Ξέρω τι Έκανες Εκείνο το Καλοκαίρι – Μέρος 2ο

Photo via flickr

Είναι βαρετά τα τέλεια ελληνικά καλοκαίρια. Είναι γελοίες οι ρομαντζάδες στο Αιγαίο και οι clean cut διηγήσεις του πόσο λιώμα γίναμε στο Remezzo (κάθε νησί έχει και από ένα μπαρ με αυτό το όνομα). Είναι διαστροφικό, το ξέρουμε, αλλά για κάποιο λόγο έχει περισσότερο ενδιαφέρον να διηγήσαι fail σκηνές ελληνικού καλοκαιριού παρά ρομαντικές νύχτες στην άμμο. Από σκηνές που τις παίρνει ο αέρας έως μεθυσμένες βουτιές σε χαντάκια (στο 1ο Μέρος), μέχρι πυροβολισμούς και γλάρους “αρπακτικά” οι συντάκτες του Vice περιγράφουν το δικό τους τρελό ελληνικό καλοκαίρι.

Videos by VICE

Η φωτογραφία είναι ευγενική παραχώρηση του Γιώργου Πράτανου

Γιώργος Πράτανος

Στο Ναύπλιο δεν πρόκειται να πάω ξανά. Είχα φροντίσει να κρατάω μια -γκρι προς το μαύρο- πέτρα, την ώρα που περνούσα την πύλη του στρατοπέδου για τελευταία φορά. Μετά από έξι μήνες, όπου κατάφερα να “ανέβω” στη Θεσσαλονίκη μόνο δύο ΣΚ (επί της ουσίας για κάποιες ώρες δηλαδή), ελλείψη βύσματος, χαμογέλασα όταν άκουσα την πέτρα να σκάει πίσω μου.

Σαν ο μοναδικός μη βυσματίας είχα επωμισθεί τις υπηρεσίες των προνομιούχων, που κατά ένα περίεργο τρόπο εξαφανιζόταν τα ΣΚ. 6 υπηρεσίες, μία έξοδος. Αδιανόητο. Οι κολλητοί μου τηλεφωνούσαν από τα clubs και τα beach bar της Χαλκιδικής, μου έβαζαν να ακούσω Kevin Yost από το Cavo Paradiso, στο δεύτερο πόδι. Ε δεν ήθελα και πολύ…

Γύρω στις 00:20 βράδυ Πέμπτης, χωρίς να σκεφτώ τίποτε, χωρίς να έχω πάρει κάποια απόφαση, σηκώνομαι, βάζω το τζιν μου, ένα t-shirt τσαλακωμένο και πηγαίνω στο κενό που μου έχουν πει πως έχει η περίφραξη του στρατοπέδου. Κάπου σκοντάφτω, κάπου παραλίγο να τσακιστώ, εντοπίζω την “έξοδο κινδύνου”. Ένα μικρό αλματάκι ήταν ικανό να με μετατρέψει αυτομάτως σε τουρίστα. Δεν ένιωθα φόβο.

Αφού προχωράω κάποια μέτρα, περνάει ταξί. “Πήγαινέ με στο club που μαζεύει τον πιο πολύ κόσμο”, του είπα. Μπαίνοντας, άρχισα να επανεκτιμώ την αξία των χρωμάτων. Και της βότκας. “Καλύτερη και από σεξ”, σκέφτηκα στην πρώτη γουλιά. “Σεξ;”, ήταν η αμέσως επόμενη σκέψη.

Δίπλα μου στέκει μια γυναικεία πλάτη, γυμνή, εξωτικά μαυρισμένη, που τελειώνει στα δύο παράλληλα λακκάκια που τα διαχωρίζει η σπονδυλική στήλη. Ο dj παίζει commercial house, αλλά δεν με ενοχλεί καθόλου. Το μπαρ γεμίζει από κόσμο και η πλάτη έχει φτάσει να εφάπτεται στο θώρακά μου. “Μια βότκα με δύο παγάκια και δύο φέτες λεμόνι”. Παραγγέλνω, σχεδόν δίπλα στο αυτί της. Αντιλαμβάνομαι πως με κόβει με κλεφτές ματιές.

