέρας μου έκανε κάτι. Και αυτό ήταν. Άρχισαν την εκτέλεση.

Φεύγοντας από το Wiltona Centre στη Βικτώρια το1981

Τι συνέβη αφού σας χτύπησαν στο πίσω μέρος του κεφαλιού σας με ένα ξύλο;

Ποτέ δεν έκλαψα τόσο δυνατά όσο εκείνη τη φορά. Έπεσα μέσα στον τάφο που ήταν γεμάτος με πολλά πτώματα και είπα «εντάξει, μαμά, έρχομαι σε σένα» και δεν ήθελα ούτε να ζήσω. Όταν έπεσα μέσα στον τάφο, σκέφτηκαν ότι αυτό ήταν. Όμως ο τύπος δεν ευστόχησε 100%. Ακόμα αναρωτιέμαι για αυτό. Έπειτα με έβγαλαν από μέσα, με τα χέρια μου πάντα δεμένα. Ο εκτελεστής είπε «να τον αποτελειώσουμε;» και ο άλλος άνδρας -που ήταν καλός άνθρωπος- είπε όχι. Μου έδωσαν μια δεύτερη ευκαιρία και με έβαλαν να δουλέψω στους ορυζώνες.

Τελικά δραπετεύσατε από τα στρατόπεδα και πήγατε σε ένα προσφυγικό καταυλισμό στην Ταϊλάνδη. Για να φθάσετε στα σύνορα, έπρεπε να διασχίσετε ένα ναρκοπέδιο. Τι σκεφτόσασταν όταν τρέχατε;

Όταν έτρεχα στο ναρκοπέδιο, είχα ένα μικρό αγόρι μαζί μου. Ο μόνος τρόπος να διασφαλίσω ότι έτρεχα ήταν να διασφαλίσω ότι δεν θα τον έχανα. Συνεχίσαμε να τρέχουμε. Είδα βόμβες να εκρήγνυται παντού και σκέφτηκα «εάν με ανατινάξεις, διασφάλισε ότι θα πεθάνω. Μην μου κόψεις το χέρι ή το πόδι μου μόνο. Παίρνεις το κεφάλι μου και τότε πεθαίνω. Χτύπα με και να πεθάνω είναι το μόνο που ζητώ».

Πως αισθανθήκατε όταν φθάσατε στο τέρμα του ναρκοπέδιου;

Αισθάνθηκα ζωντανός, εξαντλημένος και ευτυχισμένος! Αλλά αφού τσέκαρε το αγόρι και ήταν καλά, κοιτάχθηκα και είχα ένα κόψιμο από θραύσμα βόμβας στο πόδι. Δεν ήξερα τι να κάνω με αυτό-μόνο έφτυνα πάνω του και έβαζα χώμα για να σταματήσω την αιμορραγία. Και μετά ο κόσμος έλεγε «πρέπει να συνεχίσουμε, έρχονται»- δηλαδή οι Χμερ Ρουζ. Έπρεπε να συνεχίσουμε να περπατάμε, μέχρι που μπήκαμε σε ένα φορτηγό.

Πως ήταν να πηγαίνετε από τη γενοκτονία σε ένα προσφυγικό στρατόπεδο στην Ταϊλάνδη και τελικά να έχετε μια νέα ζωή στη Μελβούρνη της Αυστραλίας;

Όταν μπήκαμε στο αεροπλάνο, δεν μπορούσαμε να περιγράψουμε πόσο όμορφα νιώθαμε. Αλλά μετά την πτήση είχαμε περάσει τόσες δοκιμασίες και είμασταν εξαντλημένοι. Και έπειτα πήγαμε στο Wiltona. Νόμιζα ότι «είμαστε στον παράδεισο τώρα». Ήταν μια χώρα παράδεισος αλλά τόσο παγωμένη – ακόμα και το Νοέμβριο! Ήμασταν τόσο εξαντλημένοι και κοιμηθήκαμε στο κρεβάτι. Δεν είχαμε ποτέ κρεβάτι! Και κοιμηθήκαμε στο κρεβάτι, πάνω από την κουβέρτα, επειδή δεν ξέραμε πώς να κοιμηθούμε. Και μετά οι τουαλέτες! Στη χώρα μας, είχαμε επίπεδες τουαλέτες στο έδαφος. Έπρεπε να στέκομαι από πάνω και η τουαλέτα ήταν γυαλιστερή και γλιστρούσε. Και ο αδερφός μου δεν κατάλαβε ότι αυτό ήταν τουαλέτα και έπλενε το πρόσωπο του με το νερό! Οπότε κάτσαμε και φάγαμε πρωινό και γελάσαμε.

