Διασκέδαση

Ο Πέτρος Μάρκαρης δεν Γνωρίζει από την Αρχή τον Δολοφόνο

Παρακολουθήσαμε το απολαυστικό Master Class του συγγραφέα αστυνομικών μυθιστορημάτων και σημαντικού μεταφραστή στο ΑΠΘ.
09 Μάρτιος 2016, 8:17am

«Το 1991-92 έγραφα το σενάριο της τηλεοπτικής σειράς "Ανατομία ενός Εγκλήματος". Ξεκίνησε για έξι επεισόδια και κράτησε τρία χρόνια. Κάποια στιγμή, πήγα στο κανάλι και τους είπα ότι δεν μπορούσα να συνεχίσω. Με κοίταξε ο διευθυντής προγράμματος και μου είπε, "είσαι με τα καλά σου, πληρώνεσαι καλά κι εμείς έχουμε τρελή διαφήμιση, γιατί να σταματήσουμε;". Συμφώνησα να συνεχίσω για ακόμη τρεις μήνες. Εκεί λοιπόν, που έκατσα στο γραφείο για να γράψω πάλι αυτά τα σενάρια, ξαφνικά "είδα" μπροστά μου την οικογένεια. Ένας άντρας, μία γυναίκα κι ένα παιδί. Μία απλή, μικροαστική, ελληνική οικογένεια. Αρχικά, είπα "φθάνει, όχι άλλη μικροαστική οικογένεια". Μόνο που ο άντρας ήταν εξαιρετικά επίμονος, δεν έφευγε από μπροστά μου. Αυτό σιγά-σιγά μετατράπηκε σε βασανιστήριο, γιατί απασχολούσε τις σκέψεις μου και δεν μπορούσα να γράψω και η τηλεόραση είναι μία απίστευτη φαγάνα, σε παίρνουν κάθε λίγο στο τηλέφωνο, "άντε η παραγωγή θέλει το κείμενο". Ένα πρωί, είπα ότι αυτός για να με βασανίζει έτσι πρέπει να είναι ή μπάτσος ή οδοντίατρος. Και όταν αποφάσισα ότι ήταν αστυνομικός, ήξερα πια και το ονοματεπώνυμό του και το όνομά της γυναίκας του και ότι το παιδί τους είναι κορίτσι που το λένε Κατερίνα».

Ο Πέτρος Μάρκαρης περιγράφει με μια ανάσα τη γέννηση του αστυνόμου Χαρίτου, του βασικού ήρωα των μυθιστορημάτων του. Μπροστά στο γεμάτο αμφιθέατρο της νέας πτέρυγας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ που τον άκουγε απορροφημένο για δύο και πλέον ώρες, παρέδωσε το πρωί της Τρίτης ένα απολαυστικό Master Class - την προηγούμενη είχε αναγορευτεί επίτιμος διδάκτορας του Τμήματος Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας. Πέρασε τη ζωή του μεταφράζοντας στα ελληνικά, κυρίως θεατρικά έργα και ποίηση, μεταξύ άλλων Χικμέτ, Μπρέχτ, Βάις, τα δύο μέρη του Φάουστ του Γκαίτε, κι έτσι μιλά με πυκνό λόγο για το βάσανο της μετάφρασης («δεν μπαγιατεύουν τα κείμενα, είναι το περιεχόμενο που παύει να ενδιαφέρει. Διότι βεβαίως δεν μιλούμε σήμερα τα γερμανικά του Γκαίτε, αλλά όταν ακούμε το κείμενο σε μία παράσταση λέμε ότι είναι ιδιοφυές»).

Η πραγματικότητα όπως είναι, μέσα από το Newsletter του VICE Greece.