Δευτερόλεπτα μετά, με τη νέα παρτίδα φρέσκιας βότκας, της τσουγκρίζω το ποτήρι. Εκείνη, γυρνά απότομα, με κοιτάζει με ένα χαμόγελο 10 δοντιών. Μελαχρινή, κοντό καρέ, γκρίζα – γατίσια μάτια. Την αρπάζω και τη φιλάω. Σταμάτησα μετά από περίπου 5 τραγούδια, έχοντας κάνει ενδελεχή εξέταση των αμυγδαλών της. Ήταν σαν να φιλάω πρώτη φορά. Σαν να ήμουν 13, σε μαθητικό πάρτι. Ένα χέρι με ακουμπά στην πλάτη. Γυρίζω. “Τι έγινε Πράτανος, δεν έχεις υπηρεσία;”, μου λέει ένας τυπάς που κάπου τον έχω ξαναδεί. “Ναι, στις 4”, απαντώ και μέχρι να συνειδητοποιήσω πως είναι ένας από τους ανθυπολοχαγούς μου, μου λέει “ώρα να φεύγεις”.

“Αύριο εδώ”, της λέω και απλά, μηχανικά προχωράω προς την έξοδο. “Μηχανικά”. Δεν θα μπορούσα κι αλλιώς, αφού ήμουν στο Μηχανικό.

Έκανα τη σκοπιά μου, περήφανος, γιατί δεν κρέμασα κανέναν και την επομένη ήμουν και πάλι στο μπαρ. Τα γκρίζα μάτια εμφανίστηκαν με την πλάτη καλυμμένη και κανένα από τα δόντια της λευκής, αλφαδιασμένης οδοντοστοιχίας της να προβάλει. Έβαλε το χέρι της στον αυχένα για να μου πει στο αυτί “φύγε, είναι ο γκόμενός μου εδώ με τους φίλους του και έμαθε τι έγινε το προηγούμενο βράδυ”. Έφυγα. Από τότε, όποτε έχω την ευκαιρία, φιλάω μια άγνωστη. Αυτό είναι καλοκαίρι. Α και να πίνεις νερό από το λάστιχο. (Sorry για το Άρλεκιν)

Λίνα Γιάνναρου

«ΩΣ ΕΔΩ» φώναξε –ή κάτι που ακούστηκε αντίστοιχα δυσοίωνο. Ήταν τόσο άσχετη φράση και την είχε πει τόσο δυνατά που αν παίζαμε σε ταινία θα έδειχνε τα πουλιά της πλατείας να σηκώνονται και να πετάνε τρομαγμένα. Έμεινα με το πιρούνι μετέωρο και τα σιρόπια να τρέχουν στο σαγόνι μου. «Δεν σ’ αρέσει το ένα, δεν σ’ αρέσει το άλλο, φτάνει πια», ούρλιαξε κάνοντας τα γύρω τραπέζια να γυρίσουν.

Καθόμασταν στην πλατεία της Ερμούπολης να φάμε κάτι ξακουστούς λουκουμάδες. Είχα δοκιμάσει μόλις και είχα πάρει μια έκφραση αηδίας, απ’ ό,τι κατάλαβα από τα συμφραζόμενα. Θα την είχα μαζέψει αν ήξερα ότι ήταν τόσο σημαντικό. Γενικά λέω πολλά λευκά ψέματα όταν πρόκειται για γκόμενους, ωραίο μαγιό, όχι δεν έχεις παχύνει καθόλου, πόσο χαριτωμένο που σου πλένει η μαμά σου ακόμα τα ρούχα, αλλά πού να φανταστώ ότι έπρεπε να ενθουσιαστώ με τους λουκουμάδες της Σύρου. Ψελλίζω ένα «ορίστε;» και τον φουντώνω ακόμα περισσότερο. «Τόσες μέρες εδώ δεν τρως τίποτα, παραγγέλνουμε και τσιμπάς. Είσαι σνομπ και εστέτ». Το σνομπ και το εστέτ δεν με πλήγωσαν όσο το άλλο. Άκου δεν τρώω. Πού να ‘ξερε. Τον κοιτούσα και του μιλούσα από μέσα μου όπως στην τελευταία σκηνή τού Πάντα Μόνος. «Δεν έτρωγα γιατί προτιμούσα να πίνω και να καπνίζω και να μιλάμε, ΓΙΑΤΙ ΕΤΣΙ ΚΑΝΟΥΝ ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟ ΚΑΙΡΟ ΜΙΑΣ ΣΧΕΣΗΣ, ΜΑ ΠΟΥ ΖΕΙΣ;».