Κάποτε συνάντησα κι άλλον έναν άνθρωπο που επέζησε από τη γενοκτονία της Καμπότζης. Είπε ότι τριάντα χρόνια μετά εξακολουθούσε να έχει εφιάλτες το βράδυ. Σκέφτεστε πολύ τη γενοκτονία ή έχετε βρει τρόπο να προχωρήσετε μπροστά;

Όχι. Όχι πια. Όλα έχουν περάσει. Τέλειωσε, όταν επέστρεψα στην Καμπότζη και ακούμπησα το χώμα το 1992. Όταν προσγειώθηκα, φίλησα το έδαφος και έπειτα πέρασα τη νύχτα σε ένα πολύ ακριβό ξενοδοχείο! Και εκείνη τη νύχτα κοιμήθηκα ήρεμα. Κανένα όνειρο. Ονειρεύτηκα τη ζωή στην Καμπότζη μόνο όταν ήμουν στην Αυστραλία. Ρωτάτε εάν είχα εφιάλτες; Είναι πολύ σπάνιο. Και όταν ονειρεύομαι πάντα πάω πίσω στη ζωή πριν από τον πόλεμο. Δεν ξέρω γιατί.

Δεν συναντήσατε ποτέ τους Khieu Samphan και Nuon Chea. Πως νιώσατε όταν τους έκριναν ενόχους για εγκλήματα πολέμου την περασμένη εβδομάδα;

Δεν εκπλήσσομαι με την απόφαση. Ήξερα ότι επρόκειτο να βρεθούν ένοχοι από την πρώτη μέρα που συνελήφθησαν. Για μένα το θέματα ήταν εάν θα εκτελεστούν ή θα πάνε ισόβια στη φυλακή. Νομίζω ότι έως ένα βαθμό είμαστε ευτυχισμένοι που καταδικάστηκαν, αλλά αυτό δεν είναι ό,τι θέλει ο κόσμος. Ρώτησα άλλους ανθρώπους στην Καμπότζη για την ετυμηγορία και επίσης δεν είχαν εκπλαγεί. Ωστόσο είναι δίκαιο και αποδίδεται η δικαιοσύνη; Είναι αλήθεια ότι μερικοί άνθρωποι- Khieu Samphan και Nuon Chea- διέπραξαν τη γενοκτονία σε όλη την Καμπότζη;

Λοιπόν, πως θα αποδιδόταν δικαιοσύνη για την Καμπότζη;

Κατά τη γνώμη μου, τόσοι πολλοί από τους δράστες είναι τώρα νεκροί ή ηλικιωμένοι, μια και έχουν περάσει 30 χρόνια. Θέλουμε πραγματικά να τους βρούμε και να τους βάλουμε φυλακή; Όχι, θέλουμε να ξέρουμε γιατί. Γιατί συνέβη αυτό; Καταρχήν, γιατί εκείνοι οι άνθρωποι δεν λένε την αλήθεια; Όλοι λένε ότι πήραν εντολές. Αλλά ποιος σας έδωσε εντολές και για ποιο σκοπό;

Πιστεύετε ότι θα μάθετε ποτέ  την απάντηση στο «γιατί» ή έχετε χάσει κάθε ελπίδα;

Νομίζω ότι είναι κρυφή ατζέντα. Νομίζω γνωρίζουν την απάντηση, αλλά δεν θέλουν να την πουν. Είμαι επίσης απογοητευμένος με τα Ηνωμένα Έθνη. Θα έπρεπε να είχαν αρχίσει με μια σαφή ατζέντα και σχέδιο δράσης. Εάν δεν γνωρίζουμε, τότε τι μάθαμε από αυτό; Εκτός κι αν ο κόσμος -εννοώ τους Καμποτζιανούς και τον υπόλοιπο κόσμο- καταλαβαίνουν γιατί γίνεται μια γενοκτονία, και δεν υπάρχει κάτι σημαντικό να μάθουν από όλο αυτό.

Τι πιστεύετε ότι έμαθε ο κόσμος από την γενοκτονία της Καμπότζης;

Εκτός κι αν ο κόσμος γνωρίζει την αλήθεια για τις γενοκτονίες -πρέπει να καταλάβουν ποια είναι η έννοια της γενοκτονίας και γιατί υπάρχει- δεν έχει καμία σημασία για τον κόσμο. Κατά τη γνώμη μου, νομίζω ότι ο κόσμος μαθαίνει μόνο τα διπλωματικά αποτελέσματα. Ο κόσμος δεν δίνει μεγάλη προσοχή σε αυτό το ζήτημα.

Ο πρωθυπουργός Χουν Σεν, είναι πρώην ηγέτης των Χμερ Ρουζ όπως και πολλοί άλλοι που είναι σήμερα στην εξουσία στην Καμπότζη. Μετά τη γενοκτονία στη Ρουάντα, ο κόσμος έπρεπε να μάθει να ζει δίπλα-δίπλα με τους δολοφόνους των αγαπημένων του. Είναι κάπως έτσι στην Καμπότζη σήμερα;

Ναι, αλλά αυτό συμβαίνει γιατί δεν είπαν την αλήθεια. Τα οφέλη και η εξουσία φαίνεται ότι καλύπτουν αυτά τα ζητήματα. Μου φαίνεται σαν η αλήθεια να κρύβεται πάντα. Πάντα υπάρχει κάτι να κρύψεις. Πιστεύω ότι ίσως έχει να κάνει με την εξουσία και την απληστία.

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter Facebook και Instagram.

Thank for your puchase!
You have successfully purchased.