Γελάει δυνατά με κλειστά μάτια και αφηγείται εμβόλιμα δεκάδες ιστορίες: από τα παιδικά του χρόνια στην Κωνσταντινούπολη, όπου γεννήθηκε το 1937 από πατέρα Αρμένη και μητέρα Ρωμιά, τις σπουδές στο αυστριακό Λύκειο και τα ταξίδια που έκανε σε ολόκληρο τον κόσμο, γνωρίζοντας λογοτέχνες, συγγραφείς και εκδότες. Έπειτα, αναλύει την έννοια της γλώσσας, τη θρησκεία, την ταυτότητα, την εκ των πραγμάτων εσωστρεφή μειονότητα της Πόλης, περιγράφει την εμμονή του με τα λεξικά. Και ανάμεσα σε όλα, η συζήτηση επανέρχεται διαρκώς στο αστυνομικό μυθιστόρημα και τον αστυνόμο Χαρίτο, ο οποίος επίσης κοιμάται με ένα λεξικό στο προσκεφάλι του.

Δεν μπορώ να διαβάσω τα αμερικάνικα αστυνομικά. Έχω βαρεθεί τους serial killers. Έτσι όπως το πάνε, δεν θα μείνει ζωντανός άνθρωπος

«Πολλοί με ρωτάνε αν μου αρέσουν οι Σκανδιναβοί συγγραφείς αστυνομικών μυθιστορημάτων. Τους έχω διαβάσει, αλλά δεν αντέχω άλλους αστυνομικούς που ζουν με πίτσα και μπίρα. Προτιμώ να διαβάζω τον Καμιλέρι, ο οποίος περιγράφει σκηνές του επιθεωρητή Μονταλμπάνο με φαγητά και μου ανοίγει η όρεξη. Από την άλλη πλευρά βεβαίως, εξίσου δεν μπορώ να διαβάσω και τα αμερικάνικα αστυνομικά. Έχω βαρεθεί τους serial killers. Δεν μπορώ άλλο παιδιά. Έτσι όπως το πάτε, δεν θα μείνει ζωντανός άνθρωπος».

Φωτογραφία από το φοβερό master class του Πέτρου Μάρκαρη την Τρίτη στο ΑΠΘ / Πηγή: ΑΠΘ

«Η εξέλιξη του αστυνομικού μυθιστορήματος ήταν προς το αστικό μυθιστόρημα του 19ου αιώνα. Πόσα μυθιστορήματα εκείνης της περιόδου ξεκινάνε με μία αστυνομική ιστορία; Οι «Άθλιοι», πολλά μυθιστορήματα του Μπαλζάκ, του Ζολά, το «Έγκλημα και Τιμωρία» και «Οι Αδερφοί Καραμαζόφ» του Ντοστογιέφσκι, του Ντίκενς. Όλοι αυτοί έπαιρναν την αστυνομική ιστορία ως αφετηρία για να μιλήσουν για την κοινωνία της εποχής. Κατά συνέπεια, η πορεία είναι προς τα πίσω, δεν είναι προς τα εμπρός».

«Το βασικό είναι ότι δεν αφηγούμαι εγώ. Αφηγείται ο αστυνόμος. Συνεπώς, εκείνο που έχει σημασία είναι να δω τι σπουδές θα μπορούσε να κάνει αυτός ο άνθρωπος σε Σχολή Αστυνομικών τη δεκαετία του '50; Δεν θα τον κάνω πιο μορφωμένο απ' ό,τι είναι. Πρέπει να επιμείνω σε αυτό που είναι εύκολο για τον ίδιο, δηλαδή τον προφορικό λόγο. Αποφεύγω την καλλιέργεια του γραπτού ύφους, δεν έχει καλλιέργεια και αν υπάρχει είναι πολύ πίσω. Προσπαθώ λοιπόν να είμαι συνεπής στον χαρακτήρα. Βεβαίως, το γεγονός ότι έχω μεταφράσει πολύ θέατρο, με βοηθάει πολύ στη διατύπωση του προφορικού λόγου και την ανάπτυξη των διαλόγων, είναι σίγουρο αυτό».