Χωρίσαμε το ίδιο βράδυ στο πλοίο. Θυμάμαι ότι στο σπίτι τσάκισα μια χαλβαδόπιτα, είχα αγοράσει πολλές για να κεράσω την άλλη μέρα στη δουλειά, ξημέρωνε 17η Αυγούστου, τα γενέθλιά μου.

Η φωτογραφία είναι παραχώρηση του Ευγένιου Λένορμαν

Ευγένιος Λένορμαν

Ένα καλοκαίρι που μέναμε σε έναν στάβλο, κυριολεκτικά στάβλο όχι σχήμα λόγου, ένα room to let με πόρτα φτιαγμένη για να σιτίζεται το άλογο, με κλίση στο πάτωμα για να πάνε τα νερά από το (κάτι σαν) μπάνιο στα κρεβάτια και με λίγο σανό αφημένο αναίσχυντα απ’ έξω για χειμερινή χρήση, ένας μεθυσμένος φίλος ρώτησε ένα βράδυ κάτι ομορφούλες Ιταλίδες πως λέγεται στην γλώσσα τους το “όμορφος”. Του είπαν “stronzo”, δηλαδή μαλάκας και λίγο μετά έτρεχε στα σοκάκια φωνάζοντας με γενναίες δόσεις αυτοκριτικής “είμαι μαλάκας” στα ιταλικά. Όσες τον διόρθωναν, τις έβριζε. Το λάθος το καταλάβαμε λίγους μήνες μετά, δεν μπορούσε να βρει όσες διαφώνησαν με την παραδοχή του.

Ένα άλλο καλοκαίρι που είχαμε νοικιάσει κάτι μηχανάκια στα οποία ξεσπάσαμε με βάναυσο μετεβηφικό πάθος μιας αντροπαρέας που ήθελε να ξεσπάσει γυναίκες αλλά δεν ήξερε καν πως να τους μιλήσει, μας κυνήγησαν με καραμπίνα. Ο πατέρας του ιδιοκτήτη του μαγαζιού ενοικίασης παπιών, έξαλλος από την τσογλαναρία που τους επέστρεψε ακόμα χειρότερα τα χείριστα παπιά του, βγήκε με καραμπίνα και μας κυνηγούσε στους δρόμους του γραφικού κυκλαδίτικου νησιού. Το πλοίο έφτασε την κατάλληλη στιγμή και μια ταυτότητα ενός τότε έξαλλου νυν νυκοκοιρεμένου αγοριού βρίσκεται ακόμα στο μαγαζί, μάλλον κορνιζαρισμένη δίπλα στην καραμπίνα.

Ένα άλλο καλοκαίρι, το καλοκαίρι της Ευρώπης, φορτώθηκα σε ένα τρένο με άλλους 7 κάνοντας μια απόπειρα κοσμοπολιτισμού μέσω του interail. Το eticket δεν υπήρχε ούτε σαν επιστημονική φαντασία τότε και όταν κάπου στη Σεβίλλη ξεχάσαμε τα πολύτιμα εισιτήρια μας σε ένα βαγόνι, έπρεπε να συνεννοηθούμε με εκατοντάδες Ισπανούς που δεν πήγαν ποτέ στον Στρατηγάκη, με Ισπανούς ασχολούμενους με τον τουρισμό που ήξεραν μόνο ισπανικά, με ενοχλημένους Ισπανούς, για να βρούμε τα χαρτιά που αν δεν τα είχαμε μέναμε εκεί για πάντα. Τελικά, έπρεπε να περιμένουμε το δρομολόγιο να πάει στην άλλη πλευρά της Ισπανίας και να γυρίσει. Γύρισε, ενώ είχαμε χάσει έκαστος 3 κιλά σε ιδρώτα.

Ένα άλλο καλοκαίρι, πάλι σε τρένο από τη Θεσσαλονίκη στην Κωνσταντινούπολη, γνώρισα έναν Καναδό που έκανε μόνος του τον γύρο της Ευρώπης με ένα backpack και την όμορφη αισιοδοξία του 20χρονου. Με συμπάθησε, με παρεξήγησε και μου ζήτησε που μπορεί να βρει χασίς στην Πόλη. Ο συνδυασμός τρένου, χασίς και Κωνσταντινούπολης με έκανε να του θυμίσω το “Εξπρές του Μεσονυχτίου” και να με σκεφτώ για λίγο με μουστάκι σε τουρκικές φυλακές. Ακόμα το θυμόμαστε όταν μιλάμε στο facebook. Τώρα είναι γίαπης, δουλεύει σε πετρελαϊκή εταιρία, με γαλάζια πουκάμισα αλλά φαίνεται γελάει το ίδιο αισιόδοξα.

Ένα άλλο καλοκαίρι, βρέθηκα σε μια “Γιορτή Γραβιέρας” στα ορεινά Σφακιά, ένα πανηγύρι διοργανωμένο από μαυροντυμένους ανθρώπους που δεν θα ήθελες να μαλώσεις μαζί τους με τίποτα στον κόσμο. Λίγα κρασιά και αρκετά κοψίδια αργότερα, ακούστηκε ο πρώτος πυροβολισμός. Ήταν κάποιου είδους σύνθημα και για μια ώρα περίπου κάθε είδους όπλο ξέρναγε μολύβι για την τιμή της Γραβιέρας. Όταν ρώτησα ευγενικά έναν κύριο κρητικό αν είναι άσφαιρα με κοίταξε υποτιμητικά σχεδόν με σιχασιά από την φλωριά της πόλης και μου είπε γελώντας “είναι άσφαιρα, μέχρι να σε χτυπήσουν”.

Έτσι είναι τα καλά καλοκαίρια. Ξεκινούν με προσδοκίες, εξελίσσονται με αναποδιές, με χωρισμούς, με αγάπες, με απρόοπτα, με ιδρώτες, με άγχη, με καλά μεθύσια, με επικίνδυνα μεθύσια, με κυνηγητά και πυροβολισμούς και τελειώνουν χωνευμένα σε γλυκιές αναμνήσεις. Έτσι για την ποίηση του θέρους, θα μπορούσε να πει κανείς, πως και τα καλά καλοκαίρια, μοιάζουν με την ατάκα του κρητικού: Είναι άσφαιρα, μέχρι να σε χτυπήσουν.

Η φωτογραφία είναι ευγενική παραχώρηση της Αλεξάνδρας Τζαβέλλα

Αλεξάνδρα Τζαβέλλα

Τα πουλιά του Χίτσκοκ, βάζω στοίχημα, γλάροι ήταν. Κι αν ο Πόε το ήξερε, θα χε γράψει τον Γλάρο όχι το Κοράκι, κι αν το ήξερε ο Τσέχωφ, δεν θα το είχε πει απλώς “Γλάρο”, αλλά “Αιμοβόρο αρπακτικό”.

Συνέβη πριν δυο μήνες. Πρωινό στις μικρές Κυκλάδες, αρχές Ιουνίου, με τις ταχύτητες του καλοκαιριού κατεβασμένες. Οι μύγες πετάνε άσκοπα ψάχνοντας πατούσες για να ενοχλήσουν. Περιορίζονται σε μια παρέα Γερμανών και ένα ζευγάρι Σκανδιναβών- τουρίστες του Μαϊου που ήρθαν νωρίς για να αποφύγουν τον καύσωνα. Οι παραλίες ακόμα “απάτητες”, οι ντόπιοι ακόμα ξεκούραστοι, έχουν χρόνο για ελληνικό καφέ κάτω από τον πλάτανο.