«Έχω δύο αστυνομικούς φίλους, οι οποίοι είναι πολύ καλοί αστυνομικοί. Ο ένας δυστυχώς αποστρατεύτηκε, είναι ο Σταύρος Σταυρόπουλος, ήταν ο εγκέφαλος της υπηρεσίας Εγκλημάτων κατά Ζωής, έπιασε δύο φορές τον Παλαιοκώστα και τελευταία ήταν διευθυντής των Εσωτερικών Υποθέσεων. Κι έναν δεύτερο, τον Λάμπρο Παππά. Αυτός μου περιγράφει κάθε φορά ότι η γυναίκα του διαβάζει τα βιβλία μου και αναρωτιέται, "Καλά, αυτός μαζί σας είναι, πού τα ξέρει;". Όταν μπλέξω όμως, παίρνω τηλέφωνο και ιατροδικαστές φίλους, ρωτάω για να μην κάνω καμιά γκάφα. Βέβαια, μετά τον πρώτο καιρό, τη διαδικασία και το τυπικό μέρος, τα έχεις μάθει».

«Ο συγγραφέας Μάρκαρης διαφέρει σε πολλά με τον μεταφραστή Μάρκαρη. Φαίνονται συναφείς δουλειές, αλλά έχουν διαφορετική προσέγγιση. Πολλοί κριτικοί κινηματογράφου μου λένε ότι είναι απορίας άξιο πώς ένας συγγραφέας με τόσο χιούμορ μπορούσε να συνεργαστεί με τον Αγγελόπουλο (σσ: Το μετέωρο βήμα του πελαργού). Το έχω ακούσει πολλές φορές. Η απάντηση είναι πως όταν έγραφα σενάριο με τον Αγγελόπουλο, εκείνο που προσπαθούσα ήταν να καταλάβω τι ήθελε να πει εκείνος στην ταινία και πώς θα τον βοηθούσα να το πει καλύτερα. Κάποια στιγμή, ακόμη και ο συγγραφέας-σεναριογράφος υποτάσσεται σε αυτό που θα έλεγα στόχο του άλλου. Το ίδιο και ο μεταφραστής».

«Μία φορά στη Ρώμη βρέθηκα στο ίδιο τραπέζι με έναν γνωστό κριτικό κινηματογράφου της Messaggero. Ήταν άνοιξη, η Ρώμη ήταν πολύ όμορφη και η διάθεση όλων μας ήταν ανεβασμένη και ξεραινόμασταν στα γέλια. Παρατήρησα ότι με κοιτούσε επίμονα και τον ρώτησα αν συμβαίνει κάτι. "Ξέρεις, σε βλέπω και απορώ πώς ένας άνθρωπος με τόσο κέφι και καλή διάθεση μπορεί να συνεργάζεται με αυτό το παγόβουνο τον Αγγελόπουλο" μου είπε.

Γυρίζω στην Αθήνα, λέω στον Αγγελόπουλο, "ξέρεις τι είπε ο Φερτσέτι για σένα;". Ετοιμάστηκε να ακούσει πόσο σπουδαίος σκηνοθέτης είναι. "Ότι είσαι παγόβουνο είπε". Καταρρέει και λέει την κλασική ατάκα του, "αυτός δεν αγαπάει τις ταινίες μου". Του απαντώ, "δεν αναφέρθηκε στις ταινίες σου, λέει ότι δεν έχεις χιούμορ. Έχεις πολλές και ιδιοφυείς αρετές, αλλά χιούμορ δεν έχεις". - "Εγώ δεν έχω χιούμορ, εγώ όταν βλέπω τις ταινίες μου γελάω", λέει. - Ναι, μόνος σου σίγουρα, στο μοντάζ».