Η παρουσία τους, ενισχύει την οικειότητα που ήδη νιώθεις, καθώς δυο χέρια με ρυτίδες, σαν της γιαγιάς σου, σε σερβίρουν αβγά μάτια με αλάτι θαλασσινό και ζυμωτό ψωμί και κάθε τόσο επιμένουν να δοκιμάσεις το μπακλαβαδάκι που μόλις βγήκε από τον φούρνο, τη μαρμελάδα γκρέιπ-φρουτ κι ένα από τα πρώτα βερίκοκα. Ήρθες να κάνεις ποδαρικό στη σεζόν τους κι έχεις την τιμητική σου. Ζεις στον μικρόκοσμό τους, ενημερώνεσαι για τις τοπικές ειδήσεις. Σήμερα τις έφερε ξεφυσώντας ο βοσκός.

“Πάλι τα ίδια. Βρήκα στο χωράφι αίματα. Μου ρούφηξαν τα γατάκια! Δεύτερη φορά σε ένα εξάμηνο” είπε και συνέχισε γλαφυρά να περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια το σπλάτερ που θα ζήλευε κι ο Ταραντίνο: “Πήγα και τα βρήκα ψόφια, πεταμένα εδώ κι εκεί σαν άδεια σακιά”, “Γλάροι;” ρώτησε ένας άλλος. “Εμ τί άλλο” απάντησε ο βοσκός. “Αυτή τη φορά δεν τους ρούφηξαν τα μάτια. Τα΄πιασαν από πίσω από την τρύπα και τα άδειασαν ολόκληρα, τους έφαγαν τα εντόσθια, τα ξαντέριασαν”. Το στομάχι μου είχε ήδη ολοκληρώσει την πρόπλυση και πήγαινε για στίψιμο. Πλυντήριο. Απέναντι στα ρηχά είχε δυο γλάρους. Φυλάχτηκα. Εκείνα τα αβγά δεν τα έφαγα ποτέ. Από τότε, όταν μες στα κατάρτια πετούνε οι γλάροι κλείνω τα μάτια και πηγαίνω τοίχο τοίχο.

Νίκος Παπανάγνου

Ποτέ δεν ήμουν καλοκαιρινός τύπος. Για την ακρίβεια το θεωρώ ό,τι πιο κοντινό στην κόλαση. Όταν το θερμόμετρο περνάει τους 25 βαθμούς υποφέρω πραγματικά! Ακόμα και η παραλία εντάσσεται στην κόλαση που βιώνω. Άμμος σε κάθε οπή, βοτσαλάκι εκνευριστικό, αλάτι στο σώμα. Ανατριχίλα. Μοναδική όαση καμιά πισίνα, αλλά χωρίς φράγκα ούτε φουσκωτή στην ταράτσα δεν αποτελεί επιλογή.

Νησιά, διακοπές, θάλασσα, βαρεμάρα τα ενήλικα καλοκαίρια μου ήταν οι πιο μίζερες μέρες της ζωής μου. Όλα πλην ενός. Το καλοκαίρι του ’11 όχι μόνο μου χάρισε έντονες εμπειρίες στα 30 μου, αλλά έφερε και το πιο όμορφο πρόσωπο στη ζωή μου. Τον άνθρωπο που μου έφτιαξε τα καλοκαίρια έκτοτε. Ήταν μόλις είχε ολοκληρωθεί η αγοραπωλησία της εφημερίδας που εργαζόμουν και από έναν μακιαβελικό εργοδότη περάσαμε σε ένα αστείο λαμόγιο. Η κατάληψη της πλατείας Συντάγματος από τα τέλη Μαΐου προσέφερε μια διέξοδο. Η ατμόσφαιρα και η απίστευτη αίσθηση ελευθερίας που κράτησε για κάνα μήνα, τα δακρυγόνα το κάψιμο στα μάτια, τη μύτη και το λαρύγγι, το αίμα, το μαλόξ και κυρίως η αποκάλυψη του κτήνους με την πτώση της μάσκας της Δημοκρατίας, έφεραν μια περίεργη και ίσως ακατανόητη αισιοδοξία. Αρκετός νέος κόσμος μπήκε στη ζωή μου, όμως ένας κατάφερε να μείνει. Αυτό και μόνο χαρίζει το καλοκαίρι του 2011 τον τίτλο του πιο έντονου στη ζωή μου.

Η φωτογραφία είναι ευγενική παραχώρηση της Νατάσας Κούμη

Νατάσα Κούμη

Iκαρία, 1991. Η μικρή Νατάσα λύνει την αγελάδα του παππού της… για να την πάει βόλτα. Για καλή της τύχη όμως, κάπου στα μισά, την πετυχαίνει η γιαγιά της. «Πού την πας παιδί μου την αγελάδα;», ρωτάει έκπληκτη. «Στο καφενείο. Να μην πιει κι αυτή ένα καφεδάκι;», της απαντά. Για να μη σας τα πολυλογώ, δεν με άφησαν ποτέ να την πάω βόλτα, αλλά θυμάμαι να υποφέρω πραγματικά που την έβλεπα εκεί δεμένη όλη μέρα. Και μπορεί να μην την έβγαλα ποτέ από τη μιζέρια της, της έδωσα όμως όνομα (το οποίο αυτή τη στιγμή, δυστυχώς, δεν μπορώ με τίποτα να θυμηθώ), της έπιανα πότε-πότε την κουβέντα (χμμ), την χιλιοφωτογράφισα, αλλά και χιλιοφωτογραφήθηκα μαζί της. Συμπέρασμα: Τα μοναχοπαίδια βλάπτουν σοβαρά τα ζώα.

Η φωτογραφία είναι ευγενική παραχώρηση της Αναστασίας Μουμτζάκη

Αναστασία Μουμτζάκη

Το εξωφρενικό σε εκείνες τις διακοπές ήταν καταρχάς το ίδιο το μέρος. Το Las Vegas μοιάζει περισσότερο με κατασκεύασμα της φαντασίας σου παρά με πόλη, ιδίως αν πας για λίγες μέρες ως τουρίστας και αν παραμείνεις στο Strip, δηλαδή την περίφημη περιοχή με τα καζίνο. Την μιάμιση μέρα που περάσαμε εκεί δεν θα την ξεχάσω ποτέ. Νόμιζα ότι κάποιος με έχει βουτήξει σε ένα καζάνι κιτς υπερβολής και μιζέριας (ναι, μιζέριας, διότι μη νομίζεις ότι θα πας εκεί πέρα και θα δεις και τους έντεκα του Ocean να τζογάρουν) καλά κρυμμένης πίσω από παιχνίδια με φρουτάκια, μεγάλα εμπορικά καταστήματα και χρωματιστά φωτάκια. Πολλά φωτάκια. Μα πάρα πολλά φωτάκια. Άλλο όμως είναι το θέμα μας.

Ήταν λοιπόν βράδυ, και καθώς χαζεύαμε από το παράθυρο του νοικιασμένου αυτοκινήτου μας τον φωτισμένο Πύργο του Άιφελ (ναι, παραμένουμε στο Las Vegas), ακούμε μια σειρήνα περιπολικού, ίδια με εκείνες στις ταινίες. Ο Π. σταματάει το αμάξι και ένας αστυνομικός πλησιάζει στο παράθυρό του και ζητάει τα χαρτιά του. Προφανώς ο οδηγός της παρέας έχει παραβεί κάποιον περίεργο κανονισμό του ΚΟΚ αλλά κανείς μας δεν ξέρει ποιον ακριβώς. Παρόλα αυτά ο αστυνομικός είναι έξαλλος: «Αυτό που κάνατε ήταν ασέβεια προς εμένα προσωπικά» λέει στον Π. «Αν δεν ξέρετε τους κανόνες οδήγησης δεν θα έπρεπε να οδηγείτε στο Λας Βέγκας, έπρεπε να μείνετε στην Ελλάδα. Τώρα αν θέλω μπορώ να σας βάλω φυλακή», συμπληρώνει. Και εμείς παγώνουμε.

Δεν καταλάβαμε ποτέ ποια ήταν η παράβαση τελικά. Ευτυχώς τα καζίνο προσφέρουν δωρεάν κοκτέιλ, κάτι που μας φάνηκε αρκετά χρήσιμο εκείνο το βράδυ. Ιδίως στον Π.

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.

Thank for your puchase!
You have successfully purchased.