Όταν ξέσπασε η κρίση, άκουγα τους πολιτικούς να λένε "μην ανησυχείτε, θα πάρουμε ορισμένα μέτρα και θα περάσει γρήγορα" και ήξερα ότι έλεγαν ψέματα. Γνωρίζω τι θα πει κρίση σε μία χώρα με ευπαθή οικονομία, το είχα ζήσει στην Τουρκία

«Έχω επηρεαστεί πάρα πολύ από τον Μανόλο Μονταλμπάν (σσ: προς τιμή του ο Καμιλέρι βάφτισε τον ήρωα του Μονταλμπάνο). Μου έμαθε πώς να βάζω την πολιτική μέσα στο αστυνομικό μυθιστόρημα. Είναι από τους σπουδαιότερους σύγχρονους Ισπανούς συγγραφείς. Και βεβαίως έχει επίσης μεγάλη σημασία για μένα η πόλη. Μπορείτε να επισκεφθείτε τη Βαρκελώνη και να μιλάτε άπταιστα Ισπανικά, να σας περνάνε για γηγενείς, όταν όμως θα πείτε στον Βαρκελωνέζο "εγώ αγαπώ τα μυθιστορήματα του Μονταλμπάν", θα καταλάβει ότι δεν είστε Βαρκελωνέζος. Γιατί όλοι τον λένε Μανόλο, "εδώ καθόταν ο Μανόλο", "εκεί έπινε καφέ ο Μανόλο". Είναι μία πόλη που κατακλύζεται από τέχνη, από τον Πικασό, τον Γκαουντί, τον Νταλί, όλα αυτά είναι στην Καταλονία, το Μιρό επίσης. Και ξαφνικά, η ψυχή της είναι ο Μονταλμπάν. Γενικότερα, έμαθα πολλά από τους συγγραφείς του μεσογειακού αστυνομικού, τον Ιζό, τον Καμιλέρι».

«Όταν αποφασίζω να γράψω ένα μυθιστόρημα, ποτέ δεν ξεκινάω με την άποψη ότι θέλω να πω κάτι στην κοινωνία. Τίποτα δεν θέλω να πω, γιατί να πω; Θέλω να γράψω αυτό που ενδιαφέρει εμένα προσωπικά. Συνεπώς, πρέπει να βρω μία ιστορία που με ενδιαφέρει. Αυτό πάλι είναι σχετικό, γιατί όταν ξεκινάω έχω στο μυαλό μου μία πολύ γενική ιστορία, η οποία δεν ξέρω πώς θα εξελιχθεί. Ανακαλύπτω την ιστορία από τον αφηγητή, που είναι ο αστυνόμος. Σκέφτομαι να δω πού θα πάει, τι θα κάνει παρακάτω. Τις περισσότερες φορές δεν ξέρω καν ποιος είναι ο δολοφόνος».

«Όταν ξέσπασε η κρίση, άκουγα τους πολιτικούς να λένε "μην ανησυχείτε, θα πάρουμε ορισμένα μέτρα και θα περάσει γρήγορα". Εγώ ήμουν βέβαιος πως η κρίση θα κρατήσει πολύ και με έκαιγε ότι έλεγαν ψέματα. Με έτρωγε, γιατί γνωρίζω τι θα πει κρίση σε μία χώρα με ευπαθή οικονομία, το είχα ζήσει στην Τουρκία. Ανακοίνωσα ότι σκόπευα να γράψω την τριλογία της κρίσης. Μία νεαρή δημοσιογράφος με ρώτησε τότε αν θα προλάβαινα να γράψω τρία βιβλία μέχρι να τελειώσει. Και της απάντησα, "αν κρατήσει μόνο τόσο, να είστε ευτυχής". Η δύναμη του συγγραφέα βρίσκεται στο να θέτει τις σωστές ερωτήσεις, τις απαντήσεις δεν τις ξέρει. Τις απαντήσεις πρέπει να τις βρουν άλλοι».

Περισσότερα από το VICE

Η Συζήτηση για την Ιστορία του Trainspotting 20 Χρόνια Μετά

Στοιχειωμένες Φωτογραφίες από «Υπέργηρους» Ταξιδιωτικούς Προορισμούς της Ευρώπης

H Επιστήμη Αποκάλυψε την Πραγματική Ταυτότητα του Banksy

